RSS

Daily Archives: 04/06/2015

Ηλίας Μάρκος, Ερωτικό

.

Φωταγωγός που βλέπει στον παράδεισο η μέρα
κι ένα γραμμόφωνο με κόκκινο βελούδο η καρδιά
να την χαράζει με τραγούδια αγαπημένα η βελόνα
κι ο πόθος της να λάμπει ματωμένος στα σκαλιά.

Πίνακας: Jeremy Mann

.

.

 

Eλένη Αλεξίου, Οι επιθυμίες

.

.

Ξέμαθαν να περπατούν
Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές
Σέρνονται σαν χελώνες
Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι
Στο ξέφωτο ελπίζουν το Θαύμα


Πριν τη χειμερία νάρκη
Να ξαναγίνουνε λαγοί.

Ελένη Αλεξίου, Από τη συλλογή Ποιήματα που γράψαμε μαζί, Εκδόσεις Μελάνι 2015

Πίνακας: Francis Giacco

.

.

 

Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Έστεκε κάτω από το σκοτεινό παράθυρο, βλαστημώντας την αργά, με μελετημένη χυδαιότητα. Δεν κοιτούσε το παράθυρο. Στο ημίφως τούτο, που δεν ήταν ακόμα φέγγος της μέρας, έμοιαζε να χαϊδεύει το κορμί του, σαν να το παρατηρούσε πως γινόταν μεμιάς ράθυμο και λάγνο χάρη στα ψιθυριστά, βρόμικα προστυχόλογά του, που θαρρείς και τον νότιζαν ολόκληρον, όπως νοτίζουν το κουφάρι ενός πνιγμένου τα μαύρα, γεμάτα ακαθαρσίες νερά του λάκκου όπου κείτεται νεκρός. Άρχισε να χαϊδεύεται χώνοντας τα χοντρά χέρια του κάτω απ’ τα εσώρουχα και σέρνοντάς τα πάνω στην κοιλιά και το στήθος του. Το σώβρακό του βαστιόταν από ένα μοναδικό κουμπί, ψηλά στη μέση. Κάποτε τα ρούχα του είχαν όλα τους τα κουμπιά. Μια γυναίκα τού τα έραβε. Αυτό ήταν κάποτε, για κάποιο διάστημα. Μετά τα πράγματα άλλαξαν μέσα του κι έτρεχε να μαζέψει την πλύση του από το μπουγαδόσκοινο, προτού προλάβει εκείνη να την πάρει και ν’ αντικαταστήσει τα χαμένα κουμπιά. Κι άμα τον πρόφταινε καμιά φορά, καθόταν κι έσπαζε το κεφάλι του να θυμηθεί ποια ήταν τα κουμπιά που έλειπαν κι είχαν ξαναραφτεί. Τότε έβγαζε το σουγιά του και με την παγερή, προσεκτική σχολαστικότητα του χειρουργού, τα ξανάκοβε όλα από την αρχή.

Το δεξί του χέρι ανέβηκε γοργά κι ανάλαφρα, ίδια όπως η λεπίδα του σουγιά, ψηλά στο άνοιγμα του εσώρουχου. Άρπαξε το μοναδικό κουμπί και το έκοψε τραβώντας το δυνατά. Το αεράκι τον τύλιξε ολόκληρο, καθώς γλίστρησε το σώβρακο στους αστραγάλους του, θαρρείς και τον χάιδευε η ίδια η ανάσα της νυχτιάς, το παγερό στόμα του σκότους, η απαλή, παγερή του γλώσσα. Έκανε ένα βήμα μπροστά, κι ένιωσε τη νυχτιάτικη ατμόσφαιρα γύρω του να τον ζώνει σαν θαλασσινό νερό.

Faulkner, Φως τον Αύγουστο, σελ. 111, μτφρ.: Βικτωρία Τραπάλη, Εκδόσεις Εξάντας 1987

Φωτό: Logan Zillmer

.

.