RSS

Monthly Archives: May 2015

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα

.

.

Φτερούγα του ωκεανού ήταν η μπόρα
που σκούντησε στην καμινάδα κι έσπασε
πρώτη νύχτα του φθινόπωρου

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014

Artwork: Rafel Olbinski

 

Χρήστος Υφαντής, Σιωπές

.

.

Γλαφυρές συμπυκνώσεις λόγου στο επέκεινα των λέξεων.
Εκεί στα ριζά του συνειδότος, κάτω απ’ του νου τον ορυμαγδό,
όπου χωρίς αναγωγές αφουγκράζεσαι της καρδιάς τον βαθύτερο χτύπο!
Εκεί που αντικρίζεις τον εαυτό σου στον άλλον!

(…)

Πίνακας: Nicolas de Stael

.

.

 

Μαρία Τσολιά, Kάθαρση

.

.

Άδει δυσνόητα
η Κορυφαία του Χορού
τον τραγικό,
που κάποιοι ονόμασαν χειμώνα,
να γητεύσει
γητεμένη.


Ό,τι με πρόδωσε
είχε πάντα
το όνομά μου.


Αγάπη
από μηχανής
στο πρόσωπό σου
-ύστατη πεθυμιά-
αφήνω φευγαλέο χάδι.


Κι αν είμαι εδώ
δεν θα ξανάρθω.


Κάθαρση.

Πίνακας: Dana Levin

.

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Δημόσιος κατήγορος

.

εισβολή Δημόσιου Κατήγορου
επεχείρησε ο ήλιος στο δωμάτιο
13:34 μεσημέρι
την ώρα ακριβώς
που οι ένορκοι
απέδιδαν την ποινή στις σκέψεις:
ύπνος όπως θάνατος


η δίκη άρχιζε εκ νέου

Ασημίνα Λαμπράκου, από τη συλλογή Οι απέναντι, Αθήνα 2012

Πίνακας: Joe Bradney

Πίνακας: Andre Martins de Barros

 

 

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα

.

.

Καθόταν στο πεζούλι η θεια Βασίλω
σα στάμνα γιομάτη σκοτάδι∙ και το σκοτάδι
εφτά αστροπέλεκες το σκίζαν.

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014

Φώτο: Sarah Moon

 

Χένρυ Μίλλερ, Τροπικός του Αιγόκερω

 Oι άνθρωποι πιστεύουν ότι το κενό σημαίνει ανυπαρξία. Αλλά δεν είναι έτσι. Συνήθως σκεφτόμαστε ότι το κενό είναι τίποτα. Είναι ψέμα. Το κενό είναι μια άτακτη πληρότητα, ένας κόσμος πυκνοκατοικημένος από φαντάσματα, όπου η ψυχή περιπλανιέται ψαχουλεύοντας. Θυμάμαι τον εαυτό μου παιδί, να στέκεται σ’ αυτό το άδειο γήπεδο, όπως μια κατ’ εξοχή ζωντανή ψυχή, που θα παρέμενε γυμνή σ’ ένα ζευγάρι παπούτσια. Μου ’χαν κλέψει το σώμα, που ειδικά δεν είχα τι να κάνω μ’ αυτό. Τότε μπορούσα να υπάρχω με ή χωρίς σώμα. Αν σκότωνα ένα μικρό πουλί, κι αφού το έψηνα πάνω στη φωτιά και το ’τρωγα, δεν το ’κανα γιατί πεινούσα, αλλά μόνο γιατί ήθελα να μάθω για τους κατοίκους του Τιμπακτού και της Γης του Πυρός. Ήμουν υποχρεωμένος να στέκομαι στο άδειο αυτό γήπεδο και να τρώω πεθαμένα πουλιά, για να κεντήσω την επιθυμία γι’ αυτήν τη φωτεινή χώρα, όπου θα ζούσα μόνος αργότερα και θα την επροίκιζα με τη νοσταλγία μου. Απ’ αυτό το μέρος περίμενα πράγματα τελειωτικά. Δεν είχα όμως παρά οικτρές απογοητεύσεις. Προχώρησα ίσαμ’ εκεί που μπορεί κανένας να πάει στο πεδίο της πιο ολοκληρωμένης θανάσιμης αδράνειας και μετά, ακολουθώντας ορισμένο νόμο, που θα ’πρεπε να ’ναι ο νόμος της δημιουργίας, όπως φαντάζομαι, πήρα ξαφνικά φωτιά κι άρχισα να ζω ανεξάντλητα, ίδια όπως ένα άστρο που το φως του είναι άσβεστο.

Εδώ άρχισα αυτές τις πραγματικά κανιβαλικές επιδρομές, που ’χουν τόση μεγάλη σημασία για μένα. Όχι πια νεκρά μικροπούλια ψημένα στη φωτιά, αλλά ζωντανό ανθρώπινο κρέας, τρυφερή νόστιμη ανθρώπινη σάρκα, μυστήρια όμοια μ’ ολόφρεσκα συκώτια που να στάζουν αίμα, εξομολογήσεις όμοιες με πρησμένους όγκους, που ’χουν διατηρηθεί μέσα στον πάγο. Έμαθα να μην περιμένω το θύμα μου να πεθάνει, αλλά να το κατατρώγω με γερές δαγκωματιές, την ώρα ακόμα που μιλούσε. Όταν σηκωνόμουν συχνά, από το μισοτελειωμένο γεύμα, ανακάλυπτα ότι τότε δεν επρόκειτο παρά για έναν παλιό μου φίλο, που τον είχα αφήσει μ’ ένα πόδι ή μ’ ένα χέρι λιγότερο. Μερικές φορές τον άφηνα να κείτεται εκεί – κι ήταν τότε ένας ακρωτηριασμένος κορμός γεμάτος βρόμικα έντερα.

Μια και ήμουν άνθρωπος της πόλης, της μοναδικής πόλης του κόσμου, γιατί δεν υπάρχει σ’ όλον τον κόσμο μέρος σαν το Μπροντγουαίη, συνήθιζα να περπατώ πάνω κάτω, κοιτάζοντας τα κατάφωτα χοιρομέρια και τις άλλες λιχουδιές. Ήμουν ολότελα σχιζοφρενής. Ζούσα αποκλειστικά στο γερούνδιο, που το καταλάβαινα μονάχα στα λατινικά. Προτού να ’χω ακούσει να μιλάνε γι’ αυτή στο Μαύρο Βιβλίο, συγκατοικούσα κιόλας με τη Χίλντα, γιγάντιο υπερσάρκωμα των ονείρων μου. Πέρασα μαζί της όλες τις μοργανατικές αρρώστιες, κι ακόμα μερικές που ήταν ex cathedra. Είχαμε για κατοικία το κουφάρι των ενστίκτων και για τροφή τις γαγλιανές μνήμες. Δεν υπήρξε ποτέ ζήτημα για ένα σύμπαν αλλά για εκατομμύρια και δισεκατομμύρια, που συνενωμένα δεν ήταν μεγαλύτερα απ’ το κεφάλι μιας καρφίτσας. Ήταν ένας φυτικός ύπνος στις έρημες μοναξιές του μυαλού. Ήταν το παρελθόν, που μοναχό του αγκαλιάζει την αιωνιότητα.

Ανάμεσα στη χλωρίδα και την πανίδα των ονείρων μου, μακρινές φωνές με καλούσαν, που τις έφερναν παραμορφωμένα κι επιληπτικά όντα. Κάποτε τύχαινε να μ’ επισκεφτεί ο Χανς Κάστορς. Μαζί του διαπράτταμε αθώα εγκλήματα. Αν πάλι τύχαινε να ’ναι μια λαμπρή παγωμένη μέρα, έκανα ένα γύρο στον ποδηλατόδρομο καβάλα στο ποδήλατό μου. Όμως το πιο διασκεδαστικό ήταν ο μακάβριος χορός. Αφού πλενόμουν ολόκληρος στο νεροχύτη, άλλαζα τα εσώρουχά μου, ξυριζόμουν, πουδραριζόμουν, χτενιζόμουν κι έβαζα τα σκαρπίνια του χορού. Νιώθοντας αφύσικα ελαφρός μέσα κι έξω, στριφογύριζα γι’ αρκετή ώρα ανάμεσα στο πλήθος, ώσπου ν’ αποκτήσω τον κατάλληλο ανθρώπινο ρυθμό του βάρους και της ύπαρξης της σάρκας. Ύστερα ορμούσα κατευθείαν όπως η μέλισσα στην πίστα, άρπαζα μια καμπούρα μεθυσμένης σάρκας κι άρχιζα τη φθινοπωρινή πιρουέτα. Έτσι, τρύπωσα μια νύχτα σ’ ένα κέντρο, που το διατηρούσε ένας μαλλιαρός Έλληνας , και κουτούλησα πάνω της. Ήταν μελανιασμένη, άσπρη σαν κιμωλία, χωρίς ηλικία. Δεν ήταν μονάχα ή αδιάκοπη παλινδρομική κίνηση, αλλά ο ατέλειωτος καταρράχτης, ο αισθησιασμός της εσωτερικής ανησυχία. Αιθέρια αλλά και με κάποιο απλουστικό βάρος, είχε το μαρμαρένιο βλέμμα του θαμμένου στη λάβα φούρνου. Έφτασε η ώρα σκέφτηκα να ξανάρθω, χωρίς να βιάζομαι, από την περιφέρεια.

Κινήθηκα για να ξαναφτάσω στο κέντρο. Μάταια. Το έδαφος έφευγε κάτω απ’ τα πόδια μου. Κάτω απ’ τα έκπληκτα πατήματά μου η γη γλιστρούσε αστραπιαία. Απομακρυνόμουν ξανά από τη γήινη ζώνη και να που τα χέρια μου γιόμισαν από λουλούδινα μετέωρα. Άπλωσα κατά τη μεριά της τα δυο πύρινα χέρια μου, αλλά μου γλιστρούσε πιο γρήγορα κι από την άμμο. Θυμήθηκα τους ευνοούμενους εφιάλτες μου, αλλά δεν έμοιαζε με τίποτα μ’ όσα μου ’χαν κοστίσει τόσον ιδρώτα κι άναρθρες κουβέντες. Συνεπαρμένος απ’ την έκσταση άρχισα να χοροπηδάω και να χλιμιντρίζω. Αγόρασα βατράχους και τους ζευγάρωσα με φρύνους. Σκέφτηκα να κάνω το ευκολότερο πράγμα, δηλαδή να πεθάνω, αλλά δεν έκανα τίποτα. Στάθηκα ακίνητος και προσπαθούσα να πετρώσω τ’ άκρα μου. Ήταν μια τόσο θαυμάσια, τόσο θεραπευτική, τόσο υπέροχα αισθητική περιπέτεια, που άρχισα να κλαίω μ’ όλη μου την καρδιά σαν μια ύαινα που βρίσκεται σε οργασμό.

.

.

Ίσως να μετατρεπόμουν σ’ ένα λουλούδι της άμμου; Περίμενα ακίνητος. Ήρθε η άνοιξη, κι έπειτα το φθινόπωρο, ο χειμώνας. Ανανέωσα αυτόματα την ασφάλειά μου. Έτρωγα χορτάρι και ρίζες φυλλοβόλων δέντρων. Περνούσα ολόκληρες μέρες βλέποντας το ίδιο φιλμ. Πότε-πότε έπλενα τα δόντια μου. Αν με πυροβολούσες μ’ ένα αυτόματο, οι σφαίρες με ξύριζαν, εξοστρακίζονταν αυτόματα κατά τον τοίχο, κάνοντας έναν αστείο θόρυβο. Κάποτε ένας δολοφόνος με σταμάτησε σε κάποιο σκοτεινό δρόμο. Ένιωσα το μαχαίρι να με διατρυπά. Ήταν σαν να έκανα μπάνιο μέσα σε καρφιά. Κι όσο κι αν φανεί παράξενο, το μαχαίρι δεν άφησε τρίχες στο πετσί μου. Η εμπειρία αυτή ήταν τόσο καινούργια για μένα, που, όταν γύρισα σπίτι μου, κάρφωσα μαχαίρια σ’ όλο μου το σώμα. Καινούργια μπάνια μέσα σε καρφιά. Κάθισα, ξεκάρφωσα όλα τα μαχαίρια κι έμεινα πάλι κατάπληκτος: το παραμικρό ίχνος αίματος, η παραμικρή πληγή, ο παραμικρός πόνος. Ήμουν έτοιμος να δαγκώσω το χέρι μου, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν μια υπεραστική πρόσκληση. Δεν έμαθα ποτέ ποιος με καλούσε σ’ αυτά τα τηλεφωνήματα, γιατί κανένας ποτέ δεν ερχόταν στο ακουστικό. Πάντως ο χορός του σκελετού…

Χένρυ Μίλλερ, Τροπικός του Αιγόκερω, σελ. 255-258, μτφρ.: Bαγγέλης Κατσάνης, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1995

.

Πίνακες: Eduardo Naranjo

.

.

 

Ευσταθία Ματζαρίδου, Ένας κόμπος όλα

Η μάνα μου συνεχίζει να μπαινοβγαίνει, να τινάζει, να αερίζει· ο φρέσκος παγωμένος αέρας πρέπει να εισχωρήσει παντού, κάτω απ’ τα κρεβάτια, στις γωνίες, στις κλειστές ντουλάπες, στα μπαούλα από τις χαραμάδες, να παγώσει κάθε ίχνος ύποπτου μικροβίου, μικροβίου φορέα αρρώστιας, μικροβίου θανατηφόρου, κι έτσι να τους προφυλάξει απ’ το θάνατο, και μετά ακολουθούν οι απολυμάνσεις, αν δεν παγώσουν απ’ τον παγωμένο αέρα, θα πάνε σίγουρα απ’ τα απορρυπαντικά και τις χλωρίνες, και μετά το πλύσιμο, αυτό, σκέφτομαι, γίνεται κάθε μέρα, είναι για τη μάνα μου αγώνας για την επιβίωσή τους, ο φρέσκος παγωμένος αέρας, τα απορρυπαντικά και οι χλωρίνες τούς κρατούν στη ζωή, σ’ αυτά οφείλουν τη μέχρι τώρα ύπαρξή τους, όπου επικρατούν αυτά υπάρχει ζωή, αλλιώς αρρώστια και θάνατος, και η χοληστερίνη μόνο της την έφερε, σκέφτομαι, που δεν είναι αρρώστια των μικροβίων, αν ήταν μια τέτοια, η μάνα μου, σκέφτομαι, θα του έκανε κάθε μέρα εσωτερικές πλύσεις και κλύσματα και πλύσιμο των δοντιών μόνο με χλωρίνη. Η μυρωδιά του φρέσκου παγωμένου αέρα κυριαρχεί παντού, και η μοναδική μου απόλαυση σ’ αυτό το σπίτι, η απόλαυση της μυρωδιάς του φρεσκοβρασμένου γάλατος, δεν προλαβαίνει να κρατήσει, αν το γάλα βραστεί πριν, την εξαφανίζει αμέσως, εισβάλλει βίαια και τη λεηλατεί, αν πάλι ο παγωμένος αέρας έχει εισβάλει, δεν μπορεί μέχρι το επόμενο πρωινό να επικρατήσει καμιά άλλη μυρωδιά, η μυρωδιά του φρέσκου παγωμένου αέρα έχει απλώσει παντού ένα ατμοσφαιρικό στρώμα που απορροφά τα πάντα.

Γι’ αυτό και τον μισώ τον φρέσκο παγωμένο αέρα, γιατί μου στερεί και τη μοναδική απόλαυση σ’ αυτό το σπίτι και κάνει τα πάντα άοσμα στο πέρασμά του, και η μάνα μου, που εκτίθεται με τις ώρες στον φρέσκο παγωμένο αέρα, έχει καταντήσει άοσμη, σκέφτομαι, ενώ, όπως κι από μικρό παιδί θυμάμαι, οι άλλες μάνες μύριζαν κάτι, μύριζαν οι ανάσες τους γλυκές, δροσερές, μύριζε ο ιδρώτας τους ξινίλα, τα μαλλιά τους λουσίματα, λακ, η μάνα μου ήταν το άοσμο, το στεγνό, το τίποτα, η μυρωδιά του τίποτα, αυτή δεν υπάρχει πουθενά, δεν την ξέρει κανένας, είναι η μυρωδιά της μάνας μου. Αυτή η μυρωδιά τής απέμεινε στο κορμί, έπειτα από εκθέσεις ετών στον φρέσκο παγωμένο αέρα, έπειτα από χιλιάδες πλυσίματα, τόνους απορρυπαντικών και χλωρίνης. O αδελφός μου μυρίζει, σκέφτομαι, ναι, αυτός μυρίζει, μυρίζει λίπος, κι από μικρός, νομίζω, λίπος μύριζε, όχι τσιγαρισμένο λίπος, λίπος φρέσκο, αυτό το λίπος που υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα στο κρέας, το λίπος που ξεχωρίζαμε όταν σφάζαμε το γουρούνι, αυτό το λίπος, και αναρωτιέμαι πώς αυτό το λίπος, η μυρωδιά αυτού του λίπους μπορεί και αντιστέκεται σ’ αυτή τη λεηλασία του φρέσκου παγωμένου αέρα και των απορρυπαντικών και της χλωρίνης. Τώρα που το σκέφτομαι, είναι η μοναδική μυρωδιά αντοχής.


Η άοσμη μάνα μου καθαρίζει καρύδια, κάνει γλυκά, κάνει φαγητά, τα πηγαίνει στους συγγενείς, τα πηγαίνει στους γείτονες και παίρνει άλλα από αυτούς. Oι γιορτές υπαγορεύουν αυτή την κινητικότητα φαγητών και γλυκών, είναι ένα είδος διαγωνισμού των νοικοκυρών, σ’ αυτόν το διαγωνισμό η μάνα μου δε μ’ αφήνει ποτέ να πάρω μέρος, είτε για να μην την εκθέσω, σκέφτομαι, με την πλήρη ανικανότητά μου και καταλάβω την τελευταία θέση, είτε για να μην την υπερβώ και πάρω το έπαθλο. Έπαψε πια κι αυτό να με απασχολεί, αφού οι χιλιάδες σκέψεις, τόσα Χριστούγεννα, μου έφαγαν χιλιάδες κύτταρα. Κι ύστερα έρχεται απ’ τους συγγενείς κι απ’ τους γείτονες, φέρνει σιροπιαστά, φέρνει κουραμπιέδες και μου λέει, αυτά τα σαραγλάκια τα έκανε η ξαδέρφη σου, τους κουραμπιέδες η κόρη της Ζήνας και όχι η θεία μου, ούτε η φίλη της, αλλά οι κόρες τους, κι αυτά τα σαραγλάκια κι οι κουραμπιέδες, που τα έκαναν οι άλλες κι όχι εγώ, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ανικανότητάς μου, που δεν μπορεί ούτε να εξαγοραστεί ούτε και να αποσιωπηθεί, όσες μηνιαίες επιταγές κι αν της στέλνω, αυτή μου η ανικανότητα των σιροπιαστών και εν γένει των χριστουγεννιάτικων λιχουδιών τα Χριστούγεννα, των πασχαλινών το Πάσχα και ούτω καθεξής επισύρει απ’ την πλευρά της μάνας μου προς εμένα την πλήρη περιφρόνηση.

.

.

.

.


Καθόμαστε στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι με πρόσωπα αγέλαστα, βαριά από λίπος, από έγνοιες, από σκέψεις, με χείλη σφιχτά, χείλη που ανοίγουν μόνο για φαγητό, για κουβέντες απαραίτητες, κουβέντες που σε διαπερνούν σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Έτσι κατεβαίνουν τα φαγητά σ’ αυτά τα τραπέζια, όχι από ή με ευφορία ψυχής, από ανάγκη, από λαιμαργία, από υποχρέωση, από συνήθεια· στο δικό μου σπίτι, σκέφτομαι, ή όπου αλλού τρώω, το φαγητό μού κατεβαίνει με πολλή όρεξη, εδώ, κάτω απ’ αυτά τα βλέμματα, που κάθε κοίταγμα ισοδυναμεί με μομφή, η κάθε λιχουδιά πηγαίνει μολύβι στο στόμα και μολύβι κατεβαίνει στο στομάχι και σαν μολύβι την επεξεργάζονται τα υπόλοιπα όργανα και σαν μολύβι την αποπέμπουν απ’ το σώμα, κι αυτή η αποπομπή του μολυβιού απ’ το σώμα μου είναι που εντέλει με σώζει. Αλλά, αν έμενα για πάντα, σκέφτομαι, σ’ αυτό το σπίτι και κατέβαζα πάντα το φαγητό μολύβι, θα μ’ εγκατέλειπαν ένα ένα όλα μου τα όργανα, γιατί στο τέλος τέλος δεν είναι απ’ τη φύση τους προορισμένα να επεξεργάζονται μολύβι. Ευτυχώς που πρόλαβα κι έφυγα και περιέσωσα έτσι και τα όργανά μου, σκέφτομαι, γιατί εδώ η ύπαρξή μου δε θα άντεχε, αυτό το συνεχές στήσιμο στην ηλεκτρική καρέκλα, αυτές οι λέξεις που βγαίνουν απ’ το στόμα μόνο για να θυμίσουν παραλείψεις και να τονίσουν ανικανότητες και να πονέσουν μ’ ένα σφυροκόπημα σαν του σιδερά που χτυπά το σίδερο με δύναμη για να το λυγίσει. Έτσι κι εδώ ο ένας προσπαθεί να λυγίσει τον άλλο, όπως τα παιδιά που ενώνουν τις παλάμες τους και προσπαθούν να γείρει ο ένας το χέρι του άλλου, αυτό ήταν πάντα το οικογενειακό μας σπορ, σκέφτομαι, η μάνα μου με τον αδελφό μου, ο αδελφός μου μ’ εμένα, εγώ με τη μάνα μου, κι ο γύρος συνεχίζεται αδιάκοπα.

Τα πρώτα χρόνια έσφιγγα τα δόντια και προσπαθούσα μάταια να κερδίσω κάποιο γύρο, ώσπου τα εγκατέλειψα κι άφηνα τους άλλους να μου λυγίζουν αμέσως το χέρι ή, μάλλον, όταν έφτανε η σειρά μου και μόλις μου άγγιζε ο άλλος το χέρι, το άφηνα να πέσει, έτσι απέφευγα και τον πόνο και εξοικονομούσα δυνάμεις από την προσπάθεια, κι αυτό νομίζω ήταν κάτι που βοήθησε πολύ στην επιβίωσή μου. Σε μια τέτοια οικογένεια η εξοικονόμηση δυνάμεων συνέβαλε στην επιβίωσή μου τα μέγιστα. Και σ’ αυτό τον αγώνα λυγίσματος του καρπού, όπου με την εκούσια ήδη εγκατάλειψη έχανε ο αντίπαλος σιγά σιγά το ενδιαφέρον του, ο αδελφός μου έχασε με τα χρόνια το ενδιαφέρον του για μένα, είναι αδύνατον να καβγαδίσει κανείς πια μαζί του, δε φαίνεται να έχει το πάθος ή το ενδιαφέρον ή την αγάπη που χρειάζεται για να τροφοδοτήσει έναν καβγά. Είναι σιωπηλός, ήρεμος και δεν παραπονιέται για τίποτα, ούτε ζητάει τίποτα, και συμπεριφερόμαστε επιφυλακτικά, σε πλήρη αντίθεση με τον τρόπο που συμπεριφερόμασταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, φλεγόμασταν από μίσος και ταπείνωση, τώρα μόνο με κοιτάει με τα πρησμένα γουρουνίσια μάτια του και δε μου απευθύνει το λόγο, δε με ρωτά, μόνο αν τον προκαλέσω, που δεν τον προκαλώ, αν τον νοιαστώ, που δεν τον νοιάζομαι, τον νοιάζομαι και τον προκαλώ μόνο μέσω της μάνας μου· η μάνα μου αποτελεί ένα είδος σκουριασμένου τηλεφώνου ανάμεσά μας. Λέω εγώ ότι τον παχαίνει σαν γουρούνι για σφάξιμο.

Του λέει αυτή, είπε η αδελφή σου να προσέχεις τη διατροφή σου, γιατί τόσες και τόσες αρρώστιες μάς δημιουργεί το πολύ φαγητό. Λέει αυτός, τι κάνει τόσα χρόνια, δουλεύει δουλεύει κι ένα αυτοκίνητο δεν αγόρασε, δεν υπάρχει σήμερα άνθρωπος χωρίς αυτοκίνητο, απ’ την τσιγκουνιά της τα τραβάει όλα. Μου λέει η μάνα μου, όλοι πήραν ένα αυτοκίνητο, πάρε κι εσύ ένα, έστω μεταχειρισμένο, για να εξυπηρετείσαι, να μπορείς να κάνεις εκδρομές, να μην κουβαλάς από δω κι από κει βαλίτσες, μέχρι κι ο αδελφός σου μου το είπε, κι αυτός σε σκέφτεται, μην κοιτάς που δε σου μιλάει, είναι πολύ ευαίσθητος, σε πονάει, και στα καφενεία του πετάει ο ένας κι ο άλλος, τι έγινε, ρε, αυτή τη φορά το ’φερε η αδελφή σου το αυτοκίνητο, ό,τι και να περάσατε, όσο και να μαλώσατε, αδέλφια είστε, το αίμα νερό δε γίνεται, και σε πονάει και τον πονάς, αυτός θα τρέξει κι εσύ θα τρέξεις, ό,τι και να συμβεί. […]

Lori Nelson

Lori Nelson

Ψάχνω για κλινική, όχι μόνη μου, δεν το αντέχω μόνη μου, όλες συνοδεύονται, από άντρες, από μάνες, από πεθερές και συγγενολόγια, έτσι πάνε στους γιατρούς, έτσι στις κλινικές, έτσι και στα μαγαζιά για τα μωρουδιακά, κι αυτό κάνει τις φουσκωμένες τους κοιλιές να φουσκώνουν κι άλλο τόσο, έτσι εξηγείται, σκέφτομαι, που η δικιά μου κοιλιά είναι η λιγότερο φουσκωμένη και που εξαπλώνεται εσωτερικά και πλαγίως, είναι που το υδροκέφαλό μου τα κατάλαβε όλα και αποφάσισε να κάνει την παρουσία του όσο γίνεται πιο διακριτική.
Είμαι με την Α., μπαίνω μέσα και μου έρχεται αδιαθεσία, στην υποδοχή συννεφάκια και μέσα τους ένας πελαργός που κρατάει στο ράμφος του ένα αφράτο μωρό, όλα θα τα κανονίσω εγώ, μου λέει, εσύ δε θα καταλάβεις τίποτα, θα σ’ το φέρω και θα σ’ το αποθέσω στην αγκαλιά σου, κι αμέσως σκέφτομαι τους πελαργούς που στήνονταν κάθε καλοκαίρι στους στύλους της ΔΕΗ και τους έβλεπα από το παράθυρο, όπου καθόμουν και διάβαζα, να φτιάχνουν τη φωλιά τους ή να την επισκευάζουν, αν είχε υποστεί ζημιές κατά το διάστημα της αποδημίας τους, και μετά γεννούσαν κι έβγαιναν τα μικρά τους και πηγαινοέρχονταν με σκουλήκια, μέχρι να τα δυναμώσουν, και ξαφνικά μια μέρα τους έχανα, είχαν αποδημήσει.

Και τώρα, αντί να χαρώ για τη συνάντησή μας έπειτα από τόσα χρόνια, μου θύμισαν τη μάνα μου και το κυνηγητό της τα καλοκαίρια από δωμάτιο σε δωμάτιο, για να μη διαβάζω αλλά να είμαι σε ετοιμότητα, μήπως με καλέσει σε καμιά δουλειά, που δε με καλούσε, γιατί οι καλοκαιρινές δουλειές ήταν κυρίως στα χωράφια κι όχι στο σπίτι, αλλά επειδή με έβλεπε να ευχαριστιέμαι διαβάζοντας, ήθελε να μου πάρει την ευχαρίστηση, και τώρα, σκέφτομαι, δεν μπορώ να χαίρομαι και να ευχαριστιέμαι την εγκυμοσύνη μου και την επικείμενη γέννα μου και τους πελαργούς και τα συννεφάκια, γιατί θ’ αρχίσει πάλι το κυνηγητό μου απ’ τη μάνα μου.
Η αίθουσα τοκετού μυρίζει φαρμακίλα, είναι κάτι μεταξύ χειρουργείου και αίθουσας βασανιστηρίων, ίσως να τα προκαλεί, λέω, όλα ο φόβος μου, ότι αφού κάνω κάτι κόντρα στη μάνα μου, πρέπει να τιμωρηθώ για το παραστράτημά μου. Γιατρός και μαίες εδώ είναι πλασιέ που πουλούν το προϊόν τους, τις ικανότητές τους, σ’ αυτούς ο τοκετός είναι ο πιο εύκολος κι ο πιο ανώδυνος, και το βρέφος έχει την καλύτερη φροντίδα, και επισκέψεις μπορούμε να έχουμε όλο το εικοσιτετράωρο, και το βράδυ οι πατεράδες, αν το επιθυμούν, μπορούν να κρατούν συντροφιά στις μητέρες και στα βρέφη τους, κι εύχομαι να μη βρεθώ στο ίδιο δωμάτιο με κάποιο φανατικό πατέρα που δε θα εγκαταλείπει παιδί και σύζυγο… και οι κίνδυνοι στην κλινική τους είναι ελάχιστοι, στατιστικά οι κίνδυνοι να πάει κάτι στραβά είναι ελάχιστοι, και θέλω να ρωτήσω τι εννοούν, αλλά δεν το κάνω, δεν τολμώ να το κάνω και περιμένω να το κάνουν οι άλλοι, όλοι εκείνοι οι σύζυγοι που κάνουν ερωτήσεις για το πρωινό και για το βραδινό και τι ώρα θα το παίρνουν και τι θα περιλαμβάνει, και δεν έχουν καμιά απορία για τους κινδύνους, σαν να είναι όλοι ενημερωμένοι και να παρακολούθησαν σεμινάρια κινδύνων τοκετού και τα ξέρουν όλα κι εγώ έχω χάσει αυτή την ενημέρωση και δε ρωτώ, δεν τολμώ να ρωτήσω, για να μη φανεί το μέγεθος της άγνοιάς μου.

.

.

O θάλαμος των μωρών ένας θάλαμος στρατοπέδου, με άπειρα μικροσκοπικά κρεβάτια, πιέζω την κοιλιά μου πάνω στις διαφανείς κοιτίδες και προσπαθώ να συνδέσω τα ορατά βρέφη με το μυστήριο μέσα μου, ζωντανά χεράκια και ποδαράκια που κουνιούνται, ανθρώπινες μινιατούρες, ένα εκκολαπτήριο ανθρώπινης ζωής, από τέτοιους θαλάμους βγαίνουν στρατιές ανθρώπων, και παρατηρώ τα ροζ και μπλε σωματάκια και σκέφτομαι ένα ροζ σωματάκι να φωλιάζει στο στήθος μου και με τα απαλά και στρουμπουλά του μέλη, μ’ όλη τη μωρουδίστικη δύναμή του, να σκαρφαλώνει πάνω μου, να τραβάει με τα μωρουδίστικα δάχτυλα τα μαλλιά μου που θα κολλάνε στην παλάμη του και μέρα με τη μέρα το φαλακρό του μωρουδίστικο κεφάλι να γεμίζει μπούκλες και τα μάγουλά του να κάνουν λακκάκια από το πάχος και να μεγαλώνει και να γιορτάζω τα γενέθλιά του κάθε χρόνο και μαζί και τα γενέθλια της μητρότητάς μου, και σκέφτομαι μεμιάς όλο το μέλλον μας και τις εκδρομές μας και τις διακοπές μας, κι όσο προχωρώ στις σκέψεις τόσο νιώθω να απειλούμαι, βελόνες μπήγονται στο κορμί μου, γίνομαι ένας πίνακας σκοποβολής, που οι σκέψεις-βελάκια με πετυχαίνουν και με κάνουν κόσκινο, τι θα έχω να του προσφέρω, όλοι οι φίλοι του και οι συμμαθητές του θα είναι οικογένειες ολόκληρες, δε θα μπορέσω ποτέ να τις συναγωνιστώ.
Κατεβαίνουμε τους έξι ορόφους με το ασανσέρ με την Α. και σε κάθε όροφο ανεβοκατεβαίνουν γιαγιάδες και παππούδες και σύζυγοι και παιδιά, με γλυκά και με λουλούδια και με φωνές και με γέλια, είναι μια κλινική της ζωής, σκέφτομαι, κι αυτό με θλίβει, τα γλυκά και τα λουλούδια με θλίβουν, αυτή η κλινική επιτείνει την ορφάνια μου, ορφανή πατρός και μητρός και συζύγου θα είμαι σ’ αυτή την κλινική, εγώ και το δικό μου βρέφος, που με το που θα γεννηθεί, θα το προικίσω με την ορφάνια μου, ενώ όλες οι άλλες μητέρες θα προικίσουν τα βρέφη τους με παππούδες και γιαγιάδες και μπαμπάδες και βουνά από δώρα και γλυκά και λουλούδια που τα βάζα του δωματίου δε θα φτάνουν και θα τα βάζουν στα ποτήρια και θα τα βγάζουν στους διαδρόμους και θα πάρουν, βγαίνοντας απ’ την κλινική, αγκαλιές από λουλούδια που θα γεμίσουν και τα σπίτια τους, και θα ζουν αυτά τα βρέφη για καιρό και για μια ζωή σ’ ένα λουλουδένιο σπίτι. Αυτά της λέω της Α. και μου λέει ότι τα γλυκά χοντραίνουν τις λεχώνες και δεν τις αφήνουν να χάσουν τα κιλά της εγκυμοσύνης τους και κακό κάνουν και στο βρέφος που θηλάζουν, και τα λουλούδια δυσχεραίνουν την αναπνοή τους, κι όταν περνούν οι μέρες τους στο βάζο, ξεραίνονται και γλιτσιάζουν και βρομούν, και θα είμαι τυχερή αν δε θα έχω πολλά απ’ αυτά, κι εγώ σκέφτομαι ότι θα ήθελα μια τέτοια ατυχία.

.

.

Lori Nelson

.

.

Στο σπίτι είμαι πάλι μόνη, βυθισμένη στον καναπέ, και τρώω με βουλιμία τα νύχια μου όσο πιο βαθιά μπορώ, κι αυτό το νυχοφάγωμα με κάνει και τα ξεχνώ όλα, όση ώρα τρώω το ένα μου νύχι απ’ τη μια του πλευρά ως την άλλη όσο πιο βαθιά μπορώ, μέχρι που το βάθος του να είναι τέτοιο, ώστε να μου προκαλεί πόνο ή να βγάζει έστω και ελάχιστη ποσότητα αίματος, τότε το εγκαταλείπω και πηγαίνω στο επόμενο και μετά στο επόμενο, κι αφού τελειώσω με όλα μου τα νύχια, επανέρχομαι με τη σειρά στο καθένα για να καθαρίσω με την ίδια επιμέλεια και τις παρανυχίδες, και σκέφτομαι πόσο αυτό το νυχοφάγωμα μου παίρνει όλα τα χρόνια το άγχος μου και τώρα το άγχος της ορφάνιας του παιδιού μου και το άγχος ότι οι άλλες τα έχουν μάθει όλα, ότι ξέρουν τους κινδύνους, ξέρουν πώς να ντύσουν τα βρέφη τους, να τα περιποιηθούν, έχουν κάνει σεμινάρια θηλασμού, σωματικής υγιεινής των βρεφών, σωματικής υγιεινής των ιδίων, σεμινάρια ανώδυνου τοκετού, σεμινάρια σύσφιξης μετά τον τοκετό, σεμινάρια εύκολης ζωής, θετικής ζωής, ζωής επιτυχημένης, κι εγώ τα έχασα όλα, γιατί μέρα και νύχτα εκτελώ εντολές για τη μάνα μου, ή διώκομαι από τη μάνα μου, από τα λόγια και τις σκέψεις και το παρελθόν μου μαζί της, και γι’ αυτό μένω πίσω σε αυτή την προετοιμασία, λόγω της μάνας μου, της καταδίωξης απ’ τη μάνα μου, το χρόνο που χάνω προσπαθώντας να κρυφτώ απ’ τον έλεγχό της και τις παρατηρήσεις της και τις φωνές της και την οργή της· η αναζήτηση σίγουρου μέρους να κρυφτώ είναι που με καθυστερεί σ’ όλα τα πράγματα και μέχρι να έχω κρυφτεί καλά και να είμαι σίγουρη για την κρυψώνα μου, τα έχουν προλάβει όλα οι άλλοι, κι εγώ έρχομαι μετά καθυστερημένη και αναρωτιέμαι πώς μπόρεσαν οι άλλοι και ήταν τόσο γρήγοροι, πώς οι άλλοι έχουν γεννηθεί τόσο γρήγοροι κι εγώ τόσο αργή, πώς οι άλλοι προλαβαίνουν τόσο πολλά και σε τόσο λίγο χρόνο κι εγώ, ενώ δεν τεμπελιάζω, δεν είμαι τεμπέλα, όπως διατείνεται η μάνα μου, εντούτοις δεν τους προλαβαίνω.[…]

Ευσταθία Ματζαρίδου, Ένας κόμπος όλα, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2011

Artwork: Nettie Edwards, Lori Nelson

.

.