RSS

Monthly Archives: September 2014

Θωμάς Γκόρπας

.

Όταν παλιώνουν οι πατάτες,
φυτρώνουν.
Όταν παλιώνουν τα όνειρα,
λυτρώνουν.

Πίνακας: Roger Bowman

http://www.poema.gr/poem.php?id=43&pid=14

 

Χάρης Μελιτάς, Χ(ω)ρόδραμα


Χρόνια πεινάει
το νηστικό αρκούδι
κι όμως χορεύει.

(από αδημοσίευτη συλλογή)

.

.

 

Θωμάς Γκόρπας, Γιουσουρούμ ή απεφυλακίσθη ένα πουλί

Φωτογραφίες λησμονημένων βασιλέων
Γενοβέφες Παπουλάκηδες Κουταλιανοί
καρτ ποστάλ του μεσοπολέμου της απελευθερώσεως
καλλονές αντίκες και νεότερες χύμα
καντηλέρια υπόλοιπα από πλούσια δείπνα
μπουκάλια κηροπήγια σακατεμένοι πίνακες
μαραμένα μπιμπελό σταφιδωμένα τραπουλόχαρτα
βιβλία παλιά αρωματισμένα με μέλλον
βιβλία σημερινά αζήτητα αραχνιασμένα
παράνομα βιβλία και βιβλία τρυφερά
αφιερωμένα σε τομάρια που δεν έκοψαν ούτε τα πρώτα φύλλα
και περιοδικά τα πάντα: φασιστικά ιατρικά λαϊκά λογοτεχνικά
κομμουνιστικά


βάζα σαν κινέζικα πιάτα σαν βοημικά
οικογενειακά δελτάρια με πιτσιλισμένα τοπία
πρώην πολύτιμη αλληλογραφία ξεφτιλισμένη τώρα
γλυπτά χοντροκομμένα που επί γεννεές ξεκούραζαν μάτια
τα είχε κόρη ξανθιά που πέθανε στα 17 της φυματικιά
τα είχε γεροστρατηγός με 7 παράσημα και 17 εξώγαμα
τα είχε σαραντάρα που πηδιότανε με τον δεκαοχτάρη ανιψιό του κερατά
τα είχε χορεύτρια που άφησε εποχή αλλά πέθανε από πείνα στην κατοχή
τα είχε κουραμπιές απόγονος του ’21
τα είχε γαλανό παιδί που αν ζούσε θα πέθαινε πλέυ μπόυ
παλιά πράγματα αγγίγματα συναπαντήματα και χτυποκάρδια


φαντασιώσεις προπολεμικού σεξ ονειρώξεις κινηματογραφικού
παλιακά δάκρυα και πέταλα σαβανωμένα φύλλα
φύλλα κραυγές παλιές σιωπές αθώες εν συγκρίσει με τις σημερινές
παλιές στιγμές που απέδρασαν από μια βολεμένη ζωή
παλιές ώρες από παλιές μοναξιές παλιές μοναξιές από δύσκολες εποχές
φθινόπωρα καλοκαίρια ελαφρές εκπλήξεις άγριες προσμονές
χωρισμοί έρωτες αγνοί έρωτες εκβιαστές επιστροφές
από γλέντια αποκριάτικα και από νεκροταφεία
μοιραίες γυναίκες τραγικές λιποταξίες εκδρομές
κυριακάτικες και καθημερινές φοιτητικές ταραχές


ψευδοδιανυκτερεύσεις σε κρεβάτια ξένα
κίτρινα φύλλα φύλλα μοβ φύλλα της στάχτης της βροχής
καρδιές απλωμένες στο σούρουπο ανοικονόμητες καρδιές
τρελές φυλακισμένες μες στο μυστικό τους
πουλιά και λουλούδια φιλιά και λουλούδια βιολιά και λουλούδια
βιολιά και φώτα μπάνια και λάμπες γραμματόσημα χαλκομανίες
πλάκες μ’ ωραίες πλάκες μ’ ηλίθιες μουσικές
νέες εξαδέλφες μελαγχολικές υπερσεξουαλικές θείες
κορμιά κορμιά κορμιά απόηχοι εγκαταλείψεις φωτιά και δροσιά φτερά
κλεμμένα φιλιά κλεμμένα λόγια κλεμμένα λεφτά κλεμμένα δώρα
κλεμμένα
μοναξιασμένα απαυδισμένα πουλημένα πουλημένα αγορασμένα
αγορασμένα
και μια λατέρνα γλυκιά κι αδίστακτη στην ερημιά της Κυριακής μου
και της Κυριακής σας…


Από τη συλλογή Ποίηση ’76, 1976, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Πίνακες: Fred Smoolenaers

.

.

 

Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ’

Πέμπτη, 19 Σεπτέμβρη 1940

Ας αφήσουμε τους νεκρούς… Παράξενη επιμονή των ανθρώπων σε πράγματα που ξέρουν πεθαμένα για καλά.

Στο δρόμο ένας μορτάκος μιλά σ’ έναν πουλητή μπρος σ’ ένα κάρο φορτωμένα φρούτα: «… Και το βασιλόπουλο είπε στη βασιλοπούλα: “Φέρε μου ένα πιάτο σταφύλια”. Κι όταν η βασιλοπούλα έφερε τα σταφύλια, το βασιλόπουλο της είπε: “Θέλω τα σταφύλια για να σταφυλίσω”.» Και ο μικρός συνέχιζε: «Kαταλαβαίνεις; E; E;»

Τ’ απόγευμα, γυρίζοντας σπίτι, καθαρίζουν βαρέλια από την πλαϊνή ταβέρνα. Ανάμνηση πολύ παλιά από τη Σκάλα: ξένα καΐκια αραγμένα στο μόλο καθώς βράδιαζε.

Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ’, σελ. 242-243, Ίκαρος 1984.

Φωτογραφία: Γιώργος Σεφέρης

.

.

 

Δήμητρα Καραφύλλη, Τελευταία χάρη

.

Τη μέρα
που το συμβόλαιό μου
με τον ήλιο θα παγώσει
αγαπημένοι μου
μη με στεγάσετε
στον οικογενειακό.
Δεν θέλω να περάσω
όλη τη ζωή μου
πεθαμένη.

Δήμητρα Καραφύλλη, Τελευταία χάρη, σελ. 11, από τη συλλογή Τελευταία χάρη, Μανδραγόρας 2014

Πίνακας: Laurie Lipton

 

Νίκος Κατσαλίδας, Η σέλα της σελήνης


.

Μυστικός δείπνος
Και μεθυσμένοι στα βαθιά μεσάνυχτα
πετούσανε στην εσχατιά της θάλασσας
το άγιο δισκοπότηρο της ριγηλής σελήνης.


Τα φίδια
Φύγανε από τον Παράδεισο
αυτά τ’ ακόρεστα του κόσμου
κι ήρθαν να φαν τα βράχια μου.

Νίκος Κατσαλίδας, Η σέλα της σελήνης, εκδ. Τυπωθήτω/Λάλον Υδωρ 2007

Πίνακας: Helen J. Simmonds 

 

Χάρης Μελιτάς, Εκποίηση II

 

Κρετόν, κουρτίνες
υφάσματα Ιθάκης
«Η Πηνελόπη»

Xάρης Μελιτάς, Άρωμα σκουριάς, Μανδραγόρας 2014

Πίνακας: Jeff Faust

.

.

 

Αργύρης Χιόνης, Οι αράχνες

.

Ακοίμητες, αεικίνητες, υφαίνουν οι αράχνες στο υπόγειο περίτεχνα ποιήματα, υπό μορφήν ιστού, αλάνθαστες παγίδες για τους αφελείς που, γοητευμένοι, ξεχνούν τις αποστάσεις ασφαλείας και εισχωρούν για πάντα μες στην ποίηση, μεταμορφώνοντάς την έτσι σε σφαγείο. Δεν έχουν τέτοια πρόθεση οι αράχνες, αυτές υφαίνουν τα ποιήματά τους για τη χαρά της ύφανσης και μόνο, κι έρχονται όλοι αυτοί οι ανόητοι και τα χαλούν, προσθέτοντας σ’ αυτά τα πτώματά τους.

Αργύρης Χιόνης, Οι αράχνες, από τη συλλογή Στο υπόγειο, Εκδόσεις Νεφέλη, 2004

Πίνακας: Jeff Faust

.

.

 

Tags:

Ελευθερία Κυρίτση, Λευκό ντιβάνι

.

Η αρχή του περιττού
Αντιμιλά στο
Απέριττο

Αβασάνιστοι γκρεμοί
Ομολογήστε τη γνώση σας
Πώς σπέρνει ο ήλιος φως στην πέτρα
Ο θάνατος πώς εργάζεται

Μικροί είναι οι δρόμοι
Μοιάζουν οι μέρες μεγάλες, οι έχθρες
Καλοσυνάτες
Ανεξερεύνητες
Το χιόνι πυκνό κάνει τα δέντρα σπουδαία

Όπως καθετί που πάντα μας διαφεύγει

Eλευθερία Κυρίτση, Λευκό ντιβάνι, σελ. 17, από τη συλλογή Χειρόγραφη πόλη, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013

Πίνακας: Marcin Sacha

.

.

 

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ρημαγμένο νταμάρι

.

Έρχονται ώρες που τι να σου κάνουν πια και τα χαμόγελα,
πέφτουν ένα ένα σαν τα εφτά πέπλα της Σαλώμης,
και στο τέλος απομένεις γυμνός, και τότε αρχίζουν όλα να κραυγάζουν•
τα μάτια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που ρουφήξαμε τόση ομορφιά,
τα χέρια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που συντελέσαμε στην υποταγή,
το σώμα κραυγάζει: εγώ είμαι που συσπάστηκα στην κτηνωδία
του καλοκαιριού,
οι στίχοι διαλαλούν τα μυστικά μας,
γίναμε πια σαν ιδιωτικό ημερολόγιο σε ξένα χέρια.


Έτσι είναι, δεν ωφελούν πια τα χαμόγελα, όσο κι αν είναι ανοιχτόκαρδα,
ούτε ωφελεί να κρατάς το στόμα κλειστό όταν όλα κραυγάζουν•
και τι να την κάνεις τη διπλομανταλωμένη αξιοπρέπεια της σιωπής
τώρα που όλοι ξέρουν ποιους ικετέψαμε, σε ποιες αγκαλιές
συσπειρωθήκαμε,
κι είναι το πρόσωπό μας σα νταμάρι ρημαγμένο
κι είμαστε σαν ψημένα κάστανα που εύκολα τα ξεφλουδίζει κανείς.

Από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός, 1960, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Πίνακας: Edvard Munch

.

.