RSS

Daily Archives: 20/06/2015

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση

 Όταν θα είμαστε όλοι ένοχοι, τότε θα έχουμε δημοκρατία. Χωρίς να λογαριάσουμε, αγαπητέ φίλε, ότι πρέπει να εκδικηθούμε, επειδή είμαστε υποχρεωμένοι να πεθάνουμε μόνοι. Ο θάνατος είναι μοναχικός, ενώ η δουλεία συλλογική. Έχουν κι άλλοι το μερτικό τους, και μάλιστα την ίδια στιγμή μ’ εμάς, αυτό είναι το σημαντικό. Όλοι ενωμένοι, επιτέλους, αλλά γονατιστοί και με το κεφάλι σκυμμένο. Μήπως δεν είναι καλό να ζω επίσης κατ’ εικόνα και ομοίωση της κοινωνίας; Για να γίνει αυτό, δεν θα ’πρεπε η κοινωνία να μου μοιάζει; Η απειλή, η ατίμωση, η αστυνομία είναι τα ιερά μυστήρια τούτης της ομοιότητας. Περιφρονημένος, παγιδευμένος, καταπιεσμένος, θα μπορώ τότε να δείξω όλες τις ικανότητές μου, ν’ απολαύσω τον εαυτό μου όπως είναι, να είμαι επιτέλους φυσικός. Να γιατί, φίλτατε, αφού τίμησα επίσημα την ελευθερία, αποφάσισα στα κρυφά ότι έπρεπε να την παραδώσω χωρίς καθυστέρηση σε οποιονδήποτε. Και, κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία, κάνω κήρυγμα στην εκκλησία μου, στο Μέξικο Σίτι, προσκαλώ τον καλό λαό να υποταχτεί και να επιδιώξει ταπεινά τις ανέσεις της δουλείας, έστω κι αν χρειάζεται να την παρουσιάσω σαν τη γνήσια ελευθερία. Μα δεν είμαι τρελός, συνειδητοποιώ ότι η σκλαβιά δεν πρόκειται να’ ρθει αύριο. Θα είναι ένα από τα αγαθά του μέλλοντος, αυτό είν’ όλο.

Ως τότε, πρέπει να τα βολέψω με το παρόν και να αναζητήσω μια λύση, προσωρινή τουλάχιστον. Χρειάστηκε λοιπόν να βρω έναν άλλο τρόπο, για να μοιραστούμε όλοι μας την κρίση και να βαραίνει έτσι λιγότερο πάνω στους ώμους μου. Τον βρήκα αυτόν τον τρόπο. Ανοίξτε λίγο το παράθυρό σας, παρακαλώ, κάνει φοβερή ζέστη εδώ μέσα. Όχι πάρα πολύ, γιατί κρυώνω. Η ιδέα μου είναι απλή και συνάμα γόνιμη. Πώς να τους βάλω όλους να βράσουν στο ίδιο καζάνι για να ’χω το δικαίωμα να στεγνώσω εγώ στον ήλιο; Ν’ ανέβω στο βήμα, όπως πολλοί λαμπροί συγκαιρινοί μου, και να καταραστώ την ανθρωπότητα; Πολύ επικίνδυνο αυτό! Κάποια μέρα ή κάποια νύχτα, το γέλιο ξεσπάει απροειδοποίητα. Η δικαστική απόφαση που βγάζετε για τους άλλους στρέφεται τελικά εναντίον σας, σας έρχεται κατάμουτρα και προκαλεί ζημιές. Και τι έγινε; θα πείτε. Ε, λοιπόν, να η μεγαλοφυής ιδέα. Ανακάλυψα ότι, προσμένοντας τον ερχομό των αφεντάδων με τις βέργες τους, οφείλουμε, όπως ο Κοπέρνικος, να αναστρέψουμε το συλλογισμό για να θριαμβεύσουμε. Αφού δεν γινόταν να καταδικάσουμε τους άλλους, χωρίς αμέσως να κρίνουμε τον εαυτό μας, θα ’πρεπε να ρίξουμε όλα τα βάρη πάνω μας, για να έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε τους άλλους. Αφού κάθε δικαστής καταλήγει μια μέρα μετανοητής, θα ’πρεπε να πάρουμε το δρόμο από την αντίθετη κατεύθυνση και να γίνουμε πρώτα μετανοητές, για να καταλήξουμε τελικά σε δικαστές. Με παρακολουθείτε; Eντάξει. Για να γίνω ωστόσο πιο σαφής θα σας δείξω πώς δουλεύω.

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση, μτφρ: N. Καρακίτσου-Ντουζέ, Μ. Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, σελ. 106-107, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010

Φωτό: Rene Maltete

.

.

 

Ernesto Sabato, Περί ηρώων και τάφων

Σ’ εκείνο το δωματιάκι, λοιπόν, άρχισα να γράφω ιστορίες. Τώρα καταλαβαίνω ότι ανέκαθεν η τέχνη του καιρού μας, αυτή η δυνατή και αποδιαρθρωμένη τέχνη, γεννιέται πάντα από την προσωπική μας διάλυση, από την αγωνία μας και από τη δυσαρέσκειά μας. Ένα είδος απόπειρας συμφιλίωσης με τον κόσμο της ράτσας των εύθραυστων, ανήσυχων και γεμάτων επιθυμίες πλασμάτων, που είναι οι άνθρωποι. Τα ζώα δεν χρειάζονται αυτήν τη μεσολάβηση της τέχνης• τους αρκεί που ζουν, καθώς η ύπαρξη τους εξελίσσεται αρμονικά με την ικανοποίηση των αταβιστικών τους αναγκών. Το πουλί αρκείται σε μερικούς σπόρους ή σκουλήκια, ένα δέντρο για να φτιάξει τη φωλιά του και τους μεγάλους χώρους να πετά• και η ζωή του, από τη γέννησή του ως το θάνατό του, κυλά μ’ έναν ευτυχή ρυθμό, που δεν απογοητεύεται ποτέ ούτε από τη μεταφυσική απογοήτευση ούτε από την τρέλα.

Ο άνθρωπος όμως από τη στιγμή που σηκώθηκε στα δύο πίσω πόδια του κι έφτιαξε ένα τσεκούρι με μια κοφτερή πέτρα, δημιούργησε μεν τις βάσεις του μεγαλείου του, αλλά ταυτόχρονα και τις ρίζες του άγχους του, επειδή με τα χέρια του και τα εργαλεία που έφτιαχνε με τα χέρια του, έμελλε να ανεγείρει εκείνη την τόσο στέρεη και παράξενη κατασκευή που ονομάζεται κουλτούρα, για να αρχίσει έτσι η μεγάλη διάλυσή του, αφού είχε πάψει μεν να είναι ένα απλό ζώο, χωρίς ωστόσο να γίνει θεός που του υπέβαλλε το πνεύμα του. Θα είναι αυτό το δισυπόστατο και δυστυχισμένο πλάσμα που κινείται και ζει ανάμεσα στη γη των ζώων και τον ουρανό των θεών του, που θα έχει χάσει τον επίγειο παράδεισο της αθωότητάς του, χωρίς να έχει κερδίσει τον ουράνιο παράδεισο της απολύτρωσής του• θα είναι αυτό το πονεμένο και άρρωστο στο μυαλό πλάσμα, που θα αναρωτηθεί για πρώτη φορά για το γιατί της ύπαρξής του. Κι έτσι, τα χέρια κι ύστερα εκείνο το τσεκούρι, εκείνη τη φωτιά κι αργότερα η επιστήμη και η τεχνική θα έσκαβαν κάθε μέρα και περισσότερο την άβυσσο που θα τον χώριζε από τη ράτσα της προέλευσής του και από τη ζωτική του ευτυχία. Και η πόλη θα αποτελέσει στο τέλος την τελική φάση της ξέφρενης πορείας του, την ύψιστη έκφραση της αλαζονείας του και τη μέγιστη μορφή της αλλοτρίωσής του.

Και τότε, πλάσματα στενοχωρημένα, μισότυφλα και μισότρελα, αγωνίζονται ψηλαφητά να ξαναβρούν εκείνη τη χαμένη αρμονία με το μυστήριο και το αίμα, ζωγραφίζοντας ή γράφοντας μια διαφορετική πραγματικότητα που συχνά μοιάζει φανταστική και παρανοϊκή, αλλά που, πράγμα περίεργο, πρόκειται να είναι πιο βαθιά από την καθημερινή πραγματικότητα. Και, έτσι, ονειρευόμενοι και για τους άλλους οι καλλιτέχνες, αυτά τα εύθραυστα πλάσματα, κατορθώνουν να αρθούν πάνω από την προσωπική τους δυστυχία και γίνονται ερμηνευτές και σωτήρες (πονεμένοι) του συλλογικού πεπρωμένου. H δυστυχία μου όμως ήταν πάντα διπλή, επειδή η αδυναμία μου, το παθητικό πνεύμα μου, η αναποφασιστικότητά μου και η αβουλία μου με εμπόδιζαν να κατακτήσω εκείνη τη νέα τάξη πραγμάτων, εκείνο τον Νέο Κόσμο, που είναι το έργο τέχνης• και κατέληγα πάντα να πέφτω από τις σκαλωσιές εκείνου του ποθητού οικοδομήματος που θα με έσωζε. Πέφτοντας, κακοποιημένος, και διπλά θλιμμένος, έτρεχα και πάλι να βρω τα απλά ανθρώπινα όντα.

Ernesto Sabato, Περί ηρωών και τάφων, σελ. 564-566, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εκδόσεις Εξάντας, 1986

Πίνακες: Dana Levin, Danie Jansen van Vuuren

.

.