Απόψε φάγαμε ελαφριά μια σούπα μόνο, όπως ταιριάζει στους ιστούς που έχουν βαρύνει από τις απλωμένες σάρκες μιας μουντής ημέρας, είπε ο πατέρας, και τράβηξε ένα μανταλάκι που καλλιεργούσε στο χώμα μια κουρτίνα με πολύχρωμα λουλούδια Του φάνηκε πολύ λυκόφως να επιστρέψει στο μνήμα με αύτανδρο τον ήλιο Έσυρε στην άμμο τις παντόφλες Πας, είπα, κι εγώ πώς θα σε κουβαλάω όλο κόκκους μες στο σπίτι;
Κάνε υπομονή και ποίημα με όστρακο στους βράχους, είπε, και μη μεγαλοπιάνεσαι απ’ τις διαθήκες των νεκρών σου Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, είπα, Σου έχω αφήσει ένα σεντόνι για την αλμύρα και το βρέφος, είπε θλιμμένα, αχάριστη, και σαν να φάνηκε πως έκλαιγε το ένα του το μάτι —στο άλλο του ράβω κάθε μέρα ένα φρέσκο μη με λησμόνει άνθος να θρέφω μόνο φτωχές ροές από ελλείψεις όταν τα βράδια επιστρέφει να μου σιάξει την κουβέρτα
Θα κοιμηθούμε εδώ, σκεφτήκαμε, στις κοφτερές σπάθες των ερώτων Να κόβουν σε ωραίους καρπούς τ’ αστέρια Να θρέφουμε το βρέφος που άφησε ο πατέρας με εύγεστο φως από θανάτους Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, σου είπα, πρέπει να λέω όλη την ώρα σ’ αγαπώ Εσύ μετρούσες με το ρίγος που κυκλώνει τους τυφώνες βότσαλα όστρακα υδρατμούς και χαρακιές πάνω στα βράχια
.
.
Εδώ είσαι, είπες, χαμογέλασες, στα σχήματα της πέτρας Σσσσς… Πάρε έναν μικρό αστερία, είπα, μη μιλάς, και σ’ τον ακούμπησα στα χείλη Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, μόνον εάν εσύ το όστρακο κρατάς και το σφυρί εγώ σιγά σιγά να με κολλάμε πάλι σε λέξεις από ίνες σιγά σιγά, η αχάριστη, όπως το κληροδότησε ο πατέρας.
Η κυρία Χέντγεν, εξακολουθώντας να νιώθει θυμό, ανέβηκε στη μεγάλη κάμαρα για να φέρει λουκάνικα για το βραδινό φαγητό, κι επειδή ο θυμός σε κάνει απρόσεχτο, κλώτσησε τα καρύδια, που κύλησαν με εκνευριστικά δυνατό θόρυβο μπρος από τα πόδια της. Κι όταν, σαν να μην έφτανε αυτό, πάτησε κι ένα, ο θυμός της έγινε ακόμα πιο έντονος. Για να μην πάνε όμως τελείως χαμένα, βάλθηκε να καθαρίζει προσεκτικά την ψίχα από τα σπασμένα τσόφλια· έβαζε στο στόμα της τα άσπρα κομμάτια και σκουροκίτρινη πικρή τους πέτσα, και κάθε τόσο φώναζε για να ακούσει η παραμαγείρισσα: τελικά το τσουλάκι την άκουσε και ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά, μόλις όμως μπήκε μέσα στην κάμαρα, την υποδέχτηκε ένας χείμαρρος από βρισιές: βεβαίως, όποιος κορτάρει με τους αλήτες δεν μπορεί παρά να κλέβει και καρύδια, τα δυο πάνε μαζί, τα καρύδια τα είχε απλώσει κοντά στο παράθυρο και τώρα είχαν φτάσει ίσαμε την πόρτα – και φυσικά δεν είχαν πόδια να περπατάνε από μόνα τους: σήκωσε το χέρι έτοιμη να χτυπήσει τη μικρή, κι αυτή έσκυψε το κεφάλι και ύψωσε το μπράτσο της για να προφυλαχτεί, όμως καθώς εκείνη τη στιγμή ένα τσόφλι κόλλησε στα δόντια της, η κύρια Χέντγεν αρκέστηκε να το φτύσει με σιχασιά. Μετά κατέβηκε στο μαγαζί, ακολουθούμενη από την κοπέλα που μυξόκλαιγε.
Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ. Κώστας Κουντούρης, σελ.17, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.
Και η νύχtα κρημνίζεται έξω
απ’ το παράthυρο
με τον ήχο από εθελούσιες ψιχάlες ν’ αlυχτούν σε
δρώmενα σκουριάς πάνω στα κάγκeλα του μικρού
μου φτωχικού αιΩνα στο μπαλκόnι ΟρθώNομαι από
τρόmο όrαmα κοιμισmένο σε πάπλomα ανάσκελα
Χωρίς ν’ ακούω παrά μόνοn enαν απόηχο από σenα
Που Sυnορεύεις εκρηκτικά ενύπνια σε πράγματα,
πράξεις, εξαγγελίες, ραμφίσματα αρχαγγέλων,
συλlήψεις ηρωικές, αναρροfήσεις έρωtα Άσfαχτου
ακόμη από τον ηδοnικό νικέlινο σπασμό Εnός φιlιού
Που μ’ αrαβουργήματα η Μνήμη
τη γλώσσα κεντimένη
πλημμυρίζει Όρthια σε Στύση
Εκμαυλισmένη μες στην κόpωση Από
τους μώλopes μιας θείας κοιnonίας:
Πάνω σε κείνο ακριβώς το lάvετε fάgετε
εντοπίστηκε η ατυχής εκpυρσοκρότηση
Sarkiων
Και στο επ’ ώμου ντραπήκαμε οικτρά
για τα ωμά τα ερωτικά
τα
κremaσμένα
απ’ τη Lαvίδα
του ιερeως
Κι εκείνος μας λυπήthηκε
Κι απελπισμένος κραύγαζε:
Θεοί και Δαίμονες
προσέλθετε εις τον Οίκοn του Κυρίου
με απλότητα και με τις μαυροφορεμένες
hήρες σας παρέα και τους κουτσουrεμένους σας
παtέρες στα δεκαnίκια της απόlαυσης μιας άπνοιας
ερώtων Και με τα ψόφια αρseνικά ή θiliκά ή
κι ερμαφrόdita Που τρίβουν της οιμωγής τους το
δοξάρι Κenτρίζοντας τη μέLισσα Που δεν περna
η μέLισσα έτσι όπως τρέhουνε
τα αιχμάλota mελλούμena
στο χαlασmeno σpόri του κaυlού σας
Ή…
(βροnτοφώναξε τόσο που ευνουχίστηκε
η χορδή τσιρίζοντας εξέγερση)
Ε ά ν δen σας βαρenει ο δρόmος σας
Σύρτε με χαlινό οικόsιτο ως εδώ
τους νιόβγαλτους βλαστούς σας:
τα όσα Lιμασμένα από θηlή βλeμμα
κι από τη hειραγώγηση ενός χαδιού
σπαργανωμένου με φωnήεν
σε αρχέγονα ερυθήματα
Θα ψάllω εγώ για την ανάπαυση
Κι εμείς γυρίσαμε το βλemμα
ένα γύρω έτσι
αποκολληmένοι
απ’ τα δικά
μας
σ οmα ta
και στρεβλωμένοι
εκτός των Όπως
ανάλαφρες
μεμβράνες
ο ένας μες στον άλλον
Kι αναμασούσαμε εκστατικά μια χρυσοπράσινη παράνοια
στην άκρη της Lαvίδας
Έτσι ρέαμε φως ανάμεσά μας
γιατί κανείς μας δεν μιλούσε
καμιά γλώσσα γνωστή στην Οικουmένη
Μόνον βουβοί στeργαμε να φλυαρούμε για τα
παλιά μας χρόνια Που σ’ έρημους πλέον μαχαλάδες
διαλαλούσαν αλαλαγμούς παράφορους για μιαν
ασβεστωmένη ήττα επάνω σε πατίνια Πρόθυμη να
εκτιναχθεί σε λίγο από σμπαραλιασμένα γόνατα
Θρυψαλιασμένους αστραγάλους
Στο εύθραυστο να γράψει σε πλάκα ιωδίου
«διά το filoνiκείν εις τα οστά των»
Που σε ελεύθερη μετάφραση εμβρυακών ασμάτων
σημαίνει πως τούτη η εύτολμη αθωότητα
των παιδικών κραυγών Που κλαυθμηρίζανε
τις μοίρες στα πλακόστρωτα Δeν ήταν
τίpοτε άλλο παρά η άτεγκτη
υπενθύμιση του ήλιου
πως η φαιά ουσία
αρμέγεται νωπή
στον τοκετό
των οδυνών
μέσα στην
κούφια
σύριγγα
του
Α
Ν
Θ
Ρ
0 p 0
Υ
Χθες το απόγευμα έλαβα στο σπίτι ένα γράμμα. Ήταν η ώρα που σκοτείνιαζε, κι έλεγα στον πατέρα «όπου να ’ναι θά ’ρθει», κι ανάβαμε το τζάκι με τα καυσόξυλα που άρον άρον είχα μεταφέρει από την αποθήκη στην ποδιά μου. Η αποθήκη βρωμάει σαν νεκρός, δεν έχουμε παράθυρα, κι έχει και νεογέννητα ποντίκια που τσιρίζουν. Εγώ έχω εφεύρει να πηγαίνω πάντα γρήγορα την ώρα που όλοι ανάβουμε τα τζάκια και η ομίχλη βρίσκει χώρο να καθίσει στην κοιλάδα — μυρίζει τότε καμένο ξύλο στην αυλή, και είναι όλα θολά κι ονειρεμένα, κι εγώ ρουφάω μιαν ανάσα. Χθες κατέβασα δυο ανάσες, κατ’ εξαίρεση, και ύστερα χτύπησε και η πόρτα δύο φορές.
Σημάδι.
Μία, δειλά.
Μια δεύτερη λίγο.
Πιο εκνευρισμένα αλλά υπόκωφα, «ήρθε;» με ρώτησε ο πατέρας, κι ανασηκώθηκε λίγο στο κρεβάτι. Έχει έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο ο πατέρας να τρέχει τους λυγμούς όταν ακούγεται η πόρτα. Στο πρώτο χτύπημα τους σπάει σαν καρύδι. Στο δεύτερο τους λιώνει, σφίγγοντας στο λαιμό του το πιγούνι, πάνω από τα μούσια. Και στη σιωπή που ακολουθεί —πολλές φορές μας κάνει πλάκα ο άνεμος ή οι γάτες—, γέρνει στο αριστερό του πόδι το κεφάλι, και το κρεμάει έξω απ’ τις κουβέρτες.«Σκεπάσου, πατέρα», είπα, «έχει υγρασία», το γράμμα δεν έγραφε « αποστολέας ». Καθόλου η ανωνυμία δεν με πείραξε, ούτε που πέρασε απ’ το μυαλό μου πως κάποιος κακόβουλος, όπως οι γάτες ή ο άνεμος, ξόδεψε χρήματα για να μας κοροϊδέψει.
Γιατί εμένα με λένε Χάνα. Για την ακρίβεια, Χάνα Πέρτον, κι έχω ωραία δόντια.Και το γράμμα έγραφε « προς Χάνα Πέρτον », και όχι άλλο όνομα, και είχε μια γηραιά κυρία σε γραμματόσημο χαρούμενο, που γέλαγε φορώντας ένα επίσημο καπέλο.Η θεία Σάρα επιμένει πως πρέπει να νιώθουμε περήφανοι για την καταγωγή μας: «είμαστε οι τελευταίοι Πέρτον στην κωμόπολη, μένουμε στο οικογενειακό αγρόκτημα πίσω από το λόφο με τις λεύκες κι « εσύ, Χάνα, διάλεξες και το ωραίο χαμόγελο όλων των πεθαμένων Πέρτον, που είχανε διαίσθηση».Έτσι εγώ κατάλαβα αμέσως πως, αν και το γράμμα δεν έγραφε «αποστολέας», δεν ήταν πλάκα, καθόλου πλάκα, και ότι ήταν από κ ε ί ν ο ν. Θέμα διαίσθησης και μόνον. Κληρονομικό.
Κι έχω εμπιστοσύνη στη θεία Σάρα, διότι είναι και αυτή μ ί α σ π ο υ δ α ί α Πέρτον. Η γιαγιά επίσης ήτανε χαρτορίχτρα και με ωραίους γλουτούς, «στην πλάτη σου άραξε ένα βουνό από τύχη, Χάνα !» μου δείχνει πολλές φορές τις Άλπεις η θεία, που έχει τραχιά φωνή και ωραία εργόχειρα στρωμένα στα τραπέζια — προσωπικά μου αρέσει ένα με ασημένιες πεταλούδες, και θα το κληρονομήσω οπωσδήποτε. Είναι συμφωνημένο.
Έχουμε λοιπόν διαίσθηση οι Πέρτον, κι έτσι κατάλαβα αμέσως πως το γράμμα ήταν από κ ε ί ν ο ν. Ήταν γραμμένο με αποσιωπητικά στην πρώτη τη γραμμή. Η άλλη σελίδα ήτανε κενή. «Αυτά είναι ερωτικά σημάδια», λέει η θεία Σάρα. Έτσι μιλάει πάντα για τις σιωπές κι όλες τις στάχτες.
… ΝΟΡΑ ΠΕΡΤΟΝ, 1945 – 1964 …
επέμενε η θεία Σάρα να βάλουμε τελίτσες και στην αρχή της Νόρας και στο χρόνο που άντεξε να την κρατήσει ανοιχτή, έτσι —« για το καλό », που λέμε οι Πέρτον— χαράξαμε την τεφροδόχο της με όλα και με τίποτα μαζί. Αυτό είναι ταλέντο: να διηγείσαι μ’ ένα τίποτα ιστορίες στις σιωπές. Κι εμείς είμαστε Πέρτον.
«Σκεπάσου, πατέρα, όπου νά ΄ναι θά ’ρθει, θά ’ρθει η Νόρα απ’ το φούρνο, και θα φάμε», του είπα πάλι χθες, και χτύπησε η πόρτα και άνοιξα, φίλησα, δίπλωσα, έκρυψα το γράμμα, όπως πάντα, και ο πατέρας λούφαξε γρυλίζοντας σαν σκύλος μαλωμένος, και ορθοπόδησε πλέον σιγανά, με σκεπασμένο το κεφάλι, μόνον κάτι περίεργα φωνήεντα σε τόνους γραμμοφώνου, ώσπου κοιμήθηκε στο τέλος.
Χθες ονειρευόταν μάλλον, γιατί κουνούσε το δεξί του πόδι νευριασμένος μέσα στις κουβέρτες, και γύρισε κι απότομα γλιστρώντας το κεφάλι —νόμισα πως θα μπατάρει απ’ το κρεβάτι—, κι άρχισε να σφυρίζει ρυθμικά, με παύσεις στις ανάσες. Σαν να περίμενε απάντηση από κάπου. Αλλά κανένας δε σφύριξε για σήμα, ούτε καν μία ριπή ανέμου, έστω για να μας κάνει πλάκα, δεν ήρθε στις κουβέρτες, ώσπου οργίστηκε ο πατέρας, και τίναξε μια φορά το άλλο πόδι, το ήρεμο, κι έβαλε στις ανάσες καπρίτσια πεθαμένου — πιστεύω για να απειλήσει όσους εκτοξεύουν από ένα φοβερό πείσμα τη σιωπή τους.
Ο ήχος ήταν σαν το θόρυβο που κάνουνε τ’ αγόρια στα κορίτσια: έτσι και ο Γιαν σφύριζε στη Νόρα, όταν έφευγε να αγοράσει σαπούνι ή μπαχαρικά στους Τζόνσον, δίπλα στο ποτάμι. Πόσο δυστυχισμένος —πρώτη φορά το σκέφτηκα—, πρέπει να είναι ο πατέρας που η Νόρα δε στέλνει γράμματα ποτέ, και πήγα και του φίλησα το χέρι, αλλά δεν το κατάλαβε αυτό.
Έμεινα όλη νύχτα άγρυπνη δίπλα στη φωτιά μ’ ένα γατί που γρατζουνούσε λιμασμένο το παράθυρο στο προσκεφάλι του πατέρα, αλλά δεν με εκνεύρισε καθόλου, γιατί έχει μάτια πελώρια και γαλάζια, και μία Πέρτον δεν τα βάζει ποτέ μ’ ό,τι της λείπει. Κάθε βράδυ βρίσκω άλλωστε, ως γνήσια απόγονος των Πέρτον, να κάνω καινούργια πράγματα που με εξελίσσουν περισσότερο, κι έτσι δεν ασχολούμαι με μικρότητες. Χθες —κι αυτό είναι ένα πολύ πρόχειρο παράδειγμα, που δείχνει πόσο ευφυείς και βολικοί άνθρωποι είμαστε οι Πέρτον—, εφηύρα να παρακολουθώ με υπερβολικά μεγάλη προσοχή μόνον τον αέρα, που έφθασε αργότερα, σπρώχνοντας χώματα κάτω απ’ τη σχισμή που συγκρατεί ανέκαθεν την πόρτα του σπιτιού μας. Η θεία Σάρα λέει ότι πολύ σοφά κάνω και μου έχω αφαιρέσει τη δύναμη να οργίζομαι με όλα τα ανώφελα, γιατί οι Πέρτον έχουμε κληρονομήσει τη διαίσθηση, και π ρ έ π ε ι να είμαστε ξαλαφρωμένοι από ελπίδα. Είναι πολύ εγωιστικό, βρίσκει η θεία Σάρα, να έχουμε κι ελπίδα και διαίσθηση, δεν πάνε μαζί αυτά τα δύο. Είναι ακριβώς όπως δεν πάει η μουστάρδα με κάρυ και με μάνγκο πάνω στις πέστροφες που κάθε Τρίτη μάς φέρνει ο Γιαν απ΄ το ποτάμι. Μία αηδία είναι αυτό, μόνο με τα πουλερικά ταιριάζει.
Τα ξημερώματα έβγαλα όλα μου, εντελώς, τα ρούχα, και κράτησα μόνον το κόκκινο πουλόβερ που φορούσα, με το πλεκτό ζιβάγκο σε βελόνες νούμερο… δε συγκρατώ το νούμερο… που επίτηδες το έχει πλέξει η θεία Σάρα έτσι, με στόχο να σφίγγει μεγάλη θαλπωρή γύρω απ’ το λαιμό μου. Κοιμήθηκα, λοιπόν, πολύ ελαφριά και με μεγάλη αυτοπεποίθηση: ό,τι περίμενα είχε έρθει και ό,τι περιμένω θα ξανάρθει, πάντα ίδιο, γιατί οι Πέρτον ζούμε ασφαλείς. Και ούτε ο πατέρας σφύριζε πλέον, είχε βαρεθεί, και ούτε έκανε τίποτε. Απολύτως. Και ούτε θα ξανακάνει τίποτε, ύστερα από την κηδεία.
Εκεί ξέρω, λίγο πριν από την αποτέφρωση, θα με ρωτήσει πάλι «ήρθε, η Νόρα ήρθε;» και θα εντυπωσιάσει την κωμόπολη νεκρός : όπως ταιριάζεισ’ έναν Πέρτον, θα βρει έναν πρωτότυπο λυγμό να καβουρδίσει, την ώρα που θα πέφτει η ομίχλη, νύφη την αδελφή μου στην κοιλάδα.
Επιθυμούμε το αδύνατο, κατασκευάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα ισχυρό άλλοθι για να διατηρήσουμε αλώβητη και ακμαία την παράδοξη – σε πρώτο επίπεδο– επιθυμία μας να παραμείνουμε ανικανοποίητοι. Και για να αντλήσουμε, εν συνεχεία, απόλαυση από έναν θάνατο που παραμένει έως τέλος ζωοδότης• ακροβατώντας ανάλαφρα, σχεδόν αδιάφορα, ανάμεσα σε έρωτα και θάνατο, σ’ εκείνο το επισφαλές μεταίχμιο, που, αν και μας κινητοποιεί προσωρινά, την ίδια στιγμή μας γελοιοποιεί και μας ακυρώνει.
Αυτό είναι το νήμα απ’ το οποίο ο Μπύχνερ στον Λεόντιο και Λένα έχει επιλέξει για να κινήσει την επιθυμία και, κατ’ επέκταση, τη δράση, του φαινομενικά ατίθασου Λεόντιου – του νεαρού πρίγκιπα, που ακροβατεί ανάμεσα στο τραγικό και στο κωμικό· στον φιλοσοφικό στοχασμό και στο παράλογο· στο καυστικό κοινωνικό-πολιτικό σχόλιο και στο υπαρξιακό αδιέξοδο· στον οραματισμό και στην αποδοχή τού «ως έχει»· στο ανέμελο παιχνίδι και στην αυτοκαταστροφή· στην παθητική δράση και στη φοβική από-δραση.Ο Mπύχνερ θα σμιλεύσει προσεκτικά όλες τις φαινομενικά αντίρροπες, ασύμβατες και ενσαρκωμένες παραμέτρους είτε στο ίδιο πρόσωπο είτε σε διαφορετικά πρόσωπα του έργου, οι οποίες, σταδιακά συγκλίνοντας, θα οδηγήσουν στην κορύφωση: στο φιάσκο της ανθρώπινης υπόστασης.Ήδη από την 1η Πράξη ο μαθητής-Λεόντιος, με ένα κράμα παιδικής αλλά και αυτοσαρκαστικής διάθεσης, θα διακωμωδήσει τις διαθέσεις του παιδαγωγού του, αντιτάσσοντας τους υψηλούς και ανέφικτους προσωπικούς του στόχους στον κόσμο του δασκάλου του: σε έναν κόσμο συμπαγή, αυστηρό και ασφαλή· όπου o παιδαγωγός, ενδεδυμένος το ρόλο της αυθεντίας, θα υπερασπιστεί κοινωνικές νόρμες, κώδικες ηθικής συμπεριφοράς και άκαμπτα γνωσιολογικά μοντέλα – εν ολίγοις την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, η οποία, αν και δε στηρίζεται εμφανώς στην αυθαιρεσία των τυράννων της πολιτικής εξουσίας, ακουμπά ωστόσο στην αποδεικτική βαρύτητα της στείρας σκέψης που γίνεται επιστήμη. Ο παιδαγωγός θα χρησιμοποιήσει σαν δεκανίκι αυτο-επιβεβαίωσης μια γνώση κλειστή, εγωκεντρική, στατική και γι’ αυτό εντέλει επικίνδυνη, καθώς είναι απρόθυμη να υπηρετήσει την ανθρώπινη υπόσταση και την εξέλιξή της, αλλά ικανή και δυνατή να επιβάλλει όρους και όρια στην «ανεξέλεγκτη» και «αναρχική», για την πολιτική εξουσία και τους στόχους της, ανθρώπινη φύση. Ως γνήσιος φορέας της θηριώδους και ανασταλτικής χρήσης της Παιδείας, ο παιδαγωγός φαίνεται να απολαμβάνει μέσα στη σιγουριά της μάσκας του κενού ναρκισσευόμενου, τρέμοντας όμως για οποιαδήποτε απόκλιση θα ήταν ικανή να απορυθμίσει το προσωπικό του σύμπαν. Ο προβληματισμός του Μπύχνερ και η καυστική διάθεση απέναντι στην ισοπεδωτική λειτουργία μιας τέτοιου είδους «διανόησης», γεννήτορα της προπαγάνδας, των ρατσιστικών μοντέλων και του πνευματικού ευνουχισμού, θα εγκαθιδρυθεί στο λόγο ενός δασκάλου-μαριονέτας, που ο Λεόντιος χλευάζει.
Ο παιδαγωγός μοιάζει γελοίος στα μάτια του Λεόντιου: η επιθυμία του περιχαρακώνεται από τον φοβικό γνωστικό συντηρητισμό, καθώς κινείται περιοριστικά απέναντι στην ανατροπή και στην προσωπική κατάθεση, δηλαδή στην ανάδυση ενός σκεπτόμενου και αισθανόμενου υποκειμένου. Από την άλλη όμως ο Λεόντιος, επιχειρώντας να αποτινάξει το προσωπικό του βάρος (που αποδίδει στην «ανία») έρχεται να ζηλέψει αυτή την επίπλαστη ταυτότητα, μόνο και μόνο γιατί εκεί αναγνωρίζει μία επιθυμία ανώδυνη, απρόσβλητη, κοινωνικά αποδεκτή και εστιασμένη. Μα πάνω απ’ όλα πραγματοποιήσιμη. Αλλά και πάλι την ίδια στιγμή που εύχεται, μες στην απόγνωσή του, ν’ αλλάξει πρόσωπο, τοποθετώντας ως προσωπείο πάνω του ένα άλλο προσωπείο (αυτό που έχει επιλέξει ο παιδαγωγός για τον εαυτό του), ο νεαρός πρίγκιπας ανθίσταται, ασκώντας κριτική στην πάγια τακτική μίας ολόκληρης κοινωνίας, που όλες οι πράξεις της (έρωτας, γάμος, οικογένεια, σπουδές, προσευχή) ερμηνεύονται ως αποτέλεσμα «ατόφιας βαρεμάρας», ως αποτέλεσμα της παντελούς έλλειψης επιθυμίας.Κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται πεσιμιστής, αυτοκαταστροφικός, μηδενιστής, απορρίπτοντας ή καθιστώντας άλλη μία φορά αδύνατο οτιδήποτε ανθρώπινο θα μπορούσε να τον εισαγάγει σε μια πραγματικότητα εκπλήρωσης, αν όχι όλων, κάποιων τουλάχιστον από τις προσδοκίες του. «Η ζωή μου είναι ένα άσπρο χαρτί που πρέπει να γεμίσω», λέει απεγνωσμένος. «Πρέπει» όμως και όχι «θέλω». Γιατί ο Λεόντιος «πρέπει» να είναι απόλυτα δυστυχής, ώστε να μπορεί να επιβιώνει· «πρέπει» να θέτει στόχους δυσπρόσιτους και αδύνατους, κι έτσι να επιτυγχάνει μοναχικά και αυτιστικά «κατορθώματα» για να τα «επευφημεί», όταν μέσα στον πανικό της μοναξιάς του αναζητά στηρίγματα: «παγώνω!», μονολογεί, «το κεφάλι μου είναι μια άδεια αίθουσα χορού», «Μπράβο, Λεόντιε, μπράβο! Αισθάνομαι πολύ ωραία όταν επευφημώ τον εαυτό μου. Χάι, Λεόντιε! Λεόντιε!». «Πρέπει» να είναι απόλυτα δυστυχής για να είναι ευτυχής, καταστρέφοντας το προσωπικό του σύμπαν αδυσώπητα και ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια ζωής, δημιουργίας και απόλαυσης, που θα τον φέρει αντιμέτωπο με την πραγματική επιθυμία του – γιατί εκεί θα αντιμετωπίσει το ρίσκο της αποτυχίας, της απώλειας και της ματαίωσης, που καραδοκεί πίσω από κάθε προσπάθεια για την πλήρωσή της.
Ο Λεόντιος υποφέρει από το φοβερό βάρος του θανάτου (πραγματικού ή κατασκευασμένου απ’ τον ίδιο), που πλήττει κάθε ψυχαναγκαστικό υποκείμενο. Υποφέρει από τη σχέση με τον εαυτό του, τον έρωτα, την εξουσία και τους ανθρώπους. «Βαρέθηκα πια το φως της ημέρας. Θέλω σκοτάδι. Φύγετε μακριά, φύγετε όλοι σας», φωνάζει. Κι έπειτα πάλι: «Κάνω έναν φοβερό αγώνα με το να μην κάνω τίποτα», «το αηδόνι της ποίησης κελαηδά ολημερίς πάνω απ’ τα κεφάλια μας, μα όλη αυτή η ομορφιά εξαφανίζεται μόλις το ξεπουπουλιάσουμε και πάρουμε τα φτερά του για να ζωγραφίσουμε ή να τα βουτήξουμε στο μελάνι και να γράψουμε». Έτσι, ο Λεόντιος θα παραμείνει καθηλωμένος σε μία παιδικότητα, όπου το μόνο πράγμα που γνωρίζει είναι να απαιτεί, χωρίς να θέλει να προσφέρει. Το μόνο που ξέρει είναι να ζητά, όχι να αγαπά.
Στη σκηνή με τη Ροζέτα, ο Λεόντιος-άντρας-παιδί θα καταστρέψει τον έρωτα, ζητώντας από τη Ροζέτα να τον σαγηνεύσει, «χόρεψε για μένα», για να της προσφέρει απολαυστικά ως δώρο στη συνέχεια «το νεκρό κουφάρι του έρωτά» τους. «Υποφέρω από ανία γιατί σ’ αγαπώ», «η αγάπη μας μάς κάνει να χάνουμε το χρόνο μας», «ένας έρωτας που πεθαίνει είναι πολύ πιο σαγηνευτικός από έναν έρωτα που τώρα ανθίζει», φράσεις εν είδει προσφοράς προς τη Ροζέτα, καθώς μόνο εκεί όπου δεν αναδύεται, πεθαίνει, η ερωτική του επιθυμία νιώθει ασφαλής· μόνο εκεί όπου ο ίδιος είναι επιθετικός – φέρνοντας σε αμηχανία ή και απόγνωση τον άλλον – νιώθει κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η αυθεντική αγάπη ενέχει «αντίποινα» στον τρόπο που φαντάζεται τον έρωτα ο Λεόντιος, γι’ αυτό τίποτε «αληθινό» και «ουσιαστικό» δεν επιτρέπει να υπάρχει στο προσωπικό του σύμπαν. Κι, έτσι, ο επικείμενος γάμος του με την πριγκίπισσα Λένα – το νέο μελανό σημείο που προστίθεται στην ήδη νοσηρή πραγματικότητά του – θα επισπεύσει την απόδραση του σε έναν κόσμο πιο υποφερτό αλλά ανύπαρκτο: στoν κόσμο του μύθου και του εξιδανικευμένου παρελθόντος.
Απόδραση προς το αδύνατο
Θα δραπετεύσει μαζί με τον Βαλέριο – σύμβολο της αχαλίνωτης πρωτογενούς και ανόθευτης ανθρώπινης επιθυμίας, η οποία δεν έχει τραυματιστεί ή αλλοιωθεί από τις επιταγές του πολιτισμού. Η φιγούρα του Βαλέριου έρχεται να μας υπενθυμίσει όχι μόνο την ανθρώπινη φύση αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με τη Φύση: o άνθρωπος, ως μέρος της Φύσης, δεν μπορεί παρά να λειτουργεί όχι μόνο όπως ακριβώς η ίδια αλλά και υπαγόμενος στους νόμους της. Έτσι, ο πηγαίος, αυθόρμητος, άμεσος και δυνατός λόγος του Βαλέριου, ακριβώς επειδή δεν υπόκειται στη λογική επεξεργασία που διακρίνει το λόγο του παιδαγωγού, φέρνει στην επιφάνεια το παράλογο και ασυνείδητο κομμάτι της ανθρώπινης υπόστασης. Με ευστοχία ο Μπύχνερ, έχοντας τοποθετήσει το σώμα του Βαλέριου σε άμεση επαφή με τη Φύση (χορτάρια, λουλούδια μέλισσες), θα εντοπίσει στην αρχή του έργου όχι μόνο την κοινή λογική που διέπει άνθρωπο και Φύση αλλά και την αποξένωση του ανθρώπου από αυτήν: «Το χορτάρι είναι τόσο όμορφο, που θα μπορούσε να ευχηθεί κανείς να είναι ταύρος, για να το καταβροχθίσει, και μετά πάλι άνθρωπος για να καταβροχθίσει τον ταύρο που καταβρόχθισε το χορτάρι», λέει ο Βαλέριος. Φράση που δημιουργεί γέλιο και σύγχυση ταυτόχρονα, φέρνοντας στο προσκήνιο το απωθημένο. Η υπενθύμιση της διατροφικής αλυσίδας (χορτάρι, ταύρος, άνθρωπος) λειτουργεί ανάλαφρα μόνο σε πρώτο επίπεδο, προκειμένου να γίνει το όχημα για την ασυνείδητη ανθρώπινη φαντασίωση της καταβρόχθισης στο βωμό της ενσωμάτωσης των ιδιοτήτων του καταβροχθιζόμενου.
Ο Μπύχνερ θα χρησιμοποιήσει τον Βαλέριο, απ’ την αρχή έως το τέλος του έργου, ως σύμβολο της αυθεντικής ανθρώπινης φωνής, που θα χρωματίσει όλες τις εξελικτικές διαβαθμίσεις της: την πρωτογενή λειτουργία του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, μέσα από την απόλαυση του ποτού και του φαγητού· την άρνηση και αντίσταση στο πέρασμα από τη φροϋδική «ηδονή» στη φροϋδική «πραγματικότητα», το πέρασμα δηλαδή από την αποφυγή και απάρνηση του πόνου (παιδικότητα) στο συμβιβασμό και στην αποδοχή της ανθρώπινης κατάστασης (ενηλικίωση)· την παράλογη και ασυνείδητη εκφορά του λόγου, τις στερεότυπες αξίες της κοινωνικής επιτυχίας (πλούτο και εξουσία) αλλά και το φιλοσοφικό στοχασμό που συναντούμε στον προβληματισμό του μηδενισμού και του υπαρξισμού.
Έτσι, η φιγούρα του Βαλέριου είναι αφόρητα κωμική, γιατί είναι αφόρητα τραγική, έχοντας πλήρη συνείδηση της δικής της κατάστασης και, μέσω αυτής, ολόκληρης της ανθρωπότητας. Αυτοχαρακτηρίζεται, αυτοσαρκάζεται και αυτοακυρώνεται σε μια προσπάθεια να κάνει υποφερτό έναν κόσμο που ούτε μπορεί να καταλάβει ούτε μπορεί και να αντέξει.
Γι’ αυτό θα αναζητήσει απολύτρωση στην «τέχνη του τίποτα» και θα γίνει ηθοποιός, όπου μέσα απ’ τους ρόλους θα ανατρέπει φυσικούς νόμους και πραγματικότητα, ζώντας σε έναν κόσμο μη πραγματικό αλλά αληθινό, αναζητώντας να αγγίξει τον άγνωστό του εαυτό αλλά και πληρώνοντας το τίμημα: να χαρακτηριστεί «τρελός». «Ποιος θα ανταλλάξει τη λογική του με την τρέλα μου;», αυτοσαρκάζεται και σχολιάζει, βαδίζοντας σ’ έναν δρόμο απέραντα μοναχικό, αφού αρνείται να οικειοποιηθεί ρόλους κοινωνικά επιβεβλημένους, να υπακούσει στα προστάγματα που αγγίζουν την αγέλη, και να αποκτήσει, τέλος, την ταυτότητά του μέσα από την καθρεφτική σχέση με τον άλλον – γνωρίζει πως είναι ψευδεπίγραφη και την αρνείται.
«Αδύνατη» φύση
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, και οι δύο, Λεόντιος και Βαλέριος, από διαφορετική ωστόσο οπτική, θα αναζητήσουν, με την επιστροφή στη Φύση, την απλή βουκολική ζωή· αυτή που πάσχισαν να αναβιώσουν – αντιτιθέμενα στο μπαρόκ ύφος – τα μέλη της Ακαδημίας της Αρκαδίας, θέλοντας να επαναφέρουν ένα φυσικό και απλούστερο ποιητικό ύφος, αυτό των κλασικών Ελλήνων και Ρωμαίων ποιητών. Οι δυο νέοι θα φύγουν για την Ιταλία, πατρίδα της Ακαδημίας της Αρκαδίας, εμπνεόμενοι από μία φανταστική συνάντησή τους με τον Πάνα, ο αυλός του οποίου ήταν το έμβλημα της Ακαδημίας, τον ποιητή Βιργίλιο και τους ανθρώπους που ζουν ανέμελη ζωή.
Εκεί ο Λεόντιος θα αναζητήσει και την ιδανική γι’ αυτόν γυναίκα, την «απόλυτα όμορφη» και τη «χωρίς ίχνος πνευματικότητας» – άλλωστε η Ροζέτα απορρίφθηκε γιατί ήταν σκεπτόμενη. Αντίθετα, ο Λεόντιος φαίνεται να επιθυμεί την ατόφια φύση, την επιστροφή στο πρωτογενές και ανόθευτο από οποιαδήποτε δευτερογενή διαδικασία που επιφέρει η διαμεσολάβηση της σκέψης. Ο Μπύχνερ θα σχολιάσει την ουσία της ανθρώπινης φύσης, θεωρώντας ότι δεν ανευρίσκεται με τη λογική και ότι δε βρίσκεται στη λογική, αλλά ότι αντίθετα καταστρέφεται από τη χρήση της ή μάλλον από την υπερβολική εμπιστοσύνη που δίνουν οι άνθρωποι στην περιχαρακωμένη χρήση του ορθού λόγου. Στη σκηνή του βασιλιά Πέτρου έχει ήδη παρωδήσει το ντεκαρτιανό δόγμα «σκέφτομαι, άρα υπάρχω» και τους οπαδούς του, εμφανίζοντας ένα Πέτρο-βασιλιά-διχασμένο υποκείμενο· με σχάσεις στη σκέψη, στο λόγο και στις αντιδράσεις· με βασιλική δύναμη και εξουσία αλλά με απουσία αυτοελέγχου· με βαρύγδουπο φιλοσοφικό στοχασμό, «ο άνθρωπος πρέπει να σκέφτεται. Η ουσία του πράγματος είναι να ληφθεί υπόψη το ουσιώδες!», αλλά με παντελή έλλειψη συνείδησης για το ομιλούν υποκείμενο – «όταν μιλάω τόσο δυνατά συχνά αναρωτιέμαι για το ποιος να ’ναι τάχα αυτός που μιλάει. Ο εαυτός μου ή κάποιος άλλος; Με φοβίζει αυτό»· με την «ταυτότητα» του Πέτρου αλλά με τη συνεχή αναζήτηση καθρεφτών, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί μέσα στο χάσιμό του· με την ιδιότητα του παιδευμένου αλλά με την ανικανότητα της χρήσης της γνώσης. Με το προσωπείο του σκεπτόμενου υποκειμένου και με το πρόσωπο του αντικειμένου. Ο Λεόντιος όμως επιζητεί ταυτότητα, δε θέλει να είναι αντικείμενο. Κι έτσι, το άλλο σκέλος της απόδρασής του ενέχει την επιθυμία απόδρασης από την «επιθυμία» του πατέρα – από τη μία να γίνει σαν εκείνον (βασιλιάς και σκεπτόμενο αντικείμενο) και από την άλλη να παντρευτεί τη πριγκίπισσα Λένα, που του προξενεύει ο Πέτρος, συνάπτοντας έναν γάμο συμβατικό. Μαζί με τον Βαλέριο θα φύγει μακριά (ή έτσι νομίζει) από έναν κόσμο ψεύτικο και αλλοτριωμένο από τον πλούτο, τη δύναμη, την εξουσία και τον γνωστικό πιθηκισμό, για να περιπλανηθεί στη φύση, στην απλότητα και στην αυθεντικότητα, αναζητώντας τον πραγματικό Λεόντιο.
Ο Βαλέριος, γνωρίζοντας τις δυσκολίες, τον προειδοποιεί: «Αυτός ο κόσμος είναι σαν κρεμμύδι· το ένα στρώμα πάνω σ’ άλλο στρώμα. Σαν μια σειρά από κουτιά το ένα μέσα στ’ άλλο, μέσα στα μεγαλύτερα μικρότερα κουτιά και στα μικρότερα το τίποτα… Συγγνώμη, πρίγκιπα, αν φιλοσοφώ… αλλά να είμαι σύμβολο της ανθρώπινης καταστάσεως». Θα αντέξει άραγε ο Λεόντιος να αντικρίσει το τρομακτικό κενό που συνιστά την ουσία και τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης και όπου με τόσο τρόμο, όπως του υπενθυμίζει ο Βαλέριος, ο άνθρωπος ακουμπά τις χίλιες μύριες ψευδεπίγραφες κατασκευές του σε μια προσπάθεια να το καλύψει, ακόμη και να το εξαφανίσει; Η παραμάνα, συνοδός της πριγκίπισσας Λένας, θα την προειδοποιήσει επίσης: «Ο κόσμος είναι ένα μέρος κακό. Καλά θα κάνουμε να πάψουμε να γυρεύουμε το βασιλόπουλο του παραμυθιού». Γιατί και η Λένα αντιτίθεται και επαναστατεί στην κατασκευασμένη πραγματικότητα μέσα στην οποία τής προτείνεται να ζήσει, δεν επιθυμεί να παντρευτεί τον άντρα που το συνοικέσιο των βασιλείων Πιπί-Ποπό τής έχει επιβάλει – αναζητά, όπως ακριβώς και ο Λεόντιος, το αυθεντικό και το ανθρώπινο· αυτό που θα αγγίξει την επιθυμία της. «Πρέπει, σώνει και καλά, να καθρεφτίσω σαν λιμνούλα, στη σιωπηλή μου επιφάνεια, ό, τι κι αν σκύψει πάνω μου;», αναρωτιέται μελαγχολική, ποθώντας έναν ερωτεύσιμο και «αληθινό άντρα» στο πλαίσιο ενός απόκοσμου ρομαντισμού – ίσως το «βασιλόπουλο» που θα τη «σώσει» από τα βάσανα του κόσμου.
«Αδύνατος» έρωτας
Ωστόσο το υποψήφιο βασιλικό ζευγάρι, αν και καταβάλλει προσπάθειες για να αποφύγει τη συνάντηση, φαίνεται ότι έχει δύο εξαιρετικές αρετές που αντιτίθενται στις «επαναστατικές» προθέσεις του: πρωτίστως είναι μεταξύ τους ταιριαστοί, δευτερευόντως κοινωνικά αναγνωρίσιμοι. Όπως και ο Λεόντιος είναι ένας άντρας-παιδί, έτσι και η Λένα είναι μία γυναίκα-παιδί, όχι μόνο εξαιτίας της κοινωνικής διάστασης που έχουν οι ερωτικές τους προσδοκίες (ο Λεόντιος αρνείται να αγαπήσει, η Λένα αναζητά να αγαπηθεί από το «βασιλόπουλο»), αλλά κυρίως γιατί και οι δυο τους, ως νέοι Αδάμ και Εύα, αναζητούν εκείνο τον χαμένο παράδεισο των πρωτοπλάστων.
Θα συναντηθούν λοιπόν στην εξοχή. Εκεί ο Λεόντιος έντρομος θα ανακαλύψει ότι, αν και κοντά στη φύση, είναι ανίκανος να «αισθανθεί», να «ζήσει», μέσα απ’ το δρόμο της επιστροφής προς την αρχαία μήτρα του κόσμου. Συνειδητοποιώντας και πενθώντας τον αποχωρισμό, αμήχανος δηλώνει στο Βαλέριο ότι «πρέπει να κάνει κάτι» αντ’ αυτού, ίσως να ανακαλύψει τον κόσμο απ’ την αρχή «φιλοσοφώντας». Η επιστροφή στον πρώτιστο κακό και απορριπτέο εαυτό και η ταύτιση με το «φιλοσοφείν» του Πέτρου θεμελιώνουν εδώ γερά το φιάσκο που θα ακολουθήσει. «Πρέπει» να κάνει κάτι, αλλά και πάλι θα αποτύχει: «έχω μεγάλη διάθεση γι’ αυτό, αλλά την ίδια στιγμή που έχω μπροστά μου ζεστό το φαγητό, τότε είναι που κάνω έναν αιώνα να βρω κατάλληλο κουτάλι. Στο μεταξύ το φαγητό έχει κρυώσει». O Λεόντιος στέκει μελαγχολικός μέσα στη Φύση και σκεπτικός απέναντι στη δική του φύση, αναγνωρίζοντας την αδυναμία απαγκίστρωσης από τον γνωστό σ’ αυτόν τρόπο θέασης του κόσμου, ενώ ο Μπύχνερ καυτηριάζει την εις το διηνεκές επανάληψη των ίδιων δομικών συμπεριφορών ως ίδιον της ανθρώπινης υπόστασης
Η ίδια μελαγχολική διάθεση διέπει και τη Λένα. «Ο θάνατος είναι το πιο ευλογημένο όνειρο», αποφαίνεται. «Άσε με να γίνω ο άγγελος του θανάτου», της απαντάει ο Λεόντιος, για να αποπειραθεί ο ίδιος να αυτοκτονήσει ερωτευμένος στη συνέχεια και για να σατιρίσει ο Μπύχνερ το μοτίβο του «ιπποτικού έρωτα», που ξαφνικά γεννιέται μες στους κήπους. Οι ήρωες, ψαύοντας επιπόλαια έρωτα και θάνατο, δεν είναι τίποτε άλλο από μια παρωδία ερωτευμένων, που «απρόσωποι» μελαγχολούν ή αυτοκτονούν για έναν έρωτα δίχως πρόσωπο επίσης.
Γιατί Λεόντιος και Λένα δεν είναι ερωτευμένοι μεταξύ τους· εκείνο που τους κάνει να καρδιοχτυπούν είναι ο έρωτας της ιδέας του έρωτα, αφού κανείς τους δεν υφίσταται στη μεταξύ τους σχέση – δεν έχουν όνομα, ταυτότητα, ιδιότητα, κι ούτε ενδιαφέρονται για να τα αποκτήσουν, πιστεύοντας ότι η άγνοια του Άλλου θα αποτελέσει μέσο για να αγγίξουν τον χαμένο τους παράδεισο· όντας βέβαιοι πως έχουν επιστρέψει στην «αγνότητα» (fin’ amors)· ξεχνώντας πως το καθημερινό τους προσωπείο καλύπτεται από ένα καινούργιο τώρα: αυτό της «μη ταυτότητας» των άρτι γεννηθέντων μέσα από το χάος. Η επιστροφή στη φύση δεν είναι τίποτε άλλο από μία αποστροφή στη Φύση, από μια φάρσα που η λογική τούς έχεις στήσει, μία επιρρεπής κατασκευή στη μάταιή τους αναζήτηση να αποποιηθούν αυτό που οι άλλοι τους προτείνουν. Αλλά χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να αντιπροτείνουν, μια και η προσωπική ταυτότητα είναι απούσα.
«Αδύνατο» το πρόσωπο
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι εμφανίζονται με μάσκες στο παλάτι· δεν είναι παράδοξο το ότι ο Βαλέριος αφαιρεί από το πρόσωπό του μία σειρά από μάσκες και συστήνει τον Λεόντιο και τη Λένα ως «μαριονέτες άντρα και γυναίκας». «Δεν είμαι σίγουρος για το ποιος είμαι», λέει απλά ο Βαλέριος, ο μόνος γνώστης της τραγικής πραγματικότητας. «Μα πρέπει να είσαι κάτι», είναι το πρόσταγμα του μπερδεμένου και αναστατωμένου βασιλιά, που δεν αντέχει ούτε την απουσία «καθρεφτών» ούτε και την καθρεφτική ρωγμή που του προσφέρει ως θέαμα ο Βαλέριος. «Αν επιμένει η Μεγαλειότητά Σας!», απαντάει. «Όμως σ’ αυτήν την περίπτωση, κύριοί μου, πρέπει να αναποδογυρίσετε όλους τους καθρέφτες, να κρύψετε τα καλογυαλισμένα σας κουμπιά και δεν πρέπει να με κοιτάτε, γιατί θα δω τον εαυτό μου καθρεφτισμένο στα μάτια σας, και τότε δε θα μπορέσω να μάθω ποιος είμαι».
Γιατί απλώς θα είμαι εσείς, μπορεί και τα κουμπιά σας… καθώς είναι ο μόνος που προσπαθεί συνειδητά να υπερνικήσει την καθρεφτοποιία και βρίσκεται πάντα μετέωρος και ανυπεράσπιστος μπροστά στο βασανιστικό υπαρξιακό ερώτημα τού «ποιος είμαι». «Αν μόνον ήξερα ποιος είμαι, ένα θέμα για το οποίο δεν μας επιτρέπεται να σκεφτούμε, είναι γεγονός, πως, αν και δεν ξέρω τι δεν ξέρω… και μια και δεν έχω την παραμικρή ιδέα του τι λέω…», παραδέχεται πλάι στα «ευπρεπή» ανδρείκελα που μόλις ενώθηκαν «συνειδητά» με τα δεσμά του γάμου, φορώντας μάσκες για να εξαπατήσουν το βασιλιά και τρέφοντας την αυταπάτη ότι δεν έχουν εξαπατηθεί οι ίδιοι.
Όμως, ύστερα από το «εξαπατήθηκα!» της αποκάλυψης και αναγνώρισης των νέων, η φάρσα ολοκληρώνεται, για να «ξαναρχίσει αύριο πάλι απ’ την αρχή», όπως ανακοινώνει στο Συμβούλιο του Κράτους ο Λεόντιος. Γιατί όλα έχουν κάνει τον κύκλο τους: η επιθυμία του βασιλιά Πέτρου εκπληρώθηκε, αν και ο Λεόντιος προσπάθησε να την ακυρώσει. Ο βασιλιάς «έπρεπε» να χαρεί, γιατί έτσι είχε «αποφασιστεί», και χάρηκε έστω και με ανδρείκελα. Έπειτα αποσύρθηκε για να σκεφτεί και να φιλοσοφήσει – να επαληθεύσει έτσι ότι «υπάρχει». Ο Λεόντιος και η Λένα συναντήθηκαν ανώνυμοι κι απρόσωποι, παντρεύτηκαν με μάσκες, αναγνωρίστηκαν μα δεν γνωρίζονται, πήραν στα χέρια τους την εξουσία, και τελικά θα γίνουν αυτό που με τόσο ζήλο ισχυρίστηκαν πως απεχθάνονται.
Το μόνο ίσως που τους σώζει είναι να χτίσουν, όπως προτείνει ο Λεόντιος, ένα θέατρο· τουλάχιστον να παίζουν συνειδητά τους ρόλους τους εκεί. Ίσως όμως και να κατασκευάσουν το παραμυθένιο τους βασίλειο, όπου θα εγκλωβίσουν με κάτοπτρα τον ήλιο και θα μετρούν το χρόνο με τα δικά τους μέτρα, ζώντας μόνο μία ηλιόλουστη και πανανθρώπινη εποχή. Γιατί ίσως Λεόντιος και Λένα να πιστεύουν πως κάποτε θα είναι ικανοί να αντικρίσουν το πρόσωπο μιας ανθρωπότητας που αρνείται να βγει απ’ το κληρονομημένο της βασίλειο, ζώντας έως τέλους το ζωοφόρο θάνατο που δέσμιοι απολαμβάνουν όσοι επιθυμούν να αγγίξουν το αδύνατο.
Ιφιγένεια Σιαφάκα, από το πρόγραμμα της παράστασης του θεάτρου “Μαύρη Σφαίρα”
2012, εποχή με λιγότερο ρομαντισμό, λιγότερες προσωπικές επαφές αλλά πολύ πιο δυνατή κοινωνική δικτύωση κυρίως μέσω του ίντερνετ: Η άποψη σας πάνω στο θέμα της επικοινωνίας με χρήση των νέων τεχνολογιών;
Eίναι πολύ χρήσιμες ως φορείς μηνυμάτων και εύρεσης πληροφοριών. Ωστόσο σε καμία περίπτωση ούτε μπορούν ούτε και πρέπει να υποκαταστήσουν την άμεσα προσωπική επαφή, η οποία συντελεί και στη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων. Η εικονική πραγματικότητα δίνει έναυσμα στη φαντασία, η πραγματικότητα είναι όμως εκείνη που θα το επικυρώσει ή θα το απορρίψει ως αληθές. Και οπωσδήποτε χρήση και όχι κατάχρηση…
Η Ελλάδα σε κρίση οικονομική, κοινωνική, σε κρίση θεσμών. Ποιος ο ρόλος του Έλληνα συγγραφέα σε αυτή τη δύσκολη περίοδο;
Είναι μια περίοδος πραγματικά δύσκολη και με ολέθριες συνέπειες σε πολλαπλά επίπεδα. Οι συγγραφείς οφείλουν να βρίσκονται αφενός σε εγρήγορση με αυστηρή κριτική, σχολιασμό και αντιπροτάσεις και οπωσδήποτε στο πλευρό της μερίδας που υποφέρει. Δεν νοείται ένας συγγραφέας, κατά την άποψή μου, να αρθρώνει νεοφιλελεύθερο λόγο, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το ρόλο της Τέχνης γενικότερα ως φορέα δημοκρατικών ιδεωδών και προάσπισης της ελευθερίας και της ατομικότητας.
Κατά δεύτερο λόγο, νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή ώστε να δημιουργηθούν νέοι πυρήνες συγγραφέων με κοινό, δυναμικό και παγκόσμιο ιδεολογικό προσανατολισμό, ώστε πλέον να υπάρξει και μία πολιτική, με την ευρύτερη έννοια του όρου, τάση στη λογοτεχνία. Σήμερα δεν διακρίνονται τάσεις παρά μεμονωμένες προσπάθειες, οι οποίες δεν έχουν την απαραίτητη δύναμη, προκειμένου να δράσουν καταλυτικά και να περάσουν συγκεκριμένα και φρέσκα μηνύματα.
Μια ευχή για το 2012 και για τα Γράμματα;
Για το 2012, περισσότερη σκέψη, σύνεση και ώριμες επιλογές. Για τα Γράμματα, λιγότερη εκδοτική παραγωγή και περισσότερο ποιοτική. Η έλλειψη άλλωστε ποιότητας στον τρόπο θεώρησης του κόσμου, η ανέραστη και χωρίς αισθητική ψυχική και πνευματική μας κατάσταση είναι η βασική αιτία της κρίσης που βιώνουμε σήμερα. Η οικονομική αποτελεί απλώς συνέπειά της.
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα. Μπορεί απ’ έξω εκεί να στέκει ένα δέντρο, ένα δάσος, ένας κήπος ή μια πόλη μαγική.
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα. Μπορεί να είναι το σκυλί που ψαχουλεύει. Μπορεί να δεις κάποια μορφή, ή ένα μάτι, ή την εικόνα μιας εικόνας.
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα. Αν είναι η καταχνιά θα καθαρίσει.
.
.
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα. Κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά που θορυβεί κι αν είναι μόνο κούφιος άνεμος κι αν τίποτα δεν είναι έξω εκεί, πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
.
.
Τουλάχιστον θα γίνει κάποιο ρεύμα.
μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς
.
.
Ο Μίροσλαβ Χόλουμπ (1923-1998) γεννημένος στο Πίλζεν ανήκει στους πιο σημαντικούς Τσέχους ποιητές. Η κλασική του παιδεία συνδυάζεται με τη γνώση των φυσικών επιστημών, της ιατρικής,της φιλοσοφίας, της ιστορίας της επιστήμης και το λαμπρό ποιητικό του ταλέντο. Στο πρόσωπο του Χόλουμπ συναντούμε τη ξεχασμένη αρχαιοελληνική αντίληψη για τη διεπιστημονικότητα και τη συνύπαρξη της τέχνης και της επιστήμης. Ο διακεκριμένος γιατρός Χόλουμπ συναντά τον ποιητή Χόλουμπ, και ο ποιητής τον φιλόσοφο Χόλουμπ: το ιατρικό λεξιλόγιο εμπλέκεται με τον ποιητικό λόγο, η λογική με το συναίσθημα, το σκεπτικισμό και την ειρωνεία,η συστηματικότητα, η έρευνα και η επιστημονική πειθαρχία με την άρνηση να ακολουθήσει στεγανά και να υποταχθεί στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του καθεστώτος· όπως και ο Χέρμπερτ αρνήθηκε να υπηρετήσει με την ποίησή του τις πολιτικές σκοπιμότητες, έτσι και ο Χόλουμπ είχε το δικό του ποιητικό όνειρο:
.
.
Θα γλιστρήσω έξω μπροστά στην αυλαία,
προσέχοντας πολύ να μην μπερδέψω τα σκοινιά μου
καθώς θα πέφτω
θα χτυπήσω τα κουδουνάκια μου (χαρούμενα)
θα βγάλω το καπέλο μου
και πριν ο κουκλοπαίκτης καταλάβει τι συμβαίνει
θα μιλήσω με τη δική μου φωνή,
ξέρετε,
τη δική μου φωνή,
που θα βγαίνει από το δικό μου κεφάλι
για πρώτη και τελευταία φορά,
γιατί μετά θα με βάλουν πάλι πίσω στο κουτί,
τυλιγμένο σε λεπτό χαρτί.
.
Θα πω αυτό που ήθελα να πω
μιαν ολόκληρη ξύλινη αιωνιότητα.
Θα το πω, όσο γελοία
κι αν ηχήσει η φωνίτσα μου, όσο τσιριχτή.
Θα πω το πιο σημαντικό, το πιο σοβαρό πράγμα,
Θα πω το ρόλο μου…
Μπορεί να ακουστεί.
Μπορεί κάποιος να τον προσέξει.
Μπορεί να μην γελάσουν.
.
Μπορεί να πιάσει στα παιδιά
και να ενοχλήσει τους μεγάλους.
Μπορεί ν’ αλλάξει τα χρώματα στο σκηνικό.
Μπορεί να σκευρώσει το κοντραπλακέ
και τις σκιές των προβολέων. Μπορεί ν’ ανατρέψει
τον νόμο της σχετικότητας.
Θα πω…Καλησπέρα σας παιδιά, τώρα που είμαστε μαζί
πείτε γεια σου και χαρά σου στον καλό σας Φασουλή!
1Το όνειρο του Φασουλή και το απόσπασμα που ακολουθεί από το Οι απαρχές του κουκλουθεάτρου ανήκουν στη συλλογή του Χόλουμπ Πρίν και Μετά. Άλλες συλλογές του ποιητή: Η Μύγα, Η αναστάτωση κ.ά. Τα ποιήματα και το πληροφοριακό υλικό αντλήθηκαν από το περιοδικό Ποίηση (Τεύχος 13- Άνοιξη-Καλοκαίρι 1999), Miroslav Holub: Δέκα ποιήματα κι ένα δοκίμιο/Εισαγωγή-επίμετρο:Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Νεφέλη.
.
.
.
Ο Φασουλής-Χόλουμπ, με την ειρωνική του διάθεση λειτουργεί ως καταπέλτης στο “κουκλουθέατρο” που φτιάχτηκε από τον “κουκλοπαίχτη”, ο οποίος απόφαση πήρε με αίσθηση ευθύνης:
ο καθένας να έχει το σπάγκο και τη ράχη του. Κι έτσι
τον Φασουλή, τον Βασιλιά,τον Δράκο, την Πριγκίπισσα
όλους, τους διαπέρασε ένα σύρμα απ’ την κορφή του κεφαλιού τους
ως κάτω, στ’ άκρα.
Η μαζική αναστάτωση της αχαλίνωτης πρωταρχικής προδημιουργίας
αντικαταστάθηκε από την ευταξία της θολής λογικής.
Έτσι ο Φασουλής βουβάθηκε, ο Βασιλιάς αποβλακώθηκε,
ο Δράκος απολιθώθηκε, η Πριγκίπισσα απέβαλε
και τα τουβλάκια σκορπίστηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Κι όλα ήταν σιωπηλά, άδεια κι ακίνητα σαν
σ’ ένα μουσείο με κυνηγετικά έπαθλα.
.
.
.
.
Κι επειδή τα τουβλάκια σκορπίστηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο και όλα ήταν σιωπηλά, άδεια κι ακίνητα κι ο Χόλουμπ κλεισμένος στο “μουσείο”, κάποιο βράδυ(μπορεί και μέρα να ’ταν), έβγαλε ένα μικρό τουβλάκι απ’ την τσέπη, μάσησε λίγο δυόσμο για να φανεί πως ξεστομίζει αρώματα, τσαλάκωσε δυο-τρεις αμφιβολίες, μετά με προσοχή τις ξαναϊσιωσε (με τσάκιση στη μία) και είπε στο τουβλάκι:
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα
Πολλές φορές! Με μία σπονδυλωτή διακίνηση της επιθυμίας ανάμεσα σε ζωή και παραίτηση· ανάμεσα στη σιγουριά της ακινησίας και στο επισφαλές αποτέλεσμα της κίνησης. Μεταιχμιακά, η φράση του ακροβατεί ανάμεσα σε ένα “είναι” αναποφάσιστο και σε ένα “γίγνεσθαι” επιθυμητό. Η προσταγή παιχνιδίζει διαρκώς με την ίδια την αναίρεσή της, εμπλεκόμενη σε μία κυκλική και επαναλαμβανόμενη διακίνηση της επιθυμίας, η οποία δε βρίσκει διέξοδο παρά μόνο στην “έξοδο” του ποιήματος:
τουλάχιστον
θα γίνει
κάποιο
ρεύμα
το μόνο ικανό και “κινητήριο” επιχείρημα για να επέλθει η κίνηση της προτροπής. Το μόνο πραγματικό όφελος του ανοίγματος της πόρτας, η οποία θα ανταποδώσει ισότιμα στην κ ί ν η σ η προς τα έξω, την κ ί ν η σ η προς τα μέσα (το ρεύμα). Εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το όφελος μιας απάντησης, μιας επικοινωνίας, ενός πλησιάσματος, ουσιαστικά μιας δ υ ν α τ ό τ η τ α ς για μια συνάντηση, ανεξαρτήτως της συνέχειας ή του αποτελέσματος. Αυτό δηλώνει το “τουλάχιστον”, δεν ενδιαφέρει η συνέχεια, ενδιαφέρει η κ ί ν η σ η ως σύμβολο α κ ύ ρ ω σ η ς μιας προηγούμενης κατάστασης, μιας στάσης, άποψης, επιλογής ζωής.
.
.
Εδώ ακυρώνεται η εγκλωβιστική, αυτιστική διάθεση και η φοβική και απειλητική βίωση μιας εξωτερικής πραγματικότητας. Υπάρχει ένα ά ν ο ι γ μ α ε σ ω τ ε ρ ι κ ό και κάτι που κ ι ν ε ί τ α ι και έρχεται να το συναντήσει από τον έξω, έως τώρα, αποκλεισμένο κόσμο.Το ρεύμα δεν είναι η σιγουριά της επιτυχημένης επαφής ή συνύπαρξης με το αλλότριο,
είναι η α π α ρ χ ή μιας π ι θ α ν ό τ η τ α ς.
.
.
.
.
Ο Χόλουμπ προχώρησε σταδιακά σ’ αυτή την εισροή της κίνησης, χωρίς όμως να εξουδετερώσει το σκεπτικιστικό υπόβαθρο του υπολοίπου ποιήματος με την έκρηξη μιας κούφιας και απατηλής αισιοδοξίας ή την ψευδαισιακή κατασκευή μιας υπεραισιοδοξίας. Είναι αρκετά δυνατός για να αντέξει την αλήθεια της σχετικότητας και για να μην φτάσει σε ψυχολογικά αμυντικές διατυπώσεις, επιλέγοντας ακραίες θέσεις (υπεραισιοδοξία – απαισιοδοξία).Ο Χόλουμπ σε όλο το κείμενο παίζει με την ίδια την ηχώ του, τη δεύτερη σκέψη που συνοδεύει την προστακτική και παραλείπεται στο κείμενο. Είναι σα να ακούει μιαν απάντηση: “Δεν πάω” και ευθύς τείνει να σταθεί στο ενδιάμεσο της απόλυτης προσταγής και της απόλυτης άρνησης. Υπάρχει ένα “αλλά” διαμεσολαβητικό, το οποίο στο ποιητικό κείμενο δίνεται με τα
“Μπορεί”/ “Αν είναι…θα”/ “Κι αν…πήγαινε”.
Προχωρά βάσει σχεδίου για να συναντήσει το τελικό “ρεύμα”, την κίνηση προς τα έσω. Στο υπόλοιπο ποίημα τα σημαίνοντα ή οι εικόνες δεν απευθύνονται προς τα έσω, είναι απλώς εκεί, κι αυτές αυτιστικά ενασχολούμενες με την ύπαρξή τους, δηλωτικές της ακροβασίας και του αναποφάσιστου, της φοβίας και της έλλειψης σιγουριάς του ποιητή. Είναι εκεί και απλώς στηρίζουν το δρόμο του Χόλουμπ προς την έξοδό του:
.
.
.
Στην πρώτη στροφή το ρήμα “στέκει” δηλωτικό της α κ ι ν η σ ί α ς και το “έξω εκεί” δηλωτικό της απόστασης διαπλέκεται ειρωνικά με το “δέντρο”, το “δάσος”, τον “κήπο” και πολύ περισσότερο το“μια πόλη μαγική”. Ο κόσμος της φύσης και του παραμυθιού είναι εκεί αλλά μακρινά και ακίνητα/νεκρά. Είναι ένας κόσμος μάρμαρο ή ένας “γυάλινος κόσμος”, με μιαν επίφαση ζωής και ομορφιάς, παραμυθένιος, ψεύτικος και αδιάφορος απέναντι στο ανθρώπινο γίγνεσθαι.
Στη δεύτερη στροφή ο Χόλουμπ συνεχίζει με μεγαλύτερη πικρία και καυστικότητα, καθώς εισάγονται άλλες μορφές ζωής: το ζώο και ο άνθρωπος. Τοποθετούνται άραγε τυχαία μαζί; Το σκυλί που ψαχουλεύει: με το βλέμμα αλλού, επιδιδόμενο σε μια πράξη αυτάρεσκη και ενστικτώδη, παρέα με την πείνα του και απασχολημένο με την εξεύρεση των “προς το ζην”. Και ύστερα ο άνθρωπος, ο οποίος εντέχνως και καυστικά αποσυντίθεται, κατακερματίζεται και ακυρώνεται:από το όλο (μορφή) στο μέρος (μάτι) και στην ακύρωση (την εικόνα μιας εικόνας).
.
.
Ο Χόλουμπ πέρασε στο βλέμμα, το απογύμνωσε σταδιακά και αποκάλυψε την φενάκη της βλεμματικής συνάντησης, την ψευδοποιό εικονοποία της καθημερινότητας, τη φαντασιακή σύλληψη, την παραμορφωτική διάσταση του πραγματικού και της εικόνας του άλλου. Ο Χόλουμπ αυτοσαρκάζεται και κατά τον τελευταίο καγχασμό του μας πετάει κατάμουτρα τη σύλληψη της εικόνας της εικόνας μας, αφού μας έβαλε φάτσα κάρτα κι ένα μάτι…
Τώρα μπορούμε να κοιτάξουμε όλοι τα τουβλάκια μας!
.
.
Στην τρίτη και στην τέταρτη στροφή η ακυρωτική και μηδενιστική διάθεση, αρχίζουν να προβάλλονται περισσότερο έντονα. “Αν είναι η καταχνιά/θα καθαρίσει”:ο στίχος συνδέεται συνειρμικά και διαμεσολαβητικά και με τον προηγούμενο και με τον επόμενο καθώς ο ποιητής συνεχίζει να ασχολείται με αυτή τη βλεμματική αδυναμία· από την παραμόρφωση του προηγούμενου στίχου, περνά σε μια περισσότερο θολή σύλληψη της πραγματικότητας (καταχνιά), εισάγεται το γκρί, το μελαγχολικό στοιχείο και η σ χ ε δ ό ν αδύναμη όραση, για να συνεχίσει με το “κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά /που θορυβεί”·την παντελή έλλειψη όχι μόνο όρασης αλλά και ακοής, παίζοντας ειρωνικά με το “θορυβεί”, το οποίο αποδίδει μιαν ιδιότητα ανύπαρκτη “στη σκοτεινιά” και συνεπώς η ίδια έννοια του ήχου αυτόακυρώνεται, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το “κούφιος άνεμος”, όπου ακυρώνεται ο άνεμος.
.
.
.
Βλέπουμε λοιπόν καθαρά το παιχνίδι του Χόλουμπ:η προσταγή
“Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα”
συνοδεύεται από μία μη λεκτικοποιημένη εσωτερική άρνηση “Δεν πάω”, αυτή αντικρούεται από τα “αλλά” σε μία προσπάθεια πειθούς, τα οποία και πάλι όμως από τον τρόπο χειρισμού τους αυτοαναιρούνται ειρωνευόμενα τα επιχειρήματα που τα συνοδεύουν, έως ότου σταδιακά να φτάσει ο ποιητής στην κατάρρευση, στο απόλυτο κενό και στο απόλυτο μηδέν: “κι αν τίποτα δεν είναι/εξω εκεί”, για να χρησιμοποιήσει εντέχνως αυτό που προηγουμένως ονομάσαμε “κ ι ν η τ ή ρ ι ο” επιχείρημα και να επιχειρήσει την έ ξ ο δ ό του…
.
.
Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία,