






Αποχαιρετισμός
Β΄. Το παιδί
Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή
με παίρνουν, μάνα, σαν φτερό, σαν πεταλούδα τρυφερή
και δεν μπορώ να κρατηθώ•
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά σηκώνουν κύμα βροντερό
θαρρείς ανάλυωσεν η γη, και τρέχ’ η στράτα, σαν νερό
και γω το κύμα τ’ ακλουθώ
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.Όσες γλυκάδες και χαρές μας περεχύν’ ο ερχομός
τόσες πικράδες και χολές μας δίν’ ο μαύρος χωρισμός
ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.Πλάκωσε γύρω καταχνιά, κι ήρθε στα χείλη μ’ η ψυχή
δος με την άγια σου δεξιά, δος με συντρόφισσαν ευχή
να με φυλάγη μη χαθώ,
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.
.
Τo όνειρο

Kυρίες και κύριοι,
Πάντα όταν μιλάω μπροστά σε πολύ κόσμο μου φαίνεται πως έκανα λάθος στην πόρτα. Κάποια χέρια φιλικά μ’ έχουν σπρώξει και βρίσκομαι εδώ. Ο μισός κόσμος βρίσκεται χαμένος ανάμεσα σ’ αυλαίες, ζωγραφιστά δέντρα και πηγές από τενεκέ και, όταν πιστεύουν πως θα συναντήσουν το δωμάτιό τους ή τον κύκλο του χλιαρού τους ήλιου, βρίσκονται μ’ ένα καϊμάν που τους τρώει ή… με το κοινό, όπως εγώ αυτή τη στιγμή. Και σήμερα δεν έχω άλλο θέμα εκτός από μια ποίηση πικρή, μα ζωντανή, που πιστεύω θα μπορέσει ν’ ανοίξει τα μάτια σας με δύναμη από τις βουρδουλιές που θα σας δώσω.[…]
Έτσι λοιπόν πριν διαβάσω μεγαλόφωνα και μπροστά σε πολλούς ανθρώπους κάποια ποιήματα, το πρώτο που πρέπει να κάνω είναι να ζητήσω βοήθεια απ’ το ν τ ο υ έ ν τ ε, που είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο κατανοεί ο ένας τον άλλον, χωρίς τη βοήθεια της διάνοιας και χωρίς κριτικό όργανο, σώζοντας την ίδια στιγμή τη δύσκολη κατανόηση της μεταφοράς και κυνηγώντας, με την ίδια ταχύτητα με τη φωνή, το ρυθμικό σχέδιο του ποιήματος.[…]
Έτσι κι αλλιώς, εγώ, ως άνθρωπος και ως ποιητής, έχω ένα μεγάλο αδιάβροχο, το αδιάβροχο του “δικό σου το φταίξιμο”, που βάζω πάνω στους ώμους του καθένα που έρχεται να ζητήσει εξηγήσεις από μένα, που δεν μπορώ να εξηγήσω τίποτε άλλο πέρα από το να ψελλίσω τη φωτιά που με καίει.
Federico Garcia Lorca, Ποιητής στη Νέα Υόρκη, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 1993
Πίνακες: Dui Huynh

Λευκά κεριά λιώναν φιλιά σε μια φωτογραφία
Αύρα απ΄ ανάσες σφράγιζαν του χρόνου τη θητεία
Τα βέλη του ο έρωτας σκάλιζε με μανία
ώσπου ματώσαν οι σκιές και γράψαν ιστορία.
Το τελευταίο ταγκό χορεύεται με πάθος
ακροβατεί το λάθος και δίνει το ρυθμό.

Κι όσο που φλέρταρε το κρύσταλλο η σανγκρία
βολτάρανε οι μύθοι στην παλιά τραπεζαρία.
Λινάρι φυλακτό περνούσε σταυρωτά η φαντασία
ξάφνου έγειρε ο έρωτας σεργιάνι στη θυσία.
Το τελευταίο ταγκό χορεύεται με πάθος
ακροβατεί το λάθος και δίνει το ρυθμό
Αθήνα 1999
Πίνακες: Dui Huynh
Τις νύχτες που πάω με καράβι στο φεγγάρι
κουπί σεργιανάω τρελό χαλινάρι
και βρίσκω στην κρίση μου πάνω κομήτες
“την έβαψες”, λέω, “σε πιάσαν Κουρήτες.”
Αλήτες κομήτες, φλεγόμενοι δύτες
λυγάνε τη σάρκα στο φεύγα τους, θύτες,
σαγήνη ποτήρι, το μάτι ρουφάνε
στο μαύρο, σκιές, μοναξιά με κερνάνε
Καιρός συνωμότης μου παίζει παιχνίδι
“δε γίνεται”, λέω, “αλλιώς δεν αξίζει!”
Ποιο μένος φωτιάς τους ραντίζει με πείσμα
στο χάος μ’ ομπρέλα, τροχιά και καπρίτσια;
Κουβέντες, σεντόνια, στ’ αστέρια πετάνε
“να, νάνι”, τους λένε, “Σιωπή!” και το σκάνε.
Κουνά ο θεούλης το κλάμα στην κούνια
στοιχειώνουν ζωές στου κορμιού τους τη φούρια
Ρεφρέν
“Να πιάσω”, φωνάζω, “δυο στάλες με ύλη,
στεγνό το ταξίδι, Σκορπιός στη σελήνη!”
Καθρέφτες να κάνουν φωτιά τα κομμάτια
κομήτες να γίνουν τα δυο σου τα μάτια.
Αθήνα 1999
Δημοσιευμένο στο περιοδικό “Πανδώρα”
Πίνακας: Alexander Jannson