RSS

Monthly Archives: August 2015

Κωστής Παπακόγκος, Νύχτα της Θεσσαλίας

.

Βασανισμένα κόκκαλα οι αγρότες
τσίπουρο πίνουν και φαρμάκια
οι ροζιασμένες τους καρδιές∙
σκληρότερες απ’ το υνί σκίζουν το χρόνο
όπως σε κέρματα ο ιδρώτας πέφτει
στο τρύπιο στήθος χάνεται.
Ώρες βαθειές
μ’ ένα αλεξίπτωτο η σιωπή
καθώς τα δέντρα
σηκώνανε τα χέρια ως την απελπισία.
Μάτια φεγγάρια ραγισμένα
ρίξαν φωτιά στους δρόμους
οι κοπέλλες διώχνουνε τ’ αναστεναγμού το σκοτεινό πουλί.

.

.


Και ’γω που καίω τις συμφορές στην πίπα μου
κοιτάζω
ρέμα γαλάζιο στους καπνούς
ψηλά ν’ ανηφορίζει
όπως ενώνονται οι καημοί σ’ ένα συλλαλητήριο
όπως πηγάζουν τα όνειρα
από τα βάθη του κορμιού και χύνονται προς τ’ άστρα.
Κοιτάζω
και στα μάτια μου ένα μαγνάδι ρίγος πέφτει ο ουρανός.
Κάτω από τα μαύρα χώματα κλώθει η σπορά το φως.

Κωστής Παπακόγκος, Νύχτα της Θεσσαλίας, σελ. 15 (Σταγόνες) από τη συλλογή Νότος (μ’ ένα γράμμα του Ν. Δ. Καρούζου), Αθήνα 1966, Όνειρος.

Πίνακας: Vincent Van Gogh

.

.

 

Μανόλης Ξεξάκης, Το τραγούδι της Ελένης

.

2. Θυμάσαι που χάθηκες απ’ το χιτώνα σου…
Στης νύχτας το μάτι που ήταν πανσέληνο
παράδωκες τη γύμνια σου.


Κορμί αλαβάστρινο στη ροή του φωτός
καταιγίδα που νυχτώθηκες σ’ άγνωστο τοπίο, μη φοβάσαι.


Έλα στη θήκη σου ακριβό βιολί
μην παίζεις σήμερα για κανένα.


3. Ήρθες πάλι κύματα-κύματα
με τη ζέστη φυτεμένη στα μόριά σου
και λύγισες τα δέντρα κι έφρυξες το χώμα
κι έστρωσες τη θάλασσα με θίνες
που οδεύουν κι ολοένα χάνονται
στο βάθος του ορίζοντα, αφρικανέ…


Ήρθες πάλι σήμερα και πήρες τη συνάντηση
με την Ελένη.

Μανόλης Ξεξάκης, απόσπασμα από Το τραγούδι της Ελένης, Πλόες ερωτικοί

Πηγή: Περί… γραφής

Πίνακας: Felix Mas

.

.

 

Δημήτρης Καλοκύρης, Η παραμικρή λεπτομέρεια

Όταν το Γενάρη του ’61 η πολιτική κατάσταση στο Κονγκό αγρίεψε, ανακατεύτηκαν Σοβιετικοί με Κινέζους και δολοφονήθηκε ο ηγέτης της ανεξαρτησίας Λουμούμπα, μ’ έστειλαν οι γονείς μου στην Αθήνα, εσωτερικό σε γαλλικό λύκειο που το διαχειρίζονταν ελληνόρυθμοι μαριανοί μοναχοί – κάτι φτωχά παιδιά φραγκολεβαντίνων από τις Κυκλάδες, που τα περιέθαλψε η καθολική εκκλησία, τους κρέμασε μπρούτζινα σταυρουδάκια στο λαιμό και τους μύησε στος ψυχοβόρους μύθους της.

Εκεί κατάλαβα πώς προήλθε η λαϊκή δοξασία ότι η παρουσία ιερέα στο πλοίο προμηνύει πάντοτε τρικυμία. Πήγαινα στην τελευταία τάξη όταν οι γονείς μου πνίγηκαν σε ναυάγιο ανοιχτά της Μήλου, μετακομίζοντας με όλη την κινητή περιουσία μας (και ένα αυτοκίνητο μάρκας Σιτροέν) για την Ελλάδα. Ο καπετάνιος λεγόταν Παπάς.

Στο εν λόγω γαλλόφωνο σχολείο φοιτούσαν νέοι από διάφορες χώρες. Εκεί γνώρισα τελειόφοιτο τον κατόπιν διαπρεπή Ολλανδό μουσικό Βαν Γκέλη, δύο Ιταλούς διδύμους που εξελίχτηκαν σε ιδιοκτήτες πολυκαταστήματος, ενώ θυμάμαι ακόμη τον Κωστάκη Α., ικανότατο στο βόλεϊ, περιζήτητο στις παρέες για το ευρηματικό χιούμορ του και σήμερα συνταξιούχο της Ε.Υ.Π. Δεν ξεχνώ ούτε τον Σπύρο Γ. από την Αταλάντη, που έγινε κατόπιν χημικός, ειδικεύτηκε στη φαρμακολογία και ασχολήθηκε με τα λεγόμενα Orphan Drugs, τα φάρμακα σπανίων παθήσεων, όπως το αρνητικό σύνδρομο Χάου, η συγγενής κειμενοπάθεια κ.ά.

Συμμαθητής μου υπήρξε επίσης κάποιος Δάγαλης (μου διαφεύγει το μικρό του όνομα αυτήν τη στιγμή), ψηλόλιγνος, κοκκινοτρίχης, σαν Ιρλανδός, τον οποίο συνάντησα πρόσφατα σε έκθεση αυτοκινήτων με τον δεκαεξάχρονο γιο του. Είχε προσχωρήσει με φανατισμό στην Αίρεση της Δραχμής, μία σέχτα που τα μέλη της γράφουν ακόμα με πολυτονικό σύστημα, ζυγίζουν με οκάδες, μετράνε με πήχεις, συναλλάσσονται μεταξύ τους με επιταγές σε εικονικές δραχμές, απαξιούν το Γρηγοριανό ημερολόγιο και τη Γιουροβίζιον, δεν αλλάζουν την ώρα δύο φορές το χρόνο στα ηλιοστάσια, μιλούν στο σκύλο τους στον πληθυντικό και τον νηστεύουν τις σαρακοστές, βασισμένοι στο θεώρημα του Λόβλοκ, κατά το οποίο το δεκαδικό μετρικό σύστημα, με τα μέτρα, τα κιλά κτλ., δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μέρος του ψυχολογικού πολέμου που σοφίστηκε ο Ναπολέων – «ένα είδος νοητικής τρομοκρατίας για να φέρει σε απόγνωση τον εχθρό, ο οποίος μετρούσε τα υπάρχοντά του με πόδια, γιάρδες και γαλόνια».

Τελείωσα το σχολείο υπό τη χαλαρή κηδεμονία του αδερφού της μητέρας μου, που ήταν μικροβιολόγος, είχε δύο διοπτροφόρες κόρες και σύζυγο νηπιαγωγό. Έδωσα τις νενομισμένες εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και, με  την υλική του συμπαράσταση πάντοτε, βρέθηκα να σπουδάζω στη Θεσσαλονίκη γαλλικά. Eugeni Forcano 3Βεβαίως, δεν με απασχολούσαν καθόλου οι ηθικές φυτολογίες του Μπωντλαίρ, οι αστραπιαίες εκλάμψεις του Ρεμπώ, οι αμφίφυλες μαντείες του Απολιναίρ και οι αθλιότητες του Ουγκώ, που μας δίδασκαν ακροποδητί στα σπουδαστήρια. Ούτε τίποτε άλλο από τα κοινά με απασχολούσε, εδώ που τα λέμε.

Μπορώ να εκτιμήσω τώρα ότι η Δανάη με ερωτεύτηκε ακαριαία, ακριβώς γιατί τη μαγνήτισε η θηριώδης αδιαφορία μου στην εκτυφλωτική παρουσία της, αδιαφορία η οποία, όμως, δεν ήταν προσωπικής κατευθύνσεως, αφού συμπεριλάμβανε και οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, φιλοσοφία ή πολιτική παράταξη εκείνη τη ραγδαία εποχή, επειδή το ουσιαστικό και αποκλειστικό αντικείμενο του ενδιαφέροντός μου ήταν τότε η Φυσική.

Δημήτρης Καλοκύρης, Η παραμικρή λεπτομέρεια, σελ. 98-100, από το βιβλίο Μια μηχανή για κινούμενα τοπία και τα συναφή, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων, 2014

Photo: Eugeni Forcano

.

.

 

Νίκος Γρηγοριάδης, Το βάθος της ληκύθου

.

Είμαι η λήκυθος που σε περιέχει∙
ανάβλυσες μέσα μου σα μυστική πηγή,
ψηλάφισες ένα ένα όλα μου τα τοιχώματα,
ανέβηκες∙ εκτόπισες την κάθε αφή και μνήμη.

Όπου αγγίζω μέσα μου σε βρίσκω∙
με πότισες
ως τον τελευταίο μου πηλό.


Τώρα πυκνώνεις σε όλο μου το βάθος.

Πίνακας: Felix Vallotton

Από τη συλλογή Το βάθος της ληκύθου, 1963, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

.

.

 

Aσημίνα Λαμπράκου, appeal

.

ω πρωινό του ουρανού στρουθί
πώς γοερά φωνάζει –άκουσε
ω του τελευταίου σκότους άστρο– εσύ
φώναξέ με παράσυρέ με σκοτώσου με
ω πώς η λεύκα στον άνεμο χαρίζεται
γέρνοντας λαιμό κορμό κλαδιά – κοίταξε
λυπήσου με και στράγγιξέ με
ανάερη ανύδατη άπνοη κι άστοχη
να σου παραδοθώ αφύλαχτη να με
εκπνεύσεις
όπως οι καλαμιές που στην άκρη
της λίμνης στάθηκαν κι από φόβο
πως θα τις καταπιεί δεμάτι τις έπνιξαν
τα βρύα ._

Κολάζ: Ασημίνα Λαμπράκου

.

.

 

Ραιημόν Κενώ, Ασκήσεις ύφους

.

Σημειώσεις

Σ’ ένα λεωφορείο της γραμμής S. Συνωστισμός. Ένας τύπος γύρω στα είκοσι έξι, καπέλο μαλακό με μια πλεξούδα στη θέση της κορδέλας, πολύ μακρύς λαιμός σαν να του τον είχανε τραβήξει. Κόσμος κατεβαίνει. Ο περί ου ο λόγος αρπάζεται μ’ ένα διπλανό του. Τον κατηγορεί πως τον σπρώχνει κάθε φορά που κάποιος θέλει να περάσει. Τόνος κλαψιάρικος με κακές διαθέσεις. Καθώς βλέπει να ελευθερώνεται ένα κάθισμα, τρέχει και κάθεται. Δυο ώρες αργότερα, τον ξαναβλέπω στην Κουρ ντε Ρομ, μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ. Είναι μαζί μ’ ένα φίλο του που του λέει: «Πρέπει να ράψεις άλλο ένα κουμπί στο παλτό σου». Του δείχνει πού (στο πέτο) και γιατί.

Σε χρόνο αόριστο

Έγινε μεσημέρι. Οι επιβάτες ανέβηκαν στο λεωφορείο. Στριμωχτήκαμε. Ένας νεαρός φόρεσε στο κεφάλι ένα καπέλο, που περιτριγυρίστηκε από ένα κορδόνι αντί για μια κορδέλα. Ο λαιμός του μάκρυνε. Διαμαρτυρήθηκε κατά του διπλανού του γιατί, καθώς είπε, τον έσπρωξε. Μόλις αντιλήφθηκε ένα κάθισμα ελεύθερο, έτρεξε προς τα κει και κάθισε. Τον αντιλήφθηκα αργότερα, μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ. Φόρεσε ένα παλτό. Ένας φίλος του που βρέθηκε εκεί του έδωσε αυτήν τη συμβουλή: χρειάστηκε να ράψει ένα πρόσθετο κουμπί.

.

.

Φιλοσοφικό

Μόνο οι μεγάλες πολιτείες μπορούν να παρουσιάσουν στη φαινομελογική πνευματικότητα τις ουσιώδεις πτυχές των χρονικών και α-πιθανολογικών συγκυριών. Ο φιλόσοφος, που κάπου κάπου επιβιβάζεται στην ταπεινή και εργαλειώδη ανυπαρξία ενός λεωφορείου S, μπορεί να αντιληφθεί εκεί μέσα, με τη διαύγεια του κωνοειδούς οφθαλμού του, τις φευγαλέες και αποχρωματισμένες όψεις μιας ασεβούς συνείδησης. Κατά συνέπεια, αυτή η ηθική στάση παρασύρει τον πιο ασυνείδητο απ’ τους δύο προς ένα κενό διάστημα, όπου αποσυντίθεται στα πρωταρχικά και αγκυλωτά του στοιχεία. Η φιλοσοφική έρευνα συνεχίζεται φυσιολογικά μέσω της τυχαίας αλλά αναγωγικής συνάντησης του ιδίου όντος, συνοδευόμενου απ’ το α-στοιχειώδες και ραπτικό του όμοιο, που το συμβουλεύει να μεταθέσει –μέχρι τελικής σύμπτωσης απόψεων– την έννοια του κουμπιού του παλτού του πού, από κοινωνιολογικής απόψεως, είναι πολύ χαμηλά τοποθετημένο.

.

.

Ανήμπορο

Πώς να μιλήσεις για την αίσθηση που δημιουργεί η επαφή δέκα στριμωγμένων σωμάτων πάνω στην πλατφόρμα ενός λεωφορείου S μια μέρα γύρω στο μεσημέρι περνώντας από την οδό Λισιμπόν; Πώς να εκφράσεις την αίσθηση που σου γεννά η θέα ενός ανθρώπου με ένα λαιμό δύσμορφα μακρύ κι ένα καπέλο που η κορδέλα του έχει αντικατασταθεί –δεν ξέρει για ποιο λόγο– από ένα κορδόνι; Πώς ν’ αποδώσεις την αίσθηση που προκαλεί ένας καβγάς ανάμεσα σ’ έναν επιβάτη της πάσης ησυχίας, που κατηγορείται αδίκως πως πατάει επίτηδες τα πόδια κάποιου άλλου κι αυτός ο κάποιος άλλος, ο γελοίος, είναι κατά σύμπτωση το πρόσωπο που περιγράφηκε πιο πάνω; Πώς να μεταφέρεις την αίσθηση που προξενεί η φυγή αυτού του τελευταίου, όταν καλύπτει τη λιποψυχία του κάτω απ’ την πρόφαση τού να μην πάει χαμένη μια άδεια θέση; Τέλος, πώς να διατυπώσεις την αίσθηση που αναδύεται απ’ την επανεμφάνιση αυτού του κυρίου μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ, δυο ώρες αργότερα, συντροφιά μ’ ένα κομψό φίλο του που του συνιστά ορισμένες ενδυματολογικές βελτιώσεις;

Ραιημόν Κενώ, Ασκήσεις ύφους, σελ. 7, 38, 56, 102, Απόδοση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις ύψιλον, 1984

 

Γιάννης Βαρβέρης, Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές

.

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί –ξεχασμένοι έστω–
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.


Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.


Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

.


.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή


κι αποτεφρώνονται.

Γιάννης Βαρβέρης, Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές, σελ. 139-140, από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου, Ποιήματα τόμος Α′, Εκδόσεις Κέδρος, 2008

Πίνακας: Darthea Cross

.

.

 

Γιάννης Δ. Στεφανάκις, Σηματοδότες

.

 Άνθρωποι σίγουροι
φορούν
τη μάσκα του ουρανού
οι μόνοι
σηματοδότες φωτεινοί
σε πόλη μια χωρίς ορίζοντα


παρόλ’ αυτά τα μαύρα σύννεφα
δείχνοντας το πρόσωπό τους
το πλήθος μεγαλώνει
πότε σιωπή πότε βουή
στ’ αυτιά δεν πάνε χάδια


τα χέρια ξύλινα σπαθιά
κι ο λόγος σίδερο βραχνάς
σε ώτα μη ακουόντων


μα στο λεπτό μα στη στιγμή
κάτι καινούργιο αρχίζει

Γιάννης Δ. Στεφανάκις, Σηματοδότες, από τη συλλογή Πρόσφυγας θεός και άλλα ποιήματα, Γαβριηλίδης 2014

Πίνακας: George Tooker

 

Joyce Mansour, Κραυγές

.

H σκιά σου χωρίς στόμα
χωρίς πόρτα η κάμαρή σου
τα μάτια σου χωρίς βλέμμα
χωρίς έλεος χωρίς χρώμα
οι πατημασιές σου πάνε
χωρίς ν’ αφήνουνε αχνάρια
προς ένα φως από φωνές ασίγαστες
που είναι η κόλασή μου

Joyce Mansour, Κραυγές από το βιβλίο Κραυγές, σπαράγματα, όρνια, σελ. 42, μτφρ.: Έκτωρ Κακναβάτος, Εκδόσεις Άγρα, 1994

Φωτό: Anna Ådén

 

Antonio Tabucchi, Όνειρο του Τζάκομο Λεοπάρντι, ποιητή και σεληνιασμένου

Μια νύχτα των αρχών Δεκεμβρίου του 1827, στην ωραία πόλη της Πίζας, στην οδό ντέλα Φατζιόλα, κι ενώ κοιμόταν ανάμεσα σε δυο στρώματα, για να προφυλαχθεί από την παγωνιά που πολιορκούσε την πόλη, ο Τζάκομο Λεοπάρντι, ποιητής και σεληνιασμένος, είδε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε πως βρισκόταν σε μια έρημο και πως ήταν βοσκός. Αντί όμως να έχει κοπάδι να τον ακολουθεί, ήταν αναπαυτικά καθισμένος σε μία δίτροχη άμαξα, που την τραβούσαν τέσσερα πάλλευκα πρόβατα, κι εκείνα τα τέσσερα πρόβατα ήταν όλο κι όλο το κοπάδι του. Η έρημος και οι λόφοι που την περιτριγύριζαν ήταν από μια λεπτή αργυρή άμμο που λαμποκοπούσε όπως το φως των πυγολαμπίδων. Ήταν νύχτα και δεν έκανε κρύο, το αντίθετο, έμοιαζε με μια γλυκιά νύχτα του τέλους της άνοιξης, έτσι ο Λεοπάρντι έβγαλε το βαρύ πανωφόρι που φορούσε και το ακούμπησε στο μπράτσο της άμαξας.

Luna Manuela Unterbuchner a9d595184f09da20e7cec666439e2e21Πού με πάτε, αγαπημένα μου προβατάκια; ρώτησε. Σε πάμε βόλτα, απάντησαν τα τέσσερα πρόβατα, εμείς είμαστε πρόβατα αλήτες. Μα ποιο είναι αυτό το μέρος; ρώτησε ο Λεοπάρντι, θα ήθελα πολύ να μάθω. Χε, χε, γέλασαν τα προβατάκια κοιτάζοντας το ένα το άλλο, εμείς δεν μπορούμε να σου πούμε, είναι έκπληξη. Ο Λεοπάρντι πεινούσε, και θα ήθελε πολύ να φάει ένα γλυκό• μια ωραία τούρτα με κουκουνάρια ήταν αυτό που τραβούσε η όρεξή του. Θα ήθελα ένα γλυκό, είπε, δεν υπάρχει κάποιο μέρος όπου θα μπορούσαμε να αγοράσουμε ένα γλυκό σ’ αυτή την έρημο; Αμέσως πίσω από το λόφο, απάντησαν τα προβατάκια, κάνε λίγο υπομονή. Έφτασαν στο τέλος της ερήμου και πέρασαν από την άλλη μεριά του λόφου, στους πρόποδες του οποίου υπήρχε ένα μαγαζί.

Ήταν ένα ωραίο ζαχαροπλαστείο, όλο από κρύσταλλο, και λαμποκοπούσε ένα αργυρό φως. Ο Λεοπάρντι βάλθηκε να κοιτάζει τη βιτρίνα, χωρίς να αποφασίζει τι θα διαλέξει. Στην πρώτη σειρά ήταν οι τούρτες, όλων των χρωμάτων και διαστάσεων: τούρτες πράσινες από φιστίκι, τούρτες βαθυκόκκινες από βατόμουρο, τούρτες κίτρινες από λεμόνι, τούρτες ροζ από φράουλα. Ύστερα ήταν τ’ αμυγδαλωτά, σε σχήματα αστεία ή ελκυστικά: σε σχήμα μήλου και πορτοκαλιού, σε σχήμα κερασιού ή σε σχήμα ζώων. Στην τελευταία σειρά ήταν οι κρέμες, αφρώδεις και πηχτές, με ένα αμύγδαλο από πάνω.

Ο Λεοπάρντι κάλεσε το ζαχαροπλάστη και παρήγγειλε τρία γλυκά: μια τάρτα με φράουλες, ένα αμυγδαλωτό και μία κρέμα. Ο ζαχαροπλάστης ήταν ένας άνθρωπος από ασήμι, με λευκά μαλλιά και γαλάζια μάτια, και μαζί με τα γλυκά τού δώρισε κι ένα κουτί με σοκολατάκια. Ο Λεοπάρντι ανέβηκε πάλι στην άμαξά του κι, ενώ τα προβατάκια άρχισαν να προχωρούν, εκείνος βάλθηκε να δοκιμάζει τις λιχουδιές που είχε αγοράσει. Ο δρόμος έγινε ανηφορικός και τώρα σκαρφάλωνε στο λόφο. Και –τι παράξενο! – το έδαφος εκείνο έλαμπε με τη σειρά του, ήταν ημιδιάφανο και αντικαθρέφτιζε μία ασημένια λάμψη. Τα προβατάκια σταμάτησαν μπροστά σ’ ένα σπιτάκι που ακτινοβολούσε μέσα στη νύχτα. Ο Λεοπάρντι κατέβηκε διότι κατάλαβε πως είχαν φτάσει, πήρε το κουτί με τα σοκολατάκια και μπήκε στο σπίτι. Σε μια καρέκλα, στο εσωτερικό του σπιτιού, καθόταν μια κοπέλα και κεντούσε σε ένα τελαράκι. Έλα μέσα, σε περίμενα, είπε η κοπέλα. Γύρισε και του χαμογέλασε, και ο Λεοπάρντι την αναγνώρισε.

Ήταν η Σύλβια. Μόνο που ήταν ολόκληρη από ασήμι, είχε τα παλιά της χαρακτηριστικά αλλά ήταν από ασήμι. Σύλβια, αγαπημένη μου Σύλβια, είπε ο Λεοπάρντι πιάνοντάς της τα χέρια, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, γιατί όμως είσαι από ασήμι; Γιατί είμαι κάτοικος της σελήνης, απάντησε η Σύλβια, όταν κάποιος πεθαίνει έρχεται στο φεγγάρι και γίνεται έτσι. Κι εγώ, τότε, γιατί είμαι εδώ, ρώτησε ο Λεοπάρντι, μήπως είμαι πεθαμένος; Αυτός δεν είσαι εσύ, είπε η Σύλβια, είναι μονάχα η ιδέα σου, εσύ είσαι ακόμα στη γη. Και μπορεί κάποιος να δει από δω τη γη; ρώτησε ο Λεοπάρντι. Η Σύλβια τον οδήγησε σε ένα παράθυρο, όπου υπήρχε ένα τηλεσκόπιο. Ο Λεοπάρντι πλησίασε το μάτι στο φακό κι αμέσως είδε ένα μέγαρο. Το αναγνώρισε: ήταν το δικό του μέγαρο. Ένα παράθυρο ήταν ακόμα φωτεινό, ο Λεοπάρντι κοίταξε μέσα και είδε τον πατέρα του, με το νυχτικό και το ουροδοχείο στα χέρια, να ετοιμάζεται να πάει για ύπνο. Ένιωσε ένα τρύπημα στην καρδιά και μετακίνησε το τηλεσκόπιο. Είδε έναν κεκλιμένο πύργο σε ένα μεγάλο λιβάδι και δίπλα ένα στενό δρομάκι με ένα μέγαρο στο οποίο έλαμπε ένα αδύναμο φως. Προσπάθησε να κοιτάξει μέσα από το παράθυρο και είδε ένα λιτό δωμάτιο, με ένα μπαούλο κι ένα τραπέζι, πάνω στο οποίο υπήρχε ένα τετράδιο και τα υπολείμματα ενός κεριού που κόντευε να σβήσει. Στο κρεβάτι είδε τον εαυτό του να κοιμάται ανάμεσα σε δύο στρώματα. Πέθανα; ρώτησε τη Σύλβια. Όχι, είπε η Σύλβια, απλώς κοιμάσαι και ονειρεύεσαι τη σελήνη. —

Antonio Tabucchi, Όνειρο του Τζάκομο Λεοπάρντι, ποιητή και σεληνιασμένου από το βιβλίο Όνειρα Ονείρων, σελ.59-64, μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Άγρα, 1999

Πίνακες: Natalia Maroz, Manuela Unterbuchner, Ytje de Jong, Lydia Marano

Καλό ταξίδι στον πολύτιμο Ανταίο Χρυσοστομίδη!

Lifo

O αναγνώστης

.

.