RSS

Daily Archives: 05/06/2015

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Εραστές δολοφονημένοι από μία πέρδικα (απόσπασμα)

.

Αφιέρωμα στον Γκύ ντε Μωπασάν

 – Ήταν πολύ απλό. Αγαπιούνταν πάνω από όλα τα
μουσεία.
Χέρι δεξί,
με χέρι αριστερό.
Χέρι αριστερό,
με χέρι δεξί.
Πόδι δεξιό,
με πόδι δεξιό.
Πόδι αριστερό,
με σύννεφο.
Κόμη,
με πατούσα του ποδιού.
Πατούσα του ποδιού
με μάγουλο αριστερό.
Ω αριστερό μάγουλο! Ω βορειοδυτικό από κα-
ραβάκια και μυρμήγκια από υδράργυρο! Δώσε μου το
μαντίλι, Γενοβέφα, θα κλάψω… Θα κλάψω μέχρι που
από τα μάτια μου να βγει ένα πλήθος από αμάραντα…
Ξαπλώναν.
Δεν υπήρχε θέαμα άλλο πιο τρυφερό…
Με ακούσατε;
Ξαπλώναν!
Μηρός αριστερός
με μπράτσο αριστερό.
Μάτια κλειστά,
με νύχια ανοιχτά.
Μέση, με αυχένα,
και με ακτή.
Και τα τέσσερα αυτάκια ήταν τέσσερις αγγέλοι
στο καλυβάκι του χιονιού. Θέλονταν. Αγαπιούνταν.
Παρά το Νόμο της βαρύτητος. Η διαφορά που υπάρχει
ανάμεσα σε ένα αγκάθι από ρόδο και μια Star είναι πα-
νεύκολη.
Όταν το ανακάλυψαν αυτό, έφυγαν στην εξοχή.
Αγαπιούνταν.
Θεέ μου! Αγαπιούνταν μπροστά στα μάτια των
χημικών.
Πλάτη, με χώμα,
χώμα με γλυκάνισο.
Σελήνη, με ώμο κοιμισμένο.
Και οι μέσες τους διασταυρώνονταν με ένα θό-
ρυβο από γυαλιά.
Είδα εγώ να τρέμουν τα μαγουλά τους όταν οι
καθηγητές του Πανεπιστημίου τους έφερναν χολή και
ξύδι σ’ ένα μικρούλικο σφουγγάρι. Πολλές φορές έπρεπε
να τρομάξουν τα σκυλιά που στέναζαν στους λευκότα-
τους κισσούς του στρώματος. Αλλά εκείνοι αγαπιούνταν.

.

.

Ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα,
ή,
ένας άντρας
κι ένα κομματάκι γης,
ένας ελέφαντας
κι ένα μωρό,
ένα μωρό κι ένα βούρλο.
Ήταν δυο νεαροί λιπόθυμοι
κι ένα πόδι από νίκελ.
Ήταν οι βαρκάρηδες!
Ναι.
Ήταν οι τρομεροί βαρκάρηδες του Γουαδιάνα
που τσακίζουν με τα κουπιά τους όλα τα ρόδα του κό-
σμου.
Ο γερο-ναυτικός έφτυσε το ταμπάκο από το
στόμα του κι έβαλε μεγάλες φωνές για να τρομάξει τους
γλάρους. Μα ήταν πια υπερβολικά αργά.
Όταν οι γυναίκες πενθούσες έφτασαν στο σπίτι
του Κυβερνήτη αυτός έτρωγε ήσυχα πράσινα μύγδαλα
και κρύα ψάρια σ’ ένα εκλεκτό πιάτο από χρυσό. Ήταν
προτιμότερο να μην έχουν μιλήσει μαζί του.
Στις νήσους των Αζορών.
Σχεδόν δεν μπορώ να κλάψω.
Έριξα δυο τηλεγραφήματα, αλλά δυστυχώς
ήδη ήταν αργά.
Πολύ αργά.
Μονάχα ξέρω να σας πω πως δυο παιδιά που
περνούσαν στην άκρη του δάσους, είδαν μια πέρδικα
που της έσταζε μια κλωστούλα αίμα από το ράμφος.
Αυτή είναι η αιτία, αγαπητέ μου καπετάνιε, της
παράξενης μελαγχολίας μου.


Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, από το Ποιήματα σε Πρόζα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2015

Πίνακες: Tarsila do Amaral

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα: Kριτική, Ε. Καλογεροπούλου, Έρημος όπως έρωτας (e-περιοδικό Στάχτες)

Francis Giacco (32)

Στάχτες

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Κριτική της ποιητικής συλλογής της Έφης Καλογεροπούλου Έρημος όπως έρωτας, Desert as desire, Μτφρ. στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας, Εκδόσεις Μετρονόμος, σειρά Ποιείν, 2015


Στην τέταρτη ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου Έρημος όπως έρωτας βρισκόμαστε ενώπιον ενός υπαρξιακού ταξιδιού με ισχυρή εικονοποιία, σπονδυλωτές εξιστορήσεις (ποιητικές συνθέσεις) με υπερρεαλιστικές αποτυπώσεις, θραύσματα εικόνων προερχόμενα από τον κόσμο του ονείρου και από τον κόσμο του παραμυθιού και, τέλος, ομιχλώδη ενσταντανέ ως αποτυπώματα υπαρξιακής αγωνίας σε χαμηλούς τόνους, ψίθυρους σχεδόν, σε πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη αφήγηση.
Τα λιτά εκφραστικά μέσα σε συνδυασμό με τα ασύνδετα σχήματα, τη συνειρμική παράθεση ιδεών και εικόνων, την επανάληψη και τα κυκλικά σχήματα λειτουργούν στο χώρο της Αισθητικής, δίνοντας ιδιαίτερο ρυθμό και ατμόσφαιρα σε μία ποιητική που απευθύνεται στον αποδέκτη διά μέσου μίας υπόγειας ενέργειας, αποτέλεσμα των προαναφερόμενων τεχνικών και της δυναμικής ροής του λόγου∙ πολλά ποιήματα θα μπορούσαν να είναι μικρές σκηνές με πλάγιο φωτισμό, σκηνές κάποτε που παραπέμπουν έντονα στο θέατρο του Μπέκετ. Αυτοί οι χειρισμοί φαίνεται πως παγιώνονται πλέον στην ποίηση της Καλογεροπούλου, χαρακτηρίζοντας και το προσωπικό της ύφος.

Μέλημα ποιητικής εξιστόρησης είναι ο χρόνος, ο χώρος, το βλέμμα, το σώμα, το σκοτάδι, η σιωπή, ο ευνουχισμός, η αστάθεια, η ρευστότητα, η αιώρηση και η πτώση στο κενό – η έννοια του θανάτου πανταχού παρούσα ήδη από τη λέξη έρημος στον τίτλο της συλλογής, όπως και από το μότο του Ρίλκε Παράξενο να μην επιθυμείς πια τις επιθυμίες (Πρώτη ελεγεία, Ελεγείες του Ντουίνο). Και αυτό το «παράξενο» της απουσίας του επιθυμείν την επιθυμία δεν είναι τίποτε άλλο από το αίτιον του θανάτου και την ακύρωση του ποιητικού υποκειμένου μέσα από έναν παρελθοντικό και μη αποδεκτό πλέον διαμορφωμένο τρόπο του επιθυμείν: προφανώς διά μέσου της επιθυμίας της μη επιθυμίας ενός ανεπαρκούς καθρεφτικού άλλου. Εξ ου και η ματαίωση στον τίτλο: Έρημος όπως έρωτας.

Σκοτάδι πηχτό/στο βάθος άγριο/μυρίζει έρωτας (…)

Στη συλλογή ο άλλος μετατρέπεται σε εμμονή και διώκτη του υποκειμένου που ομιλεί, σε αίτιον της στέρησης, της φυγής και της κενότητας: Eίναι ένα καρότσι/οι ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή (…) Δεν υπάρχει δρόμος/δεν υπάρχει κανείς/μόνο αέρας (…) To άδειο/τρύπα από σιωπή/κρεμασμένη στο σκοτάδι/πάντα άσπρο (…)

.

.


Το σώμα, αποδιοργανωμένο και ελλιπές, επιστρέφει και σε αυτήν την ποιητική συλλογή της Καλογεροπούλου, αλλά περισσότερο δεμένο πλέον στη γλώσσα, που το αποκαλύπτει με μεγαλύτερη σαφήνεια. Ο καθρεφτικός άλλος στέκεται εκεί άλλοτε αδιάφορος, άλλοτε κατακερματιστικός και καταβροχθιστικός, άλλοτε παγωμένος και απών: νήματα είναι τα σώματα, είπε,/να τα υφάνεις περιμένουν (…) Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη/ ανύποπτη/ήσυχα πλέει προς την κοιλιά του κήτους/τροφή για ψάρια /δίχως κουπί δίχως σκαρί /ταξιδεύει (…) Άρρωστος από μίσος/πιο νεκρός κι από νεκρό /αυτός που στο μάτι του ζώου/ θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα (…)


Η ρευστότητα και η ανυπαρξία ενός υποκειμένου που γλιστρά μες στο κενό δίνεται με υπερρεαλιστικές εικόνες όπως, για παράδειγμα, με τα σημαίνοντα του χιονιού, του χαρτιού, του νερού. Άνθρωποι από χιόνι, νερό και χαρτί. Η Καλογεροπούλου κατασκευάζει ένα σύμπαν μετωνυμιών με καινούργια ποιητικά υλικά, όπως για παράδειγμα, με αυτό του νερού (άνθρωπος από νερό και εν συνεχεία ξεδίψασε άραγε ποτέ; και τα νερά θυμούνται: ταύτιση του περιεχομένου με το περιέχον), τα οποία επανανοηματοδοτεί για να ολοκληρώσει την κατασκευή της. Το σώμα αιωρείται, κινείται, ευνουχίζεται. Η μη ύπαρξη και η κραυγή της γίνεται αντιληπτή διά μέσου της απουσίας, διάλυσης, αποσύνθεσης της ύλης, αόρατης από τον άλλον στον τρισδιάστατο χώρο:

Σώμα (Σoma) από χώμα (…) χώμα μου η γη /εγώ από νερό είμαι (…) Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται∙/ Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν (…)

Ξανασυναντούμε επίσης το σημαίνον του βλέμματος, αλλά αυτήν τη φορά σε σχέση με τον υποκειμενικό, άχρονο χρόνο του ποιητικού υποκειμένου. Το βλέμμα ως διττή διαδρομή, προς τα έξω (ως καταβροχθιστικό ή σχεδόν τυφλό, μιλά για δύο είδη θανάτου: του φαντασιακού σωματικού και του ψυχικού σε σχέση με τη διαταραγμένη καθρεφτική σχέση) και προς τα έσω, ως επιστροφή στο χώρο της σιωπής και του κενού για την αναζήτηση μιας νέας αυθεντικής ταυτότητας: ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή/ και το τυφλώνει (…) σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή /φάνηκε στο μυωπικό του μάτι /όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν τι μένει; (…) κι ύστερα κόβει, κόβει, κόβει μάτια, κι έλα να παίξουμε, μου λέει (…)Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω (…) Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει (…) Επιπλέον, το βλέμμα λειτουργεί ως παρατηρητής της ανυπαρξίας χρόνου, ενός χρόνου όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον είναι ενιαία. Η Φυσική και η τέταρτη διάσταση σε συνδυασμό με τον υπαρξισμό είναι παρούσες στην ποιητική συλλογή, υπενθυμίζοντάς μας και το γνωσιολογικό υπόβαθρο της Καλογεροπούλου. Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα παπούτσια (…) Η κυριαρχία του άδειου/του ακίνητου στο χρόνο∙/το ανίκητο του χρόνου/τα μάτια είναι (…)

.

.

Η μυθολογία, τέλος, και δη η ορφική διδασκαλία με τη γέννηση του Έρωτα όχι μόνον από το Κοσμικό Αυγό μέσα στο χάος αλλά και με την αρχαιοελληνική δοξασία που θέλει τον Έρωτα πηγή φωτός και γενεσιουργό αιτία του σύμπαντος έχουν ιδιαίτερο ρόλο στην εναλλαγή φωτός και σκοταδιού. Σε αυτό, άλλωστε, το παιχνίδι εμπλέκεται και η ποιητική λειτουργία ως προσπάθεια εγγραφής του ποιητικού υποκειμένου στο χώρο, ως συμβολική κίνηση επανεύρευσης της απολεσθείσης αγάπης αλλά και του ίδιου ταυτισμένου πλέον με τη γλώσσα: κι έρχονται στο δωμάτιο/ νύχτα /παράφορες φράσεις σμίγοντας/ στα σκοτεινά, του τύπου: Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί/χαμογελούν (…) κι όλες οι λέξεις θραύσματα και ύλη/ μαγικοί λαβύρινθοι που κρύβονται στα πλήκτρα/μακρινοί απόγονοι μιας ανεξάντλητης κραυγής (…) Σήμερα είμαι μόνο/ λέξεις και τριαντάφυλλα για σένα.

.

προτείνουμε

.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι το ενδιαφέρον της συλλογής δεν εστιάζεται αποκλειστικά και μόνον στην κοσμοθεωρία και στον τρόπο καταγραφής της από την Καλογεροπούλου, αλλά και στη « θέση» από την οποία γράφει η ποιήτρια, μετουσιώνοντας την πραγματικότητα με τον πολύ προσωπικό και αναγνωρίσιμο τρόπο της.

Σημείωση: Η έκδοση είναι δίγλωσση. Η μετάφραση στην αγγλική οφείλεται στη γνώση και στην ευαισθησία του Γιάννη Γκούμα.

.

.

Πίνακες: Francis Giacco

.

.