RSS

Monthly Archives: September 2015

Γκυ ντε Μωπασάν, Η χοντρομπαλού

Η γυναίκα, μια «εύκολη» που λένε, ήταν διάσημη για το πρώιμο πάχος της, στο οποίο και όφειλε το παρατσούκλι η Χοντρομπαλού. Κοντούλα, ολοστρόγγυλη, όλο λίπος, με δάχτυλα παχουλά, που κόβονταν στις φάλαγγες κι έμοιαζαν με αρμαθιά μικρά λουκάνικα, με δέρμα γυαλιστερό και τσιτωμένο, λαιμά και στήθια πελώρια, που ξεχείλιζαν απ’ το φουστάνι της, ήταν πάντα παρ’ όλα αυτά ορεχτική και περιζήτητη, χάρη στην τόση φρεσκάδα της. Το πρόσωπό της ήταν ένα κόκκινο μήλο, ένα μπουμπούκι έτοιμο ν’ ανθίσει και πάνω κει ξάνοιγαν, ψηλά, κάτι υπέροχα μαύρα μάτια, που τα ίσκιωναν μακριά πυκνά ματόκλαδα. Και πιο κάτω, ένα στόμα λαχταριστό, λεπτό, υγρό κι έτοιμο για φίλημα, με μικροσκοπικά κι αστραφτερά δοντάκια. Ακόμα λέγανε πως είχε πλήθος ανεκτίμητα προσόντα.(…) Έβγαλε πρώτα ένα πιατάκι από πορσελάνη, ένα κομψό ασημένιο κύπελλο κι ύστερα μια τεράστια γαβάθα, όπου δυο ολόκληρα κοτόπουλα, κομμένα σε μερίδες, είχανε μελώσει μέσα στο ζελέ τους. Ακόμα ξεχώριζε κανείς μες στο καλάθι πολλά ωραία πράγματα, τυλιγμένα προσεκτικά, διάφορα πατέ, φρούτα, λιχουδιές, προμήθειες για ταξίδι τριών ημερών έτσι ώστε να μην έχει ανάγκη την κουζίνα των πανδοχείων. Ανάμεσα στα πακέτα με τα τρόφιμα ξεπρόβαλλαν κι οι λαιμοί τεσσάρων μπουκαλιών. Πήρε μια φτερούγα κοτόπουλου και με λεπτότητα άρχισε να τη μασουλάει μαζί μ’ ένα από κείνα τα φουσκωτά ψωμάκια που στη Νορμανδία τα είχαν βαφτίσει «αντιβασιλέα». Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Ύστερα η μυρωδιά απλώθηκε παντού, τα ρουθούνια ανοιγόκλεισαν και γεμίσανε σάλιο τα στόματα, ενώ τα σαγόνια σφίγγονταν οδυνηρά κάτω απ’ τα αυτιά. Η περιφρόνηση των κυριών για το κορίτσι ήταν τώρα τόσο άγρια που ευχαρίστως θα τη σκότωναν ή θα την πέταγαν απ’ το παράθυρο της άμαξας, μες στο χιόνι, αυτή, το κύπελλό της, το καλάθι της και όλες τις προμήθειές της μαζί. Μα ο Λουαζό καταβρόχθιζε με τα μάτια τη γαβάθα με τα κοτόπουλα και είπε: «Ας είναι, η κυρία στάθηκε πιο προνοητική από μας. Υπάρχουν άνθρωποι που όλα τα σκέφτονται». Σήκωσε το κεφάλι της προς αυτόν: «Θα θέλατε λίγο, κύριε; Είναι δύσκολο να μένει κανείς νηστικός απ’ το πρωί». Εκείνος υποκλίθηκε : «Μα την πίστη μου, δεν θ’ αρνηθώ, ειλικρινά δεν αντέχω άλλο. Ο πόλεμος είναι πόλεμος, καλά δεν λέω, κυρία;» Και ρίχνοντας τριγύρω ένα βλέμμα πρόσθεσε: «Είναι παρήγορο σε τέτοιες στιγμές να βρίσκεις ανθρώπους που σε υποχρεώνουν». Είχε μια εφημερίδα και την άπλωσε για να μη λερώσει το παντελόνι του, και με τη μύτη ενός σουγιά που κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του, τσίμπησε ένα μπούτι κουκουλωμένο με το ζελέ του, το κομμάτιασε με τα δόντια του κι ύστερα το μάσησε με τόσο φανερή ευχαρίστηση που μέσα στο αμάξι ακούστηκε ένας γενικός αναστεναγμός δυσαρέσκειας.

Η Χοντρομπαλού, με γλυκιά και ταπεινή φωνή, πρότεινε στις δύο καλόγριες να μοιραστούν το κολατσιό της. Εκείνες δέχτηκαν αμέσως και δίχως να σηκώσουν τα μάτια βάλθηκαν να τρώνε γρήγορα γρήγορα αφού ψέλλισαν κάμποσες ευχαριστίες. Μήτε ο Κορνιντέ αρνήθηκε την προσφορά της διπλανής του, κι έτσι, μαζί με τις μοναχές, έφτιαξε ένα είδος τραπεζιού, απλώνοντας εφημερίδες πάνω στα γόνατα. Τα στόματα ανοιγόκλειναν αδιάκοπα, κατάπιναν, μάσαγαν, καταβρόχθιζαν θηριωδώς.

Γκυ ντε Μωπασάν, Η χοντρομπαλού, σελ. 21-22 και26-27, μτφρ.: Αμαλία Τσακνιά, Εκδόσεις Νεφέλη, 1996

Πίνακες: Jean Lorioz

.

.

 

Αθηνά Παπαδάκη, Τελικό σημάδι

 11902238_974730109215340_9183578371784506354_n

.

Μετωπικός καιρός.
Μπορεί το τέλος.


Με τι διάλεκτο;
Mε ποια γλώσσα;


Πέφτουν χιλιάρικα όπως μανιάτικες βεντέτες.


Ελλάδα, κάλλος σκουπιδιών.
Ζεις μόνο• για το επόμενο λάθος.


Αθηνά Παπαδάκη, Τελικό σημάδι, από τη συλλογή Ωχροτάτη έως του λευκού

Πηγή: Αθηνά Παπαδάκη

 

Στάθης Κουτσούνης, Το είδωλο

Mάθημα ανθρωπολογίας ο δάσκαλος με στέλνει
να φέρω τον σκελετό φοβάμαι κατεβαίνω στο
υπόγειο βλέπω τα όργανα φοβάμαι επιστρέφω
στην τάξη σκελετός ο δάσκαλος αγγίζει με τον
χάρακα τα οστά μου φοβάμαι τα παιδιά
ξεκαρδίζονται λένε αστεία είμαι άσαρκος
κοκαλωμένος δίπλα στην έδρα φοβάμαι οι
συμμαθητές μου ακόμα γελάνε


αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν
στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους


Στάθης Κουτσούνης, Το είδωλο από τη συλλογή Στιγμιότυπα του σώματος, Μεταίχμιο 2015

Πίνακας: Braldt Bralds

Πηγή: http://koutsounis.gr/

.
.

.
.

 

Λιάνα Σακελλίου, Πορτρέτο πριν το σκοτάδι

Kinga Britschgi

.

Πέταλα παντού σκορπά.
Μπαίνουνε στα μαλλιά,
τραβούν το φόρεμά μου
μέχρι κι εγώ ν’ ανθίσω
όπως εκείνη που αγγίζεται
ποιος ξέρει από τι.


Και με ρωτά ο ιπποκόμος•
Τί σας συνέβη;
Αλλόκοτο δέντρο, απαντώ,
ηλεκτροφόρο.


Λιάνα Σακελλίου, Πορτρέτο πριν το σκοτάδι, Τυπωθήτω 2010 

Πίνακας: Kinga Britschgi

.

.

 

Γιάννης Ζέρβας, Τζούλια 2

.

Στην αναπήδηση σε πέτυχα
Ενός κενού παλλόμενου
Μιας συγχορδίας ηλεκτρικής
Το βλέμμα μου ενώ έψαχνε
Αυτό που είχε περάσει ή
Που δεν έγινε ποτέ
Ο έρωτας μόνο ανολοκλήρωτος
Διαρκεί
Κάτι που σέρνεται βαθιά από το παρελθόν

.

.

Σαν παρακράτος της συνείδησης και επιμένει
Να διαφθείρει το παρόν
Βαθιά παράνομος, παράλογος
Άγριος και ανυπότακτος
Αγράμματος κι αναρχικός
Μια σύμπτωση ο έρωτας
Μια παρεξήγηση βαθιά
Δεν ξέρεις πώς εσένα ποτέ δεν σε είδα
Την επιθυμία μου ζωγράφισα επάνω σου
Με πινελιές φαρδιές
Κι ο ήχος άλλαζε τα πάντα
Μια μουσική που σε επένδυε παθιασμένα
Όταν σε δω και σ’ αγαπήσω

.


.

Γι’ αυτό που είσαι
(γιατί μπορεί και να συμβεί)
Όλα θα ’χουν τελειώσει.
Τότε θα σε φροντίσω
Όμως θα σε ποθώ;

Πίνακας: Ilia Zaitseff

Γιάννης Ζέρβας, Τζούλια 2, Εκδόσεις Άγρα, 2010

.

.

 

Γιώργος Βέης, Άκυρες πτήσεις

.

Οι πυγολαμπίδες στην αρχή συνωστίζονταιֺ
μετά συντονίζονται τόσο γρήγορα
κεντούν τη νύχτα μας,
λαμπυρίζουν συνεχώς ενθουσιασμό


αλλά δεν ξέρουν ότι αύριο φεύγεις,
αγνοούν ότι το πανηγύρι τους είναι η χολή μας,
το ξόδεμά μας στα αεροδρόμια της απωλείας.

Πίνακας: Erica Hopper

Πηγή: Poeticanet

 

George Bataille, Το μάτι του Γρανέρο

.

O πρώτος ταύρος, αυτός που η Σιμόν περίμενε να της φέρουν τ’ αρχίδια του ωμά σ’ ένα πιάτο, ήταν ένα είδος μελαψού τέρατος που η εφόρμησή του μεσ’ απ’ το τορίλ στην αρένα ήταν τόσο κεραυνοβόλα ώστε, παρ’ όλες τις προσπάθειες και τις κραυγές, ξεκοίλιασε το ένα μετά τ’ άλλο τρία άλογα προτού ακόμη αρχίσει το κανονικό μέρος της ταυρομαχίας. Τη μια φορά μάλιστα, τα κέρατά του άρπαξαν το άλογο και τον καβαλάρη, τους σήκωσαν μαζί ψηλά στον αέρα και μετά τους ξαναπέταξαν με πάταγο προς τα πίσω. Μπήκε όμως στη μέση ο Γρανέρο και τράβηξε τον ταύρο προς το μέρος του, οπότε πια η μάχη πήρε μπρος ζωηρά και συνεχίστηκε μέσα σ’ ένα παραλήρημα από ιαχές. Το παλικάρι έκανε το φρενιασμένο ζώο να περιστρέφεται ολόγυρά του μέσα σε μια τριανταφυλλένια μπέρτα• σε κάθε γύρο, το κορμί του τιναζόταν προς τα πάνω μ’ ένα είδος σπειροειδούς εκτίναξης κι απέφευγε παρά τρίχα ένα τρομαχτικό χτύπημα. Τελικά, ο θάνατος του ηλιακού τέρατος συντελέστηκε χωρίς καμιά παρέκκλιση από το τελετουργικό: το ζώο τυφλώθηκε απ’ το άλικο ύφασμα και το ξίφος μπήχτηκε βαθιά μέσα στο ήδη καταματωμένο σώμα. Ξέσπασε τότε μια απερίγραπτη ζητωκραυγή, καθώς ο ταύρος, τρικλίζοντας, όπως οι μεθυσμένοι, γονάτισε και σωριαζόταν καταγής με τα πόδια ψηλά, ξεψυχώντας.

Η Σιμόν, που καθόταν ανάμεσα στον σερ Έντμοντ και σε μένα και που είχε παρακολουθήσει την ταυρομαχία με μια έξαρση ανάλογη τουλάχιστον με τη δική μου, είχε σηκωθεί όρθια και δεν ήθελε να ξανακαθίσει όταν σταμάτησαν οι ατέλειωτες επευφημίες για τον Γρανέρο. Με πήρε, αμίλητη, απ’ το χέρι και με πήγε σε μια εξωτερική αυλή της αρένας απερίγραπτα βρόμικη, που είχε μια μυρωδιά από κάτουρα αλόγων κι ανθρώπων αποπνιχτική, εξαιτίας της φοβερής ζέστης που έκανε. Άρπαξα τη Σιμόν από τον κώλο κι αυτή χούφτωσε μεσ’ απ’ το σώβρακό μου το εξαγριωμένο πέος μου. Έτσι γαντζωμένοι ο ένας απ’ τον άλλο μπήκαμε σε κάτι καμπινέδες που βρομοκοπούσαν, όπου ένα σμάρι μύγες στροβιλίζονταν μέσα σε μια ηλιαχτίδα κι όπου, αφού στηρίχτηκα καλά στα πόδια μου, κατάφερα να ξεγυμνώσω τον κώλο του κοριτσιού, να μπήξω στη σάρκα της, που είχε το χρώμα του αίματος κι έσφυζε από υγρά, πρώτα τα δάχτυλά μου κι έπειτα το αντρικό μου όργανο, που μπήκε σ’ αυτή την αιμάτινη σπηλιά, καθώς έτριβα τον κώλο με το κοκαλιάρικο δάχτυλό μου χωμένο μες στην τρύπα της. Συγχρόνως, κολλούσαν η μια πάνω στην άλλη οι εξαναστάσεις των χειλιών μας μέσα σε μια καταιγίδα από σάλια. Ο οργασμός του ταύρου δεν είναι δυνατότερος από κείνον που μας σπάραξε τα νεφρά και μας ξέσχισε τον ένα με τον άλλον, χωρίς ο χοντρός μου πούτσος να τραβηχτεί ούτε χιλιοστό έξω απ’ αυτήν τη χαράδρα που ήταν γεμάτη ψωλόχυμα ως τον πάτο κι ως πάνω στα χείλια. Χωρίς να έχουν ούτε στο ελάχιστο κοπάσει τα δυνατά χτυπήματα της καρδιάς μας μες στα στήθια μας, που εξακολουθούσαν να φλέγονται και να ποθούν το ένα τ’ άλλο έτσι καθώς είχαν κολλήσει ολόγυμνα σ’ ιδρωμένα χέρια, με τον κώλο της Σιμόν το ίδιο πεινασμένο όσο και πριν, και με τη δική μου ψωλή ανένδοτα πάντα σηκωμένη, ξαναγυρίσαμε μαζί στην πρώτη σειρά της αρένας.

.

.

Μόλις όμως φτάσαμε στη θέση μας δίπλα στον Σερ Έντμοντ, εκεί που ήταν να κάτσει η Σιμόν, μες στον ήλιο, βρήκαμε ένα άσπρο πιάτο με δυο ξεφλουδισμένα αρχίδια μέσα, δυο γάγγλια που είχαν το πάχος και το σχήμα αυγού και μια ασπράδα μαργαριταρένια, ελαφρώς αιμόστιχα ρόδινη, ίδια μ’ εκείνη που έχει ο βολβός του ματιού. Τα είχαν κόψει λίγο πριν απ’ τον πρώτο ταύρο, εκείνον με το μακρύ τρίχωμα που στο σώμα του είχε μπήξει το σπαθί του ο Γρανέρο. –Τα ωμά σου αρχίδια, είπε στη Σιμόν ο σερ Έντμοντ με μια ελαφριά εγγλέζικη προφορά. Η Σιμόν είχε γονατίσει μπροστά στο πιάτο και το κοίταζε απορροφημένη, αλλά και τρομαχτικά αναστατωμένη. Έμοιαζε να θέλει να κάνει κάτι, μα δεν ήξερε πώς να το κάνει, κι αυτό την εξαγρίωνε. Πήρα το πιάτο από μπροστά της, για να μπορέσει να καθίσει, αυτή όμως μου τ’ άρπαξε βίαια λέγοντας «μη» με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα και το ξανάβαλε μπροστά της πάνω στην κερκίδα.

George Bataille, Το μάτι του Γρανέρο, σελ. 108-111 από το βιβλίο η Ιστορία του ματιού, μτφρ.: Δημήτρης Δημητριάδης, Εκδόσεις Άγρα, 2009

Πίνακας: Eduardo Naranjo

.

.