RSS

Daily Archives: 15/08/2015

Antonio Tabucchi, Όνειρο του Τζάκομο Λεοπάρντι, ποιητή και σεληνιασμένου

Μια νύχτα των αρχών Δεκεμβρίου του 1827, στην ωραία πόλη της Πίζας, στην οδό ντέλα Φατζιόλα, κι ενώ κοιμόταν ανάμεσα σε δυο στρώματα, για να προφυλαχθεί από την παγωνιά που πολιορκούσε την πόλη, ο Τζάκομο Λεοπάρντι, ποιητής και σεληνιασμένος, είδε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε πως βρισκόταν σε μια έρημο και πως ήταν βοσκός. Αντί όμως να έχει κοπάδι να τον ακολουθεί, ήταν αναπαυτικά καθισμένος σε μία δίτροχη άμαξα, που την τραβούσαν τέσσερα πάλλευκα πρόβατα, κι εκείνα τα τέσσερα πρόβατα ήταν όλο κι όλο το κοπάδι του. Η έρημος και οι λόφοι που την περιτριγύριζαν ήταν από μια λεπτή αργυρή άμμο που λαμποκοπούσε όπως το φως των πυγολαμπίδων. Ήταν νύχτα και δεν έκανε κρύο, το αντίθετο, έμοιαζε με μια γλυκιά νύχτα του τέλους της άνοιξης, έτσι ο Λεοπάρντι έβγαλε το βαρύ πανωφόρι που φορούσε και το ακούμπησε στο μπράτσο της άμαξας.

Luna Manuela Unterbuchner a9d595184f09da20e7cec666439e2e21Πού με πάτε, αγαπημένα μου προβατάκια; ρώτησε. Σε πάμε βόλτα, απάντησαν τα τέσσερα πρόβατα, εμείς είμαστε πρόβατα αλήτες. Μα ποιο είναι αυτό το μέρος; ρώτησε ο Λεοπάρντι, θα ήθελα πολύ να μάθω. Χε, χε, γέλασαν τα προβατάκια κοιτάζοντας το ένα το άλλο, εμείς δεν μπορούμε να σου πούμε, είναι έκπληξη. Ο Λεοπάρντι πεινούσε, και θα ήθελε πολύ να φάει ένα γλυκό• μια ωραία τούρτα με κουκουνάρια ήταν αυτό που τραβούσε η όρεξή του. Θα ήθελα ένα γλυκό, είπε, δεν υπάρχει κάποιο μέρος όπου θα μπορούσαμε να αγοράσουμε ένα γλυκό σ’ αυτή την έρημο; Αμέσως πίσω από το λόφο, απάντησαν τα προβατάκια, κάνε λίγο υπομονή. Έφτασαν στο τέλος της ερήμου και πέρασαν από την άλλη μεριά του λόφου, στους πρόποδες του οποίου υπήρχε ένα μαγαζί.

Ήταν ένα ωραίο ζαχαροπλαστείο, όλο από κρύσταλλο, και λαμποκοπούσε ένα αργυρό φως. Ο Λεοπάρντι βάλθηκε να κοιτάζει τη βιτρίνα, χωρίς να αποφασίζει τι θα διαλέξει. Στην πρώτη σειρά ήταν οι τούρτες, όλων των χρωμάτων και διαστάσεων: τούρτες πράσινες από φιστίκι, τούρτες βαθυκόκκινες από βατόμουρο, τούρτες κίτρινες από λεμόνι, τούρτες ροζ από φράουλα. Ύστερα ήταν τ’ αμυγδαλωτά, σε σχήματα αστεία ή ελκυστικά: σε σχήμα μήλου και πορτοκαλιού, σε σχήμα κερασιού ή σε σχήμα ζώων. Στην τελευταία σειρά ήταν οι κρέμες, αφρώδεις και πηχτές, με ένα αμύγδαλο από πάνω.

Ο Λεοπάρντι κάλεσε το ζαχαροπλάστη και παρήγγειλε τρία γλυκά: μια τάρτα με φράουλες, ένα αμυγδαλωτό και μία κρέμα. Ο ζαχαροπλάστης ήταν ένας άνθρωπος από ασήμι, με λευκά μαλλιά και γαλάζια μάτια, και μαζί με τα γλυκά τού δώρισε κι ένα κουτί με σοκολατάκια. Ο Λεοπάρντι ανέβηκε πάλι στην άμαξά του κι, ενώ τα προβατάκια άρχισαν να προχωρούν, εκείνος βάλθηκε να δοκιμάζει τις λιχουδιές που είχε αγοράσει. Ο δρόμος έγινε ανηφορικός και τώρα σκαρφάλωνε στο λόφο. Και –τι παράξενο! – το έδαφος εκείνο έλαμπε με τη σειρά του, ήταν ημιδιάφανο και αντικαθρέφτιζε μία ασημένια λάμψη. Τα προβατάκια σταμάτησαν μπροστά σ’ ένα σπιτάκι που ακτινοβολούσε μέσα στη νύχτα. Ο Λεοπάρντι κατέβηκε διότι κατάλαβε πως είχαν φτάσει, πήρε το κουτί με τα σοκολατάκια και μπήκε στο σπίτι. Σε μια καρέκλα, στο εσωτερικό του σπιτιού, καθόταν μια κοπέλα και κεντούσε σε ένα τελαράκι. Έλα μέσα, σε περίμενα, είπε η κοπέλα. Γύρισε και του χαμογέλασε, και ο Λεοπάρντι την αναγνώρισε.

Ήταν η Σύλβια. Μόνο που ήταν ολόκληρη από ασήμι, είχε τα παλιά της χαρακτηριστικά αλλά ήταν από ασήμι. Σύλβια, αγαπημένη μου Σύλβια, είπε ο Λεοπάρντι πιάνοντάς της τα χέρια, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, γιατί όμως είσαι από ασήμι; Γιατί είμαι κάτοικος της σελήνης, απάντησε η Σύλβια, όταν κάποιος πεθαίνει έρχεται στο φεγγάρι και γίνεται έτσι. Κι εγώ, τότε, γιατί είμαι εδώ, ρώτησε ο Λεοπάρντι, μήπως είμαι πεθαμένος; Αυτός δεν είσαι εσύ, είπε η Σύλβια, είναι μονάχα η ιδέα σου, εσύ είσαι ακόμα στη γη. Και μπορεί κάποιος να δει από δω τη γη; ρώτησε ο Λεοπάρντι. Η Σύλβια τον οδήγησε σε ένα παράθυρο, όπου υπήρχε ένα τηλεσκόπιο. Ο Λεοπάρντι πλησίασε το μάτι στο φακό κι αμέσως είδε ένα μέγαρο. Το αναγνώρισε: ήταν το δικό του μέγαρο. Ένα παράθυρο ήταν ακόμα φωτεινό, ο Λεοπάρντι κοίταξε μέσα και είδε τον πατέρα του, με το νυχτικό και το ουροδοχείο στα χέρια, να ετοιμάζεται να πάει για ύπνο. Ένιωσε ένα τρύπημα στην καρδιά και μετακίνησε το τηλεσκόπιο. Είδε έναν κεκλιμένο πύργο σε ένα μεγάλο λιβάδι και δίπλα ένα στενό δρομάκι με ένα μέγαρο στο οποίο έλαμπε ένα αδύναμο φως. Προσπάθησε να κοιτάξει μέσα από το παράθυρο και είδε ένα λιτό δωμάτιο, με ένα μπαούλο κι ένα τραπέζι, πάνω στο οποίο υπήρχε ένα τετράδιο και τα υπολείμματα ενός κεριού που κόντευε να σβήσει. Στο κρεβάτι είδε τον εαυτό του να κοιμάται ανάμεσα σε δύο στρώματα. Πέθανα; ρώτησε τη Σύλβια. Όχι, είπε η Σύλβια, απλώς κοιμάσαι και ονειρεύεσαι τη σελήνη. —

Antonio Tabucchi, Όνειρο του Τζάκομο Λεοπάρντι, ποιητή και σεληνιασμένου από το βιβλίο Όνειρα Ονείρων, σελ.59-64, μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Άγρα, 1999

Πίνακες: Natalia Maroz, Manuela Unterbuchner, Ytje de Jong, Lydia Marano

Καλό ταξίδι στον πολύτιμο Ανταίο Χρυσοστομίδη!

Lifo

O αναγνώστης

.

.

 

Φραντς Κάφκα, Η μεταμόρφωση

Καθώς όμως επρόκειτο για φαΐ, τα ποδαράκια του Γκρέγκορ έτρεχαν σαν ξετρελαμένα. Τα τραύματά του στο μεταξύ έμοιαζαν να έχουν επουλωθεί εντελώς, γιατί δεν ένιωθε καμιά ενόχληση· αυτό του έκανε τρομερή εντύπωση, ιδίως όταν αναλογιζόταν πως προχτές ακόμα τον πονούσε αρκετά ένα σημείο όπου είχε κοπεί με το μαχαίρι, πριν από ένα μήνα. «Μήπως τώρα έχω λιγότερες ευαισθησίες;» αναρωτήθηκε και κόλλησε με μανία το στόμα του πάνω στο τυρί, που αμέσως τον είχε προσελκύσει πολύ περισσότερο απ’ όλα τα άλλα εδέσματα. Χωρίς ούτε να πάρει ανάσα, με τα μάτια δακρυσμένα από την απόλαυση, αποτελείωσε διαδοχικά το τυρί, τα λαχανικά και τη σάλτσα. Τα φρέσκα φαγητά, αντίθετα, δεν του άρεσαν καθόλου· και η μυρωδιά τους ακόμη του φαινόταν τόσο ανυπόφορη, που αναγκάστηκε να τραβήξει παραπέρα τα πράγματα που ήθελε να φάει. Είχε από ώρα τελειώσει το γεύμα του και απλώς καθόταν τεμπέλικα στο ίδιο σημείο, όταν η αδελφή του, για να τον ειδοποιήσει πως ήταν ώρα να ξανακρυφτεί, έστρεψε αργά το κλειδί στην κλειδαριά. Ο Γκρέγκορ κατατρόμαξε, παρ’ όλο που τον είχε πάρει σχεδόν ο ύπνος, και έτρεξε αμέσως να χωθεί κάτω από τον καναπέ. Χρειάστηκε όμως να επιστρατεύσει όλη του την αυτοπειθαρχία για να μείνει εκεί κάτω, έστω και για τη λίγη εκείνη ώρα που η αδερφή του βρισκόταν στο δωμάτιο· ύστερα από εκείνο το πλούσιο γεύμα το σώμα του είχε στρογγυλέψει κάπως, και έτσι στριμωγμένος που ήταν κάτω από τον καναπέ, μόλις που μπορούσε να αναπνεύσει. Μέσα σε μικρές κρίσεις δύσπνοιας και με τα μάτια γουρλωμένα παρατηρούσε την αδερφή του, που ανυποψίαστη μάζευε με μια σκούπα όχι μόνο τ’ αποφάγια αλλά ακόμα και τα φαγητά που ο Γκρέγκορ είχε αφήσει εντελώς ανέγγιχτα, λες και ήταν κι αυτά άχρηστα· τα μάζεψε και τα έριξε όλα μαζί σ’ έναν κουβά, έβαλε από πάνω το ξύλινο καπάκι και τα έβγαλε όπως ήταν από το δωμάτιο. Πριν καλά καλά η αδερφή του  γυρίσει την πλάτη της, ο Γκρέγκορ βγήκε από το καταφύγιό του και άρχισε να τεντώνεται και να ξεφυσά.

Φραντς Κάφκα, Η μεταμόρφωση, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, σελ. 46-48, Τα μικρά κλασικά, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1996

 

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO

Και ενώ οι περαστικοί μπούχτισαν το θέαμα –μερικοί είχαν βγάλει τα γάντια, η ζέστη τώρα ήταν έντονη–, συνέβη να ακουστούν, από το υπερώο της Βουλής, να ακουστούν κακαρίσματα, και ακολούθως παρουσιάστηκαν κότες. Η παρουσία και σίτιση κοτών στο ίδρυμα της Βουλής αποτελούσε αναφαίρετο προνόμιο των βουλευτών, είχε ανάγκη τα αυγά τους, είτε να τα ρουφάνε ωμά για την εναρκτήρια δημηγορία τους ή για διαπληκτισμούς σε debate. Και όταν έπαιρνε σύνταξη, κάθε βουλευτής αποσυρόταν με το προσωπικό του αυτοκίνητο, τον προσωπικό του χωροφύλακα, την προσωπική του σύνταξη και την προσωπική του κότα. Και οι κότες τώρα, όλες τους ασορτί στο χρώμα, μονόχρωμες, αρχίζουν να φτερακάνε αποφασισμένες, θιγμένες κυρίως. Πλην ορισμένες δεν είχαν το απαιτούμενο πτητικό ταλέντο και έπεσαν, ανάσκελα μάλιστα, με τα νύχια πεταγμένα έξω και συνωστίζονταν ανάμεσα στους πυρακτωμένους αλλά εξαερωμένους γνωστούς και «φίλους του κόμματος», μπουναμάδες και τέτοια, με τρόπο γενικά άγαρμπο, μερικές μάλιστα και ξεπουπουλιασμένες. Οι υπόλοιποι όμως, που είχαν ειδικευτεί σε πτήσεις, πετυχαίνουν να ξεφύγουν προς τα επουράνια, αποφεύγουν σύγκρουση με τα ουράνια σώματα (αυτό από καλή τους τύχη μόνο, δεν κατείχαν από αστροφυσική και βαρυτικές έλξεις) και προσγειώνονται τελικά στη στρατόσφαιρα, όπου και κούρνιασαν, αφού πρώτα δοκίμασαν να τους επιβάλουν έξωση κάποια άλλου είδους ιπτάμενα όντα, με άλλου είδους φτερά, έγχρωμα και ίσως λουστραρισμένα με λακ από κομμωτήριο. Τελικά όμως και τα δύο μέρη αποδέχτηκαν να συναγελάζονται. Προσωρινά, υπογράμμισαν τα  άλλου είδους όντα. Οι κότες κοίταξαν κάτω, πλην μόνο ουράνια σώματα έβλεπαν. Πότε θα έρθει η παλινόρθωση να ξαναπάρουμε τη θέση που εκ του συντάγματος μάς ανήκει στη Βουλή, έλεγαν, και κατά βάθος εζήλευαν τα πολύ λουσάτα φτερά των συγκατοίκων τους.

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO, από το κεφάλαιο Και οι κότες  σελ. 25-26, Καστανιώτης 2009

Artwork: Hollie Chastain

 

Γεσθημανή Σιδερίδη, Μη με λησμόνει

.

Κι είναι γνώριμο το βλέμμα αυτό
όπως το αργόσυρτο ξεκίνημα του τρένου
στις ράγιες τις μεταλλικές που σκούζουν
«Μη με λησμόνει »
που το φευγιό θυμίζει το ακατάστατο
μ’ ένα στριφτό τσιγάρο
κι ένα κουλούρι πασπαλισμένο με σουσάμι.

Φωτό: Sonya Stanyard

.

.