RSS

Daily Archives: 03/06/2013

Image

Άννα Μπουτσουρίδου, Φύλλα

Δεν τον είχε γνωρίσει τον παππού της η ίδια, τον ήξερε και τον ζούσε όμως μέσα από τις περιγραφές της γιαγιάς και της μητέρας της. Οι λεπτομερείς εξιστορήσεις τους και οι τακτικές αναφορές τους σκιαγραφούσαν, στις σελίδες της καθημερινότητάς της, μια προσωπικότητα άμεμπτη, ένα χαρακτήρα ισχυρό και επιτυχημένο, τα απίθανα επιτεύγματα και οι ικανότητες του οποίου την έκαναν καμιά φορά να φοβάται ότι εκείνος βρισκόταν ακόμη ανάμεσά τους, κρυμμένος κάπου στα δωμάτια του μεγάλου οικήματος, στα τριξίματα των διαδρόμων και στις ανάσες του νυχτερινού αέρα, που έκανε τις κουρτίνες να τρεμουλιάζουν.

 andrey remnev tumblr_md4atxBWHE1rcaop7o1_500Ένιωθε το βλέμμα του να την παρακολουθεί, όταν διέσχιζε τον μακρύ διάδρομο, για να πάει στο υπνοδωμάτιο της, αλλά, περισσότερο, τη διαπερνούσε μέσα από το μεγάλο του πορτραίτο, που δέσποζε στην ησυχία του καθιστικού. Της προκαλούσε σύγκρυο ο αυστηρός πίνακας, έτσι όπως την εξέταζε συνοφρυωμένος, τις φορές που, τιμωρημένη μέσα στην αποστειρωμένη σάλα, έπρεπε να απολογηθεί μπροστά του για τα λάθη της ή να συνειδητοποιήσει τις παρατυπίες της, ενώπιον αυτού του δικαστή, που ο ζήλος του την εξέταζε με την πανταχού αόρατη παρουσία του. Αναπνέοντας συγκρατημένα τις φορές εκείνες, προσήλωνε κάποια στιγμή το βλέμμα της στο βάζο με τα φρέσκα τριαντάφυλλα − που άφηναν ευλαβικά οι δικοί της κάτω από το πορτραίτο − ,ψάχνοντας καταφύγιο στην όμορφη ανθοδέσμη.

Η ματιά της ζητούσε φιλοξενία μέσα στο ευωδιαστό μπουκέτο, γύρευε άσυλο στα ντελικάτα του πέταλα, τα οποία, άγνωστο πώς, άνοιγαν αναπάντεχα ένα μυστικό πέρασμα, που την έβγαζε μισοκοιμισμένη σ’ έναν χώρο άλλο, ένα σκηνικό θεάτρου, μιαν άδεια αίθουσα, ένα ξέφωτο γητεμένο από απόκοσμο φως, να ακούει αποσπάσματα διαλόγων ενός έργου,ANDREY REMNEV 8db2757797b128581fa024ffd1cb1de3 η ονομασία του οποίου της διέφευγε την κρίσιμη στιγμή, την τυραννούσε κολλημένη στην άκρη της θύμησής της, γλιστρούσε στο λαιμό της, εμποδίζοντάς την να καταπιεί. Το χέρι της ψηλάφιζε τότε μια ταυτότητα κρεμασμένη στο λαιμό της, μιαν αλυσίδα που την τραβούσε γρήγορα ν’ αναδυθεί κάτω από την μπλούζα της, να την φέρει στο ύψος των ματιών της, ώστε να προλάβει να τη δει, και ήταν τότε που η ταυτότητα εκείνη μεγάλωνε και την τράβαγε σαν βαρύς κάβος σε βάθη, όπου δεν υπήρχε πια αέρας, όπου έπρεπε να ξυπνήσει ή να κοιμηθεί για πάντα.

Ζούσαν στη μεγάλη κατοικία, που είχε χτίσει ο παππούς της, για να καταλαμβάνουν ελάχιστα από τα πολλά δωμάτια, τα κλειδιά των οποίων παρέδιδε η γιαγιά της στην ηλικιωμένη οικονόμο, που γέμιζε με τον όγκο της την κουζίνα κάθε πρωί. Η υπομονετική γυναίκα με το χαμόγελο  κατάφερνε, μερικές φορές, να κάνει τη Μαρία να περνάει το κατώφλι της διστακτικότητάς της, να βγάζει στην επιφάνεια δείγματα μιας πτυχής, που σαν άλλος εαυτός βρισκόταν σε νάρκη εντός της, να ανασύρει ευρήματα που διψούσαν να συγκροτηθούν και να γίνουν συμπαγή − τα ίδια που προσπαθούσαν να πατήσουν στα πόδια τους και συχνά κατέρρεαν ενώπιόν της σαν χωμάτινοι σωροί, αφού είχαν ακροβατήσει, για λίγο διάστημα, σ’ ένα γλιστερό μεταίχμιο.

.

.

Πήγαινε στο σχολείο, ντυμένη με σχολαστικότητα τη στολή της, με τα βιβλία της δανειστικής βιβλιοθήκης στα χέρια, τόμους που την καθοδηγούσαν να επιλέξει απ’ το σπίτι και που διάβαζε όπως εάν είχε κάνει αφηρημένη έναν περίπατο στο δάσος, χωρίς να θυμάται τίποτε ιδιαίτερο απ’ αυτόν κατόπιν.

ANDREY Remnev1

Η μητέρα της, τηρώντας με ακρίβεια το πρόγραμμα των καθηκόντων, έπαιρνε θέση πλάι της, στο μακρόστενο κάθισμα για το μάθημα του πιάνου, με παλάμες προσηλωμένες στα ασπρόμαυρα πλήκτρα. Το άρωμά της, αναμεμειγμένο με τη μυρωδιά του δέρματός της, άπλωνε τις δροσερές του νότες ολόγυρά τους, καταργώντας για λίγο την επιβεβλημένη μεταξύ τους απόσταση, που σαν άλλη παρτιτούρα άπλωνε τα δικά της φύλλα.

Όταν ο χτύπος του ρολογιού σηματοδοτούσε τη λήξη του μαθήματος, η μητέρα της απομακρυνόταν γοργά, ενώ τα τακούνια της αντηχούσαν σαν άλλος μετρονόμος. Γύριζε τότε και κοίταζε με περιέργεια το ελαφρύ βούλιαγμα που είχε μείνει στο παλιό δερμάτινο κάθισμα ακριβώς δίπλα της, όπως θα προσπαθούσε να διακρίνει, μέσα από έναν καθρέφτη θαμπό ή μια λίμνη, τη νύχτα, εικόνες που της έλειπαν∙ να συμπληρώσει ένα πάζλ, τα κενά του οποίου της καταλόγιζαν μιαν ανομολόγητη ενοχή, ένα μυστικό φταίξιμο: το ίδιο που κατάπινε, στα μυστηριώδη κομμάτια του, την ύπαρξη του πατέρα της, εκείνου του νεαρού άντρα, που τόσο πολύ του έμοιαζε στα μάτια, στο στόμα και στο ξάφνιασμα της στάσης, έτσι όπως είχε αποτυπωθεί σε μια φωτογραφία-λάφυρο που ανακάλυψε παλιά, κρυμμένη σ’ ένα χαλασμένο μουσικό κουτί.

andrey-remnev-1337965318_bΣαν να είχε τρυπώσει ο φωτογράφος στ’ άδυτα της σκέψης του και νά ’πρεπε ν’ απαντήσει το ίδιο πράγμα που τον ρώταγε επίμονα και η ίδια: τι θα προτιμούσε αν γινόταν να διαλέξει ξανά, το ενδεχόμενο να εξαφανιστεί για πάντα ή να επιστρέψει κάποτε. Τι; μα εκείνος εξακολουθούσε να κοιτάει ξαφνιασμένος, με την ταλάντωσή του νά ’χει μείνει, το μόνο ξεκάθαρο στοιχείο του πάνω στη φωτογραφία.

Διένυαν τις τελευταίες ημέρες ενός καλοκαιριού που είχε πρώιμα ψυχράνει, με τον ήλιο να αποδυναμώνεται αισθητά μέρα με τη μέρα. Στην τελευταία εκδρομή τους, στην κοντινή ακτή, η υγρασία βάραινε την ατμόσφαιρα. Τα γλαροπούλια πετούσαν χαμηλά, βουτώντας κάθε τόσο στη θάλασσα, ιπτάμενες παρέες που προμήνυαν με άτακτα κρωξίματα την αποκαθήλωση της εποχής. Τα χάζευε η Μαρία, όπως έκανε και με τα μεγάλα σχήματα που σκάλιζε μ’ ένα ξύλο στην άμμο, σχήματα που έφτανε το ήσυχο κύμα, που έσβηνε ο σταθερός παφλασμός του. Andrey Remnev - (9)

Τα βράδια, στο τραπέζι της κουζίνας, ακούγοντας την οικονόμο να σιγοτραγουδάει παλιούς σκοπούς της πατρίδας της, πάλευε νυσταγμένη ν’ αδειάσει την υποχρεωτική κούπα με το βραδινό γάλα. Ένας απόηχος εντυπώσεων αναμόχλευε τα δικά του γεννήματα μέσα στο μυαλό της, εξέπεμπε, σαν ομιχλώδες τοπίο, το παρόν στο προσκέφαλό της∙ τα δικά του σινιάλα, μαζί με τις ειδήσεις μιας ξενιτιάς, που έρχονταν με όνειρα τις νύχτες. Ένα πρωινό κοίταξε έξω από το παράθυρο του δωματίου της. Μερικά χελιδόνια ψαλίδιζαν με τα κοφτά τους τινάγματα τον ουρανό και, για μια στιγμή, φαντάστηκε τον εαυτό της ξαπλωμένο στην λευκή κοιλιά ενός από αυτά, να αποδημεί μαζί τους. Ύστερα βγήκε έξω, στο σημείο του κήπου που προτιμούσε. Ξάπλωσε στο χώμα κάτω από το δέντρο, με το κεφάλι της να ακουμπάει το γέρικο κορμό. Λίγο πιο πάνω απ’ το πρόσωπό της, μεγάλα φύλλα σαν αειθαλείς παλάμες διάπλατες, μισοκλεισμένες, δισταχτικές, αποφασισμένες, διακλάδιζαν ήδη με χειραψίες οικείες, άγνωστες και επερχόμενες, μια ιστορία, ένα μέλλον.

ANDREY REMNEV tumblr_mcmqnkoJNE1qmmb4to1_500

Πίνακες: Andrey Remnev

 
Image

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Μωβ

Laura Makabresku8257554694_07abaffe75_z

…θα καθυστερήσω λίγο σε αυτό τον ώμο, σου είπα, γύρω βουίζαν σφήκες όλα τα υδρόφιλα κύτταρα της σπάνιας νύχτας σου, μετά άλλαξες πλευρό∙ χάθηκε η αντίπαλη αίσθηση ότι το λινό και το δέρμα είναι ένα σημείο ρύθμισης του λευκού, όπου μπορείς να στηριχτείς, για να πάρεις μιαν αξιοπρεπή φωτογραφία∙ μπήκε από το χωλ ένας παγωμένος αέρας, κρυστάλλωσε το χνούδι στους γλουτούς, και το δάκρυ ρυάκι – όπως έπρεπε−, η ζωή, δηλαδή, βρήκε την ισορροπία του πάγου, και στη σερβάντα πυροδοτήθηκε η αιώρηση της σκόνης από το σχολικό λεύκωμα∙ εκεί, στο σαλόνι, κάτω απ’ το αμπαζούρ-φωλιά της σφήκας, είχε ξαπλώσει το σταχτί ελάφι, γλουτοί και δάκρυα σβούριζαν στ’ αμυγδαλωτά του μάτια, και η κοιλιά του άχνιζε καυτό αίμα από την ξυραφιά∙ μετά σηκώθηκα, πήγα στην κουζίνα, άναψα το φως, και ήταν άνοιξη του ’79, οι πάγκοι ήταν φορμάϊκα, τα τραπέζια δανέζικα, κι έμπαινε μια πασχαλιά απ’ το παράθυρο μωβ περλέ με μυρωδιά νεκροταφείου∙ έκανα δεν την είδα, κι έβαλα επιτέλους ένα ποτήρι νερό, χωρίς τον κόμπο να με πνίγει∙  αύριο πάλι, με το ξημέρωμα, θα μπω να σφουγγαρίσω…

Φωτό: Laura Makabresku

.

 

 
Image

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

http://bibliotheque.gr/?p=21888

http://www.arisgrandman.com/bibliography–web.html

.

Εδώ και πάρα πολύ καιρό, το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα στη γραφή και την τέχνη γενικότερα είναι πρόβλημα κατανόησης του κόσμου. Όποιος, παράδειγμα, «διαβάζει» τον κόσμο μέσα από την κουλτούρα της Μπάρμπι (ακόμα κι αν αυτή είναι localized, όπως π.χ. στα ελληνικά ευπώλητα βιβλία που μετά μανίας καταβροχθίζουν ανορεξικές και αγάμητες κυρίες) κατανοεί τη ζωή του σαν Μπάρμπι. Δηλαδή διαβάζει πρόχειρα, επιπόλαια, στον αφρό. Διαβάζει μια πλοκή, διαβάζει μια ιστορία, καταπίνει το ένα μετά το άλλο βιβλία της λογοτεχνίας και της παραλογοτεχνίας λες και είναι επεισόδια σε τηλεοπτική σειρά. Τα συζητάει εξίσου ανάλαφρα στα social media, λες και είναι ιστοριούλες από τα παρασκήνια των ειδήσεων. Κάνει zapping ανάγνωση των βιβλίων και, τελικά, του κόσμου. Ειδικά, όταν πέσει στα χέρια του ένα κείμενο με κάποιες απαιτήσεις διαφορετικής ανάγνωσης του κόσμου, πέρα από την κυρίαρχη των Μέσων, το κείμενο/έργο ακυρώνεται αυτομάτως μέσα από την à la Μπάρμπι ανάγνωσή του.

Alexej Alexejewitsch Harlamoff  tumblr_mhakufDJyo1r74hw1o1_1280Μεγάλη μερίδα αναγνωστών έχει εθιστεί να διαβάζει τη λογοτεχνία όχι ως αυτό που είναι, ως τέχνη της ζωής, μια τέχνη που θέτει ερωτήματα για τη ζωή, μια τέχνη που εμπνέει την Επιθυμία για την αλήθεια και την ομορφιά, αλλά ως φτηνό ρεπορτάζ του Πραγματικού. Είναι σχεδόν φυσιολογικό να διαβάζεις έτσι. Αφού αυτή τη γραφή κι αυτή την ανάγνωση διδάσκει η κυρίαρχη ανάγνωση του κόσμου: ένα ρεπορτάζ του Πραγματικού που δεν έχει καμία σχέση με το Πραγματικό. Ή, έχει όση σχέση έχει η Μπάρμπι με τον πραγματικό κόσμο ή τα Goodies με το πραγματικό φαΐ. Η πιο σοβαρή συνέπεια αυτής της παραμορφωτικής ανάγνωσης του κόσμου είναι μία – και τη διατυπώνω δίχως καμία περαιτέρω εξήγηση (ο καθείς θα πρέπει να την ανακαλύψει μέσα από την προσωπική του διαδρομή): σιγά, αλλά σταθερά, όπως το σαράκι που τρώει το ξύλο, χάνεται από τα μάτια της πλειονότητας του κόσμου η Επιθυμία του Αισθητικού, η Επιθυμία της όποιας ομορφιάς, αλλά και το κριτήριο που επιτρέπει να την αναγνωρίζεις όταν τη συναντάς.

CARL Detail_2Με αυτή την απώλεια της Επιθυμίας συνδέεται ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα στην Iστορία της Τέχνης: η αληθοφάνεια. H σχέση του Έργου με το Πραγματικό. Η Ιστορία διδάσκει ότι η καλύτερη λογοτεχνία κάθε καιρού και κάθε τόπου γύρισε την πλάτη στο ζήτημα της αληθοφάνειας. Aυτό πιο συγκεκριμένα υπονοεί: όχι ότι αδιαφόρησε για το Πραγματικό καθεαυτό. Tο αντίθετο μάλιστα. H καλύτερη λογοτεχνία ουδέποτε αδιαφόρησε για το Πραγματικό. Aδιαφόρησε όμως για το βαθμό αληθοφάνειας διά της οποίας θα το αποδώσει. Δείτε, π.χ., τον Δάντη, τον Στερν, τον Θερβάντες, τον Pαμπελέ, τον Γκόγκολ, τον Μπέιλι, τον Kάφκα, τον Τζόις, τον Mπέκετ, τον Μπόρχες, τον Μούζιλ, τον Μπροχ, για να αναφέρω πρόχειρα, έτσι στην τύχη, μερικά πασίγνωστα παραδείγματα αναληθοφανούς ρεαλισμού. Kι όμως όλοι αυτοί οι μεγάλοι κλασικοί στην πραγματικότητα αγωνιούσαν για την απόδοση του Πραγματικού[1].


Θα τους ονομάσουμε ρεαλιστές; Δεν νομίζω. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που τους έκαιγε όταν έγραφαν. Η σχέση της λογοτεχνίας με το Πραγματικό δεν είναι μια σχέση μορφική με την πολύ στενή έννοια (δηλαδή μια σχέση μεγαλύτερης ή μικρότερης πιστότητας στην αληθοφανή απόδοση του Πραγματικού), είναι πρωτίστως, μια σχέση μορφική με την ευρύτατη έννοια, σχέση εμπειρική/καλλιτεχνική: είναι μια σχέση που απορρέει από τη λιγότερο ή περισσότερο γνήσια επιθυμία του καλλιτέχνη να καταβροχθίσει, να σπαράξει, να πονέσει, να χαθεί μέσα στο Πραγματικό – με την ερωτική έννοια του όρου.

Zούμε, εδώ και τριάντα και παραπάνω χρόνια, έναν πληθωρισμό λογοτεχνίας που υποκρίνεται το αληθοφανές, το Πραγματικό. Tο μεγαλύτερο μέρος αυτής της ευπώλητης, μεταμοντέρνας μυθοπλασίας, παγκοσμίως, υποκρίνεται πως αποδίδει το Πραγματικό ενώ στην ουσία παράγει ένα αθλητικό ρεπορτάζ του Πραγματικού [2].


CARL DSCN0994.-JPG
Aυτή είναι η αλήθεια κι όποιος δεν τη βλέπει ζει στα σκοτάδια. Aλλά αυτή η παραγωγή δεν οικοδομεί τέχνη του λόγου, δεν οικοδομεί καμία τέχνη. Πρόκειται για έναν διεφθαρμένο ρεαλισμό [3], έναν ρεαλισμό που στέκεται επιπόλαια στον αφρό της ζωής – όπως η ρηχή δημοσιογραφία, όπως η πόρνη Μπάρμπι. Αυτός ο ρεαλισμός δεν ταράζει τίποτε και κανέναν. Δεν ενοχλεί, δεν προσβάλλει, δεν πληγώνει, δεν αρνείται, δεν κρίνει, δεν σκέφτεται, δεν κινητοποιεί τις ψυχές, την Επιθυμία. Αναπαράγει μηρυκαστικά τη ζωή λες και αυτή η κοινωνική ζωή έχει πάψει να επιθυμεί, λες και η ζωή έχει συρρικνωθεί σε μικροσυμβάντα που αφορούν πάντα τους άλλους, αλλά ποτέ τον Άλλο. Έχοντας, επιπλέον, αποσυνδεθεί από την όποια Θεωρία που εμπνέει το όποιο Όραμα, την όποια Επιθυμία, έχει επιστρέψει εν πλήρη συγχύσει στη ρωπογραφία της ατομικής εμπειρίας ανάγοντάς την, μέσα από στερεότυπες συνταγές, σε παγκοσμιοποιημένη version του Πραγματικού.

Κι έτσι σιγά σιγά, αλλά σταθερά, ο σύγχρονος αναγνώστης, πνιγμένος στο ρεπορτάζ, πνιγμένος στη δημοσιογραφική αληθοφάνεια που περνιέται/πουλιέται για τέχνη, χάνει από τα μάτια του την Επιθυμία. Την επιθυμία για την ομορφιά του κόσμου. Την επιθυμία για την Ουτοπία ενός άλλου κόσμου. Την επιθυμία γενικώς. Συνηθίζει κανείς στην ασκήμια όπως συνηθίζει στην οικολογική καταστροφή, όπως συνηθίζει στην πολιτική διαφθορά, όπως ένα κουρασμένο ζευγάρι συνηθίζει να απέχει από τον έρωτα. Η μεταμοντέρνα συνθήκη έχει εθίσει τον αναγνώστη/θεατή του έργου τέχνης στην παραίτηση από την Επιθυμία.

CARL 6186508988_e2db6c2918_z

Ο Φρέντρικ Τζέιμσον, πολύ πριν από την έκρηξη του Μεταμοντέρνου, το 1977, διέκρινε προφητικά την ανάγκη για έναν νέο ρεαλισμό ο οποίος, αφενός θα υπερβαίνει τις διαπιστωμένες αντιφάσεις του μοντερνισμού [4] και αφετέρου θα αποκολλάται από τις γερασμένες συμβάσεις του παρεμβατικού ρεαλισμού.
Ήδη από τότε ο οξυδερκής θεωρητικός έβλεπε την πιθανή διαλεκτική σύνθεση των δύο ρευμάτων στη σύγχρονη συγκυρία: σύνθεση ενός παρεμβατικού ρεαλισμού που ανασυνθέτει, μέσα από το μεγάλο μέτωπο εναντίον της παγκοσμιοποίησης, την ενότητα του κατακερματισμένου κόσμου με έναν μοντερνισμό που ανανεώνει/επαναστατικοποιεί δραστικά τις μορφές αναπαράστασης του Πραγματικού [5].

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε έναν «Ρεαλισμό μετά τον Ρεαλισμό», κατά το όραμα του Τζέιμσον. Έναν ρεαλισμό που θα εμπνέει ξανά την Επιθυμία, έναν ρεαλισμό που θα διεγείρει από την αρχή το χαμένο κριτήριο του Αισθητικού. Έναν ρεαλισμό που θα παράγει ξανά ομορφιά (μορφή) στη θέση της ασχήμιας (α-σχήμα) και Ουτοπία στη θέση της Δυστοπίας.

 

Εγώ σ’ αυτή την κατεύθυνση δουλεύω. Κάμποσα χρόνια τώρα. Με οδηγό την Επιθυμία.


1]Bλ. ως προς τους μοντερνιστές, τη διαπίστωση του Tζωρτζ Στάινερ στο τέλος της Bαβέλ: «H Έρημη Xώρα, το Ulysses, τα Kάντο του Πάουντ, αποτελούν σκόπιμα assemblages, σοδειά από ένα πολιτισμικό παρελθόν που έδινε την αίσθηση ότι κινδύνευε να διαλυθεί. […] Όσοι έδειχναν εικονοκλάστες αποδείχτηκαν, κατά το μάλλον ή ήττον, αγχωμένοι επιστάτες που τρέχουν πάνω-κάτω μέσα στο μουσείο του πολιτισμού, αναζητώντας τάξη και καταφύγιο για τους θησαυρούς του, πριν έρθει η ώρα να κλείσει. […] Tο νέο, ακόμη και στη σκανδαλωδέστερη εκδοχή του, στήθηκε με φόντο τη γνώση και το πνεύμα της παράδοσης. O Στραβίνσκι, ο Πικάσο, ο Mπρακ, ο Έλιοτ, ο Tζόις, ο Πάουντ –οι “δημιουργοί του νέου”– υπήρξαν νεοκλασικοί, που συχνά έδειξαν τόση φροντίδα για τα προηγούμενα κανονιστικά πρότυπα όση και οι πρόγονοί τους κατά τον 17ο αιώνα» (George Steiner, AfterBabel, Aspects of languageand translation, Oxford Univiversity Press, Οξφόρδη, Νέα Υόρκη, 1998, 3η έκδ., σ. 490 – πρβλ. και την ελλ. μτφρ.: George Steiner, Mετά τη Bαβέλ, μτφρ.: Γρηγόρης N. Kονδύλης, επιμ.: Άρης Mπερλής, Scripta 2004, σ. 733 – η υπογράμμιση δική μας).

Andrey Remnev - (6)[2]Eπ’ αυτού συνηθίζω να παραπέμπω στη φράση-κλειδί από τον Kούντερα, που, σημειωτέον, έχει γραφεί το 1993 (στο Προδομένες Διαθήκες): «Tο μεγαλύτερο ποσοστό της σημερινής παραγωγής μυθιστορημάτων αποτελείται από μυθιστορήματα έξω από την ιστορία του μυθιστορήματος: εξομολογήσεις εν είδει μυθιστορήματος, ρεπορτάζ εν είδει μυθιστορήματος, διακανονισμοί λογαριασμών εν είδει μυθιστορήματος, αυτοβιογραφίες εν είδει μυθιστορήματος, αδιακρισίες εν είδει μυθιστορήματος, καταγγελίες εν είδει μυθιστορήματος, μαθήματα πολιτικής εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του συζύγου εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του πατέρα εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό της μάνας εν είδει μυθιστορήματος, διακορεύσεις εν είδει μυθιστορήματος, τοκετοί εν είδει μυθιστορήματος, μυθιστορήματα ad infinitum έως της συντελείας του αιώνος, που δεν λένε τίποτα καινούριο, δεν έχουν καμία αισθητική φιλοδοξία, δεν επιφέρουν καμία αλλαγή ούτε στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον άνθρωπο ούτε στη μορφή του μυθιστορήματος, μοιάζουν όλα μεταξύ τους, τα καταναλώνεις θαυμάσια το πρωί και τα πετάς θαυμάσια το βράδυ».

[3] Βλ. εκτενέστατα επί του θέματος στο δοκίμιο του γράφοντος Διαφθορείς, Eραστές, Παραβάτες, Ελληνικά Γράμματα 2006.

[4] Εκείνες που ανέλυσε θαυμάσια ο Ντάνιελ Μπελ στο βιβλίο του Οι πολιτισμικές αντιφάσεις του καπιταλισμού (Τhe cultural contradictions of capitalism, 1978).

[5] Φρέντρικ Τζέιμσον, «Afterword», στη σύμμεικτη έκδοση Aesthetics & Politics, Verso 1980.

.

Πίνακες: Alexej Alexejewitsch Harlamoff, Carl Heinrich Bloch, Andrey Remnev

.

Σημείωση: Ως εκ τούτου, η  λίστα στο παρόν μπλογκ των φιλοξενουμένων, όσον αφορά τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, θα είναι εξαιρετικά μικρή. Δεκτές οι υποδείξεις, ωστόσο, όσων έχουν κοινά κριτήρια με αυτά του Άρη Μαραγκόπουλου, τα οποία συμβαίνει να συμπίπτουν επακριβώς και με τα δικά μου. Δεν αποκλείεται να έχω χάσει κάτι αξιόλογο… Μου αρκούν και δύο καλογραμμένες παράγραφοι! Ως δείγμα… γενναιοδωρίας των κατεχόντων τα εκδοτικά. Διότι, ασφαλώς, και υπάρχουν άνθρωποι που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, μόνον που γίνονται αντιληπτοί ως… “ινδιάνοι” και πόσο μάλλον όταν απουσιάζουν… οι συστάσεις! Tα κείμενά τους δεν διαβάζονται καν. Καλώς ή κακώς αυτή είναι η αλήθεια! H εκδοτική πραγματικότητα, στο πλείστο των περιπτώσεων, ασπάζεται τα κριτήρια της μη επιθυμίας και της δημοσιογραφικής ανάπλασης του κόσμου, που κάθε άλλο πάρα κόσμο συνιστά, καθότι α:κοσμος και α:τοπος!

.

.

 

 

 

 

Tags: , ,

Image

George Le Nonce, Περὶ τῆς μυθοπλασίας (e-περιοδικό Στάχτες)

Carl Dobsky 810Στάθηκε μπροστ σνα τυχαο ράφι. Δν τ εχε παρατηρήσει τ προηγούμενο πόγευμα, λλ δν πρχε καμμι λογικ στν ταξινόμηση τν βιβλίων: βιογραφίες, ποιήματα, μυθιστορήματα, θεωρητικ βιβλία (ψυχανάλυση, κοινωνιολογία, κριτικ) σαν λα νάκατα στδιο ράφι, σ διάφορες γλσσες, μ διάφορους συγγραφες, π διάφορες χρονικς περιόδους. Δν πειράζει, σκέφτηκε, λλωστε δν εχε σκοπ ν ψάξει κάτι συγκεκριμένο γι ν διαβάσει, θπαιρνε κάτι στν τύχη, πγε σνα λλο ράφι, κλεισε τ μάτια, κα κατέβασε τ πρτο παχουλ βιβλίο ποπιασε, μ τν λπίδα τι θταν μυθιστόρημα.

   Καταν. Γνωστ κα ατό, πως Δίκη, τ εχε ξαναδιαβάσει πολλς φορές, λλ δν τν νοιαζε, πόλαυση ατν τν μυθιστορημάτων δν μειωνόταν μ τς παναναγνώσεις, πως δν μειωνόταν καρωτικπόλαυση ταν κανες ξαναγαμοσε τν διο νδρα. προσμον τς πόλαυσης το συγκεκριμένου μυθιστορήματος εχε, μάλιστα, καφθαλμοφανες συνέπειες στ σμα του: εχε ρχίσει ν καυλώνει.

  χι, δν πρόκειτο γιρωτικ μυθιστόρημα, τολάχιστον χι μ τν κοινννοια τς λέξης. ντούτοις, ταν ξεκίνησε ν τ διαβάζει ντιλήφθηκε πς στύση του δν πρόκειτο νποχωρήσει, ντιθέτως, μ κάθε σελίδα μεγάλωνε κα σκλήραινε, καταν φθασε στν τρίτη μέρα τομερολογίου τοJonathan Harker, δν μπόρεσε λλο ν συγκρατηθε, ρθε σργασμ μεγαλειώδη καπίπονο, ν πίσω π τ βιβλία, κρυμμένος στ μυστικό του τάφο, πέργηρος πράγματι οκοδεσπότης τν παρακολουθοσε λιγωμένος κα περίμενε πότε θρθει νύχτα, πότε θπολαύσει πιτέλους τ σμα ατ πο μόνο π τς σχισμς τν μυθιστορημάτων μποροσε ν θαυμάσει.

 

ν κα δν τξερε κόμη, Τ. εχε δη πραγματοποιήσει τνειρό του.

 (απόσπασμα)

 

http://georgelenonce.com/2013/05/30/baudelaire-le-lethe/

http://www.staxtes.com/2013/05/george-le-nonce.html

Πίνακας : Carl Dobsky

 

.