RSS

Daily Archives: 10/09/2014

Tάσος Λειβαδίτης, Το όνειρο

.

Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω την πραγματικότητα,
τους λέω — εγώ έχω τ’ όνειρο»
ίσως γι’ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λεπτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετισμός.


Τάσος Λειβαδίτης, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, σελ. 116, Εκδόσεις Κέδρος, 1990

Αrtwork: Maggie Taylor

 

Μάριος Μαρκίδης, Εκ του αγγλικού

.

Όταν οι βάρβαροι πήραν την πόλη έσφαξαν όλους τους κατοίκους κι έριξαν τα κλαδεμένα κορμιά τους στα πηγάδια. Μα τα νερά έτυχαν ιαματικά κι οι άνθρωποι, όλοι τους σχεδόν φουκαράδες ή έμποροι, καθώς βούλιαζαν σιγά σιγά βρήκαν τον εαυτό τους γιατρεμένο. Έτσι μαζώχτηκαν απ’ όλες τις μεριές στον πάτο, μαζώχτηκαν σε μικρές ανήσυχες ομάδες και κουβέντιαζαν τι συμφορά τούς είχε λάχει. Τα νερά ήταν ήσυχα και καθαρά, εκεί κάτω το φως ενύσταζε σε μικρούς τρυφερούς λεκέδες και με τον καιρό η γκρίνια νύσταξε κι αυτή, οι γυναίκες στέγνωσαν τα δάκρυά τους κι έπιασαν να συγυρίζουν, οι άντρες κάπως κατσούφηδες γύρισαν το βράδυ, τέλος βολεύτηκαν στο νέο τους σπιτικό κι εκεί ζουν ακόμη, ανατρέφοντας παιδιά, γράφοντας ποιήματα, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον συμπαθητικά – λένε πως θα ’ρθουν πάλι έξω απ’ το πηγάδι όταν θα έχουμε πεθάνει.

 

Από τη συλλογή Βιβλίο παραπόνων, Ποίηση ’78, 1978, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Artwork: Maggie Taylor

.

.

 

Eυγενία Λουπάκη, Η εποχή των τεράτων (105.5 FM Στο Κόκκινο)

“Όλοι είμαστε τέρατα, είπε η Νταίζη μ’ ενθουσιασμό. Είναι η Εποχή των Τεράτων. Γιατί το παραμύθι της γυναίκας με τους λύκους μας φαίνεται τόσο τρομερό; Ξέρεις την ιστορία, μια γυναίκα διασχίζει την τούντρα μ’ ένα έλκηθρο γεμάτο παιδιά, με τους λύκους να τρέχουν ξοπίσω της και για να τους καταπραΰνει, τους πετάει το ένα παιδί μετά το άλλο. Πριν εκατό χρόνια όλοι θεωρούσαν αυτή την ιστορία τρομερή, αλλά σήμερα μοιάζει ακόμη πιο τρομερή. Γιατί, ενώ τότε ήταν απόμακρη και απίθανη, τώρα έχει μπει μέσα στη σφαίρα του πιθανού. Είναι μια τρομερή ιστορία, όχι γιατί η γυναίκα είναι τέρας, καθόλου˙ αλλά γιατί ό,τι έκανε εκείνη για να σωθεί είναι ακριβώς αυτό που θα κάναμε όλοι μας. Είναι τρομερή γιατί είναι τόσο συντριπτικά αληθινή. Αυτό θα έκανα εγώ, αυτό θα έκανες εσύ, αυτό θα έκαναν όλοι. Έτσι δεν είναι;”

(Πωλ Μπόουλς “Καλώς να πέσει”, εκδόσεις Απόπειρα, μετ.: Λουκάς Θεοδωρακόπουλος)

Έτσι είναι. Συνήθισα πια να βλέπω καθημερινά, μικρούς θανάτους, τραγουδούσε πριν 20 και βάλε χρόνια ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, στο περίφημο “κοιτάω την πάρτη μου”. Και τώρα που οι λύκοι μας καταδιώκουν και τα σαγόνια της κρίσης μας απειλούν έναν έναν χωριστά, ακονίζονται και τα δικά μας δόντια. Γύρω γύρω η φρίκη πλησιάζει. Η Ευρώπη εκτρέφει συστηματικά το ναζισμό και οι ΗΠΑ τον ακραίο ισλαμισμό των αποκεφαλισμών. Κλατάρουν οι αντοχές, στομώνει η ελπίδα, ο δρόμος δεν είναι κατοστάρι είναι μαραθώνιος μετ’ εμποδίων και συλλογικό όραμα να μας απογειώσει δεν υπάρχει. Παρακολουθούμε απλώς τις “απογειώσεις” του κάθε Σαμαρά και τις στάγδην δημοσκοπήσεις, ενώ η πραγματικότητα μας συντρίβει. Ούτε η φανερή προοπτική εξουσίας της Αριστεράς φαίνεται ικανή να ενθουσιάσει. Αντιθέτως, πολλοί εκ των έσω δείχνουν δυσαρεστημένοι, χολιασμένοι, πανέτοιμοι να πυροβολήσουν τον πιανίστα πριν καν ακουμπήσει τα πλήκτρα. Βέβαιοι εκ των προτέρων ότι αντί για Σοπέν θα παίξει Ρίτα Σακελλαρίου.

Και βέβαιοι ότι έτσι, καραδοκώντας την παραφωνία σε κάθε νότα, θα διαφυλάξουν την ορθότητα της πορείας που θα μας κάνει να μην πετάξουμε τα παιδιά μας στους λύκους για να γλυτώσουμε. Στο μεταξύ, ξεσκίζουμε με τα δικά μας δόντια, το διπλανό μας, τον συνάδελφό μας, τον άνθρωπό μας, το φίλο μας, τον έρωτά μας. Καχυποψία, τρικλοποδιές, μεμψιμοιρία, υπολογισμοί, κουτσομπολιό, προδοσίες, επιλεκτικές ευαισθησίες. Ναι, τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν ξένο του Μαρξ, αλλά εγώ δεν έχω τη σοφία του. Μου είναι ξένα και νοιώθω ξένη.

Τα σκεφτόμουν αυτά, τη συννεφιασμένη βροχερή Κυριακή, όταν από την μελαγχολία της βεράντας μου, παρακολουθούσα τον απέναντι, να στερεώνει με τσιμεντόλιθους στη σκεπή της παράγκας του, κάτι λαμαρίνες που μοιάζουν με κεραμίδια. Στο βόρειο προάστιο του 2014. Ήταν σαν σκηνή απ’ το Συνοικία το Όνειρο κι αναρωτήθηκα τί να ψηφίζει και τί να περιμένει άραγε αυτός. Έχει τρία μικρά παιδιά και ακούει σκυλάδικα. Ενώ γύρω ουρλιάζουν οι λύκοι..

http://www.stokokkino.gr/article/11311/I-Epoxi-ton-Teraton?fb_action_ids=796100357079324&fb_action_types=og.comments&fb_source=aggregation&fb_aggregation_id=288381481237582.

 

Γιολάντα Πέγκλη, Αγκάθι το αμάραντο

Kίτρινο και όχι κίτρινο
του κυδωνιού να πούμε
που ποτέ δεν το ’χεις σίγουρο
έτσι που μόλις ακουμπήσει σαπίζει
ή που φωνή φαρμάκι αφήνει ο Σεπτέμβρης
«μέμνησο!» και γλιστράει
απ’ την αγία υπομονή
στην έξοδο την υπεραγία


τότε σβώλοι σβώλοι στο χώμα
τρίτα, τέταρτα πόδια δεν επαρκούν
όλη νύχτα να τσακίζεσαι να τα προφτάσεις
τόσα προσκλητήρια νεκρών
και τη μέρα τίποτα να μη μαρτυράει


και καλά να μη γνωρίζεις το τι
και το πότε για το καύκαλο
αλλ’ εκείνο το καλάθι το αλαλάζον
καταμεσής του δρόμου
κλότσα το π’ ανάθεμά το ν’ ανοίξει ο τόπος
το βλέπεις, πας ν’ αποκτήσεις άκρα καχεκτικά
τα χέρια, άσε, πάνε,
να κοιτάξουμε τα υπόλοιπα
τα θαμμένα, τα πού αιωρούνται
πέτρες, στέγες, ό,τι

αυτές οι δυσανάγνωστες υπογραφές
καλά με είχαν βάλει σε υποψία
κι άρχιζα να μπολιάζω τ’ αειθαλή
με πόνο φυλλοβόλο


κίνηση καθαρτήρια μήπως δώσει ο θεός
και βγει το άθροισμα λανθασμένο


στα άρτια και στα ρηχά ασβέστη


πρέπει να έχεις καρδιά γενναία, βάρβαρη
αυτό είναι το συμπέρασμα, αλλιώς
την εγγύηση δεν την σημαδεύεις μεσόφρυδα
κάνεις πως αστοχείς
(ασ’ τη να βρίσκεται για μια δύσκολη ώρα)
κι ύστερα μπουκάρει το Απαραβίαστο


το μεγάλο μαράζι
και πού θράσος ν’ απλώσεις χέρι
ίσως λοιπόν αυτό είναι το χειρότερο
και δόξα τω θεώ δεν έγινε

συνηθίζεις, τι να γίνει, και στο απάνθρωπο,
αμπαρώνεις, θειαφίζεις,
πετάς στην άσφαλτο τους βολβούς
τα καθίσματα

ας θηλάσουν τώρα τα ζώα μόνο
και το αγκάθι της πίκρας
το αμάραντο


Από τη συλλογή Αγκάθι το αμάραντο, 1972, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Φωτό: Dariusz Klimczak

.

.