RSS

Monthly Archives: August 2015

Κωστής Παπακόγκος, Νύχτα της Θεσσαλίας

.

Βασανισμένα κόκκαλα οι αγρότες
τσίπουρο πίνουν και φαρμάκια
οι ροζιασμένες τους καρδιές∙
σκληρότερες απ’ το υνί σκίζουν το χρόνο
όπως σε κέρματα ο ιδρώτας πέφτει
στο τρύπιο στήθος χάνεται.
Ώρες βαθειές
μ’ ένα αλεξίπτωτο η σιωπή
καθώς τα δέντρα
σηκώνανε τα χέρια ως την απελπισία.
Μάτια φεγγάρια ραγισμένα
ρίξαν φωτιά στους δρόμους
οι κοπέλλες διώχνουνε τ’ αναστεναγμού το σκοτεινό πουλί.

.

.


Και ’γω που καίω τις συμφορές στην πίπα μου
κοιτάζω
ρέμα γαλάζιο στους καπνούς
ψηλά ν’ ανηφορίζει
όπως ενώνονται οι καημοί σ’ ένα συλλαλητήριο
όπως πηγάζουν τα όνειρα
από τα βάθη του κορμιού και χύνονται προς τ’ άστρα.
Κοιτάζω
και στα μάτια μου ένα μαγνάδι ρίγος πέφτει ο ουρανός.
Κάτω από τα μαύρα χώματα κλώθει η σπορά το φως.

Κωστής Παπακόγκος, Νύχτα της Θεσσαλίας, σελ. 15 (Σταγόνες) από τη συλλογή Νότος (μ’ ένα γράμμα του Ν. Δ. Καρούζου), Αθήνα 1966, Όνειρος.

Πίνακας: Vincent Van Gogh

.

.

 

Μανόλης Ξεξάκης, Το τραγούδι της Ελένης

.

2. Θυμάσαι που χάθηκες απ’ το χιτώνα σου…
Στης νύχτας το μάτι που ήταν πανσέληνο
παράδωκες τη γύμνια σου.


Κορμί αλαβάστρινο στη ροή του φωτός
καταιγίδα που νυχτώθηκες σ’ άγνωστο τοπίο, μη φοβάσαι.


Έλα στη θήκη σου ακριβό βιολί
μην παίζεις σήμερα για κανένα.


3. Ήρθες πάλι κύματα-κύματα
με τη ζέστη φυτεμένη στα μόριά σου
και λύγισες τα δέντρα κι έφρυξες το χώμα
κι έστρωσες τη θάλασσα με θίνες
που οδεύουν κι ολοένα χάνονται
στο βάθος του ορίζοντα, αφρικανέ…


Ήρθες πάλι σήμερα και πήρες τη συνάντηση
με την Ελένη.

Μανόλης Ξεξάκης, απόσπασμα από Το τραγούδι της Ελένης, Πλόες ερωτικοί

Πηγή: Περί… γραφής

Πίνακας: Felix Mas

.

.

 

Δημήτρης Καλοκύρης, Η παραμικρή λεπτομέρεια

Όταν το Γενάρη του ’61 η πολιτική κατάσταση στο Κονγκό αγρίεψε, ανακατεύτηκαν Σοβιετικοί με Κινέζους και δολοφονήθηκε ο ηγέτης της ανεξαρτησίας Λουμούμπα, μ’ έστειλαν οι γονείς μου στην Αθήνα, εσωτερικό σε γαλλικό λύκειο που το διαχειρίζονταν ελληνόρυθμοι μαριανοί μοναχοί – κάτι φτωχά παιδιά φραγκολεβαντίνων από τις Κυκλάδες, που τα περιέθαλψε η καθολική εκκλησία, τους κρέμασε μπρούτζινα σταυρουδάκια στο λαιμό και τους μύησε στος ψυχοβόρους μύθους της.

Εκεί κατάλαβα πώς προήλθε η λαϊκή δοξασία ότι η παρουσία ιερέα στο πλοίο προμηνύει πάντοτε τρικυμία. Πήγαινα στην τελευταία τάξη όταν οι γονείς μου πνίγηκαν σε ναυάγιο ανοιχτά της Μήλου, μετακομίζοντας με όλη την κινητή περιουσία μας (και ένα αυτοκίνητο μάρκας Σιτροέν) για την Ελλάδα. Ο καπετάνιος λεγόταν Παπάς.

Στο εν λόγω γαλλόφωνο σχολείο φοιτούσαν νέοι από διάφορες χώρες. Εκεί γνώρισα τελειόφοιτο τον κατόπιν διαπρεπή Ολλανδό μουσικό Βαν Γκέλη, δύο Ιταλούς διδύμους που εξελίχτηκαν σε ιδιοκτήτες πολυκαταστήματος, ενώ θυμάμαι ακόμη τον Κωστάκη Α., ικανότατο στο βόλεϊ, περιζήτητο στις παρέες για το ευρηματικό χιούμορ του και σήμερα συνταξιούχο της Ε.Υ.Π. Δεν ξεχνώ ούτε τον Σπύρο Γ. από την Αταλάντη, που έγινε κατόπιν χημικός, ειδικεύτηκε στη φαρμακολογία και ασχολήθηκε με τα λεγόμενα Orphan Drugs, τα φάρμακα σπανίων παθήσεων, όπως το αρνητικό σύνδρομο Χάου, η συγγενής κειμενοπάθεια κ.ά.

Συμμαθητής μου υπήρξε επίσης κάποιος Δάγαλης (μου διαφεύγει το μικρό του όνομα αυτήν τη στιγμή), ψηλόλιγνος, κοκκινοτρίχης, σαν Ιρλανδός, τον οποίο συνάντησα πρόσφατα σε έκθεση αυτοκινήτων με τον δεκαεξάχρονο γιο του. Είχε προσχωρήσει με φανατισμό στην Αίρεση της Δραχμής, μία σέχτα που τα μέλη της γράφουν ακόμα με πολυτονικό σύστημα, ζυγίζουν με οκάδες, μετράνε με πήχεις, συναλλάσσονται μεταξύ τους με επιταγές σε εικονικές δραχμές, απαξιούν το Γρηγοριανό ημερολόγιο και τη Γιουροβίζιον, δεν αλλάζουν την ώρα δύο φορές το χρόνο στα ηλιοστάσια, μιλούν στο σκύλο τους στον πληθυντικό και τον νηστεύουν τις σαρακοστές, βασισμένοι στο θεώρημα του Λόβλοκ, κατά το οποίο το δεκαδικό μετρικό σύστημα, με τα μέτρα, τα κιλά κτλ., δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μέρος του ψυχολογικού πολέμου που σοφίστηκε ο Ναπολέων – «ένα είδος νοητικής τρομοκρατίας για να φέρει σε απόγνωση τον εχθρό, ο οποίος μετρούσε τα υπάρχοντά του με πόδια, γιάρδες και γαλόνια».

Τελείωσα το σχολείο υπό τη χαλαρή κηδεμονία του αδερφού της μητέρας μου, που ήταν μικροβιολόγος, είχε δύο διοπτροφόρες κόρες και σύζυγο νηπιαγωγό. Έδωσα τις νενομισμένες εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και, με  την υλική του συμπαράσταση πάντοτε, βρέθηκα να σπουδάζω στη Θεσσαλονίκη γαλλικά. Eugeni Forcano 3Βεβαίως, δεν με απασχολούσαν καθόλου οι ηθικές φυτολογίες του Μπωντλαίρ, οι αστραπιαίες εκλάμψεις του Ρεμπώ, οι αμφίφυλες μαντείες του Απολιναίρ και οι αθλιότητες του Ουγκώ, που μας δίδασκαν ακροποδητί στα σπουδαστήρια. Ούτε τίποτε άλλο από τα κοινά με απασχολούσε, εδώ που τα λέμε.

Μπορώ να εκτιμήσω τώρα ότι η Δανάη με ερωτεύτηκε ακαριαία, ακριβώς γιατί τη μαγνήτισε η θηριώδης αδιαφορία μου στην εκτυφλωτική παρουσία της, αδιαφορία η οποία, όμως, δεν ήταν προσωπικής κατευθύνσεως, αφού συμπεριλάμβανε και οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, φιλοσοφία ή πολιτική παράταξη εκείνη τη ραγδαία εποχή, επειδή το ουσιαστικό και αποκλειστικό αντικείμενο του ενδιαφέροντός μου ήταν τότε η Φυσική.

Δημήτρης Καλοκύρης, Η παραμικρή λεπτομέρεια, σελ. 98-100, από το βιβλίο Μια μηχανή για κινούμενα τοπία και τα συναφή, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων, 2014

Photo: Eugeni Forcano

.

.

 

Νίκος Γρηγοριάδης, Το βάθος της ληκύθου

.

Είμαι η λήκυθος που σε περιέχει∙
ανάβλυσες μέσα μου σα μυστική πηγή,
ψηλάφισες ένα ένα όλα μου τα τοιχώματα,
ανέβηκες∙ εκτόπισες την κάθε αφή και μνήμη.

Όπου αγγίζω μέσα μου σε βρίσκω∙
με πότισες
ως τον τελευταίο μου πηλό.


Τώρα πυκνώνεις σε όλο μου το βάθος.

Πίνακας: Felix Vallotton

Από τη συλλογή Το βάθος της ληκύθου, 1963, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

.

.

 

Aσημίνα Λαμπράκου, appeal

.

ω πρωινό του ουρανού στρουθί
πώς γοερά φωνάζει –άκουσε
ω του τελευταίου σκότους άστρο– εσύ
φώναξέ με παράσυρέ με σκοτώσου με
ω πώς η λεύκα στον άνεμο χαρίζεται
γέρνοντας λαιμό κορμό κλαδιά – κοίταξε
λυπήσου με και στράγγιξέ με
ανάερη ανύδατη άπνοη κι άστοχη
να σου παραδοθώ αφύλαχτη να με
εκπνεύσεις
όπως οι καλαμιές που στην άκρη
της λίμνης στάθηκαν κι από φόβο
πως θα τις καταπιεί δεμάτι τις έπνιξαν
τα βρύα ._

Κολάζ: Ασημίνα Λαμπράκου

.

.

 

Ραιημόν Κενώ, Ασκήσεις ύφους

.

Σημειώσεις

Σ’ ένα λεωφορείο της γραμμής S. Συνωστισμός. Ένας τύπος γύρω στα είκοσι έξι, καπέλο μαλακό με μια πλεξούδα στη θέση της κορδέλας, πολύ μακρύς λαιμός σαν να του τον είχανε τραβήξει. Κόσμος κατεβαίνει. Ο περί ου ο λόγος αρπάζεται μ’ ένα διπλανό του. Τον κατηγορεί πως τον σπρώχνει κάθε φορά που κάποιος θέλει να περάσει. Τόνος κλαψιάρικος με κακές διαθέσεις. Καθώς βλέπει να ελευθερώνεται ένα κάθισμα, τρέχει και κάθεται. Δυο ώρες αργότερα, τον ξαναβλέπω στην Κουρ ντε Ρομ, μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ. Είναι μαζί μ’ ένα φίλο του που του λέει: «Πρέπει να ράψεις άλλο ένα κουμπί στο παλτό σου». Του δείχνει πού (στο πέτο) και γιατί.

Σε χρόνο αόριστο

Έγινε μεσημέρι. Οι επιβάτες ανέβηκαν στο λεωφορείο. Στριμωχτήκαμε. Ένας νεαρός φόρεσε στο κεφάλι ένα καπέλο, που περιτριγυρίστηκε από ένα κορδόνι αντί για μια κορδέλα. Ο λαιμός του μάκρυνε. Διαμαρτυρήθηκε κατά του διπλανού του γιατί, καθώς είπε, τον έσπρωξε. Μόλις αντιλήφθηκε ένα κάθισμα ελεύθερο, έτρεξε προς τα κει και κάθισε. Τον αντιλήφθηκα αργότερα, μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ. Φόρεσε ένα παλτό. Ένας φίλος του που βρέθηκε εκεί του έδωσε αυτήν τη συμβουλή: χρειάστηκε να ράψει ένα πρόσθετο κουμπί.

.

.

Φιλοσοφικό

Μόνο οι μεγάλες πολιτείες μπορούν να παρουσιάσουν στη φαινομελογική πνευματικότητα τις ουσιώδεις πτυχές των χρονικών και α-πιθανολογικών συγκυριών. Ο φιλόσοφος, που κάπου κάπου επιβιβάζεται στην ταπεινή και εργαλειώδη ανυπαρξία ενός λεωφορείου S, μπορεί να αντιληφθεί εκεί μέσα, με τη διαύγεια του κωνοειδούς οφθαλμού του, τις φευγαλέες και αποχρωματισμένες όψεις μιας ασεβούς συνείδησης. Κατά συνέπεια, αυτή η ηθική στάση παρασύρει τον πιο ασυνείδητο απ’ τους δύο προς ένα κενό διάστημα, όπου αποσυντίθεται στα πρωταρχικά και αγκυλωτά του στοιχεία. Η φιλοσοφική έρευνα συνεχίζεται φυσιολογικά μέσω της τυχαίας αλλά αναγωγικής συνάντησης του ιδίου όντος, συνοδευόμενου απ’ το α-στοιχειώδες και ραπτικό του όμοιο, που το συμβουλεύει να μεταθέσει –μέχρι τελικής σύμπτωσης απόψεων– την έννοια του κουμπιού του παλτού του πού, από κοινωνιολογικής απόψεως, είναι πολύ χαμηλά τοποθετημένο.

.

.

Ανήμπορο

Πώς να μιλήσεις για την αίσθηση που δημιουργεί η επαφή δέκα στριμωγμένων σωμάτων πάνω στην πλατφόρμα ενός λεωφορείου S μια μέρα γύρω στο μεσημέρι περνώντας από την οδό Λισιμπόν; Πώς να εκφράσεις την αίσθηση που σου γεννά η θέα ενός ανθρώπου με ένα λαιμό δύσμορφα μακρύ κι ένα καπέλο που η κορδέλα του έχει αντικατασταθεί –δεν ξέρει για ποιο λόγο– από ένα κορδόνι; Πώς ν’ αποδώσεις την αίσθηση που προκαλεί ένας καβγάς ανάμεσα σ’ έναν επιβάτη της πάσης ησυχίας, που κατηγορείται αδίκως πως πατάει επίτηδες τα πόδια κάποιου άλλου κι αυτός ο κάποιος άλλος, ο γελοίος, είναι κατά σύμπτωση το πρόσωπο που περιγράφηκε πιο πάνω; Πώς να μεταφέρεις την αίσθηση που προξενεί η φυγή αυτού του τελευταίου, όταν καλύπτει τη λιποψυχία του κάτω απ’ την πρόφαση τού να μην πάει χαμένη μια άδεια θέση; Τέλος, πώς να διατυπώσεις την αίσθηση που αναδύεται απ’ την επανεμφάνιση αυτού του κυρίου μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ, δυο ώρες αργότερα, συντροφιά μ’ ένα κομψό φίλο του που του συνιστά ορισμένες ενδυματολογικές βελτιώσεις;

Ραιημόν Κενώ, Ασκήσεις ύφους, σελ. 7, 38, 56, 102, Απόδοση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις ύψιλον, 1984

 

Γιάννης Βαρβέρης, Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές

.

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί –ξεχασμένοι έστω–
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.


Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.


Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

.


.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή


κι αποτεφρώνονται.

Γιάννης Βαρβέρης, Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές, σελ. 139-140, από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου, Ποιήματα τόμος Α′, Εκδόσεις Κέδρος, 2008

Πίνακας: Darthea Cross

.

.