RSS

Tag Archives: Andrea Kowch

Image

To σημάδι (E-περιοδικό Στάχτες)

Kowch 02

(e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/05/to.html

Χθες το απόγευμα έλαβα στο σπίτι ένα γράμμα. Ήταν η ώρα που σκοτείνιαζε, κι έλεγα στον πατέρα «όπου να ’ναι θά ’ρθει», κι ανάβαμε το τζάκι με τα καυσόξυλα που άρον άρον είχα μεταφέρει από την αποθήκη στην ποδιά μου. Η αποθήκη βρωμάει σαν νεκρός, δεν έχουμε παράθυρα, κι έχει και νεογέννητα ποντίκια που τσιρίζουν. Εγώ έχω εφεύρει να πηγαίνω πάντα γρήγορα την ώρα που όλοι ανάβουμε τα τζάκια και η ομίχλη βρίσκει χώρο να καθίσει στην κοιλάδα — μυρίζει τότε καμένο ξύλο στην αυλή, και είναι όλα θολά κι ονειρεμένα, κι εγώ ρουφάω μιαν ανάσα. Χθες κατέβασα δυο ανάσες, κατ’ εξαίρεση, και ύστερα χτύπησε και η πόρτα δύο φορές.

191121577906569417_aSkR5Osj_c

Σημάδι.

Μία, δειλά.

Μια δεύτερη λίγο.

wyeth-the-garret-roomΠιο εκνευρισμένα αλλά υπόκωφα, «ήρθε;» με ρώτησε ο πατέρας, κι ανασηκώθηκε λίγο στο κρεβάτι. Έχει έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο ο πατέρας να τρέχει τους λυγμούς όταν ακούγεται η πόρτα. Στο πρώτο χτύπημα τους σπάει σαν καρύδι. Στο δεύτερο τους λιώνει, σφίγγοντας στο λαιμό του το πιγούνι, πάνω από τα μούσια. Και στη σιωπή που ακολουθεί —πολλές φορές μας κάνει πλάκα ο άνεμος ή οι γάτες—, γέρνει στο αριστερό του πόδι το κεφάλι, και το κρεμάει έξω απ’ τις κουβέρτες.«Σκεπάσου, πατέρα», είπα, «έχει υγρασία», το γράμμα δεν έγραφε « αποστολέας ». Καθόλου η ανωνυμία δεν με πείραξε, ούτε που πέρασε απ’ το μυαλό μου πως κάποιος κακόβουλος, όπως οι γάτες ή ο άνεμος,  ξόδεψε χρήματα για να μας κοροϊδέψει.

11kowch_apple_of_my_eyeΓιατί εμένα με λένε Χάνα. Για την ακρίβεια, Χάνα Πέρτον, κι έχω ωραία δόντια.Και το γράμμα έγραφε « προς Χάνα Πέρτον », και όχι άλλο όνομα, και είχε μια γηραιά κυρία σε γραμματόσημο χαρούμενο, που γέλαγε φορώντας ένα επίσημο καπέλο.kowch_crows_song_detail5Η θεία Σάρα επιμένει πως πρέπει να νιώθουμε περήφανοι για την καταγωγή μας: «είμαστε οι τελευταίοι Πέρτον στην κωμόπολη, μένουμε στο οικογενειακό αγρόκτημα πίσω από το λόφο με τις λεύκες κι « εσύ, Χάνα, διάλεξες και το ωραίο χαμόγελο όλων των πεθαμένων Πέρτον, που είχανε διαίσθηση».Έτσι  εγώ  κατάλαβα αμέσως πως, αν και το γράμμα δεν έγραφε «αποστολέας», δεν ήταν πλάκα, καθόλου  πλάκα, και ότι ήταν από κ ε ί ν ο ν. Θέμα διαίσθησης και μόνον. Κληρονομικό.

Κι έχω εμπιστοσύνη στη θεία Σάρα, διότι είναι και αυτή μ ί α  σ π ο υ δ α ί α Πέρτον. Η γιαγιά  επίσης ήτανε χαρτορίχτρα και με ωραίους γλουτούς, «στην πλάτη σου άραξε ένα βουνό από τύχη, Χάνα !» μου δείχνει πολλές φορές τις Άλπεις  η θεία, που έχει τραχιά φωνή και ωραία εργόχειρα στρωμένα στα τραπέζια — προσωπικά μου αρέσει ένα με ασημένιες πεταλούδες, και θα το κληρονομήσω οπωσδήποτε. Είναι συμφωνημένο.

crows-songΈχουμε λοιπόν διαίσθηση οι Πέρτον, κι έτσι κατάλαβα αμέσως πως το γράμμα ήταν από κ ε ί ν ο ν. Ήταν γραμμένο με αποσιωπητικά στην πρώτη τη γραμμή. Η άλλη σελίδα ήτανε κενή. «Αυτά είναι ερωτικά σημάδια», λέει η θεία Σάρα. Έτσι μιλάει πάντα για τις σιωπές κι όλες τις στάχτες.

… ΝΟΡΑ ΠΕΡΤΟΝ, 1945 – 1964 …

 επέμενε η θεία Σάρα να βάλουμε τελίτσες και στην αρχή της Νόρας και στο χρόνο που άντεξε να την κρατήσει ανοιχτή,  έτσι —« για το καλό », που λέμε οι Πέρτον—  χαράξαμε την τεφροδόχο της με όλα και με τίποτα μαζί. Αυτό είναι ταλέντο: να διηγείσαι μ’ ένα τίποτα ιστορίες στις σιωπές. Κι εμείς είμαστε Πέρτον.

«Σκεπάσου, πατέρα, όπου νά ΄ναι θά ’ρθει, θά ’ρθει η Νόρα απ’ το φούρνο, και θα φάμε», του είπα πάλι χθες, και χτύπησε η πόρτα και άνοιξα, φίλησα, δίπλωσα, έκρυψα το γράμμα, όπως πάντα, και ο πατέρας λούφαξε γρυλίζοντας σαν σκύλος μαλωμένος, και ορθοπόδησε πλέον σιγανά, με σκεπασμένο το κεφάλι, μόνον κάτι περίεργα φωνήεντα σε τόνους γραμμοφώνου, ώσπου κοιμήθηκε στο τέλος.

Χθες ονειρευόταν μάλλον, γιατί κουνούσε το δεξί του πόδι νευριασμένος μέσα στις κουβέρτες, και γύρισε κι απότομα γλιστρώντας το κεφάλι —νόμισα πως θα μπατάρει απ’ το κρεβάτι—, κι άρχισε να σφυρίζει ρυθμικά, με παύσεις στις ανάσες. Σαν να περίμενε απάντηση από κάπου. Αλλά κανένας δε σφύριξε για σήμα, ούτε καν μία ριπή ανέμου, έστω για να μας κάνει πλάκα, δεν ήρθε στις κουβέρτες, ώσπου οργίστηκε ο πατέρας, και τίναξε μια φορά το άλλο πόδι, το ήρεμο, κι έβαλε στις ανάσες καπρίτσια πεθαμένου — πιστεύω για να απειλήσει όσους εκτοξεύουν από ένα φοβερό πείσμα τη σιωπή τους.

ANTREW  WYETH Adrift, 1982

Ο ήχος ήταν σαν το θόρυβο που κάνουνε τ’ αγόρια στα κορίτσια: έτσι και ο Γιαν σφύριζε στη Νόρα, όταν έφευγε να αγοράσει σαπούνι ή μπαχαρικά στους Τζόνσον, δίπλα στο ποτάμι. Πόσο δυστυχισμένος —πρώτη φορά το σκέφτηκα—, πρέπει να είναι ο πατέρας που η Νόρα δε στέλνει γράμματα ποτέ, και πήγα και του φίλησα το χέρι, αλλά  δεν το κατάλαβε αυτό.

Andrew Wyeth Bachelor the StudyΈμεινα όλη νύχτα άγρυπνη δίπλα στη φωτιά μ’ ένα γατί που γρατζουνούσε λιμασμένο το παράθυρο στο προσκεφάλι του πατέρα, αλλά δεν με εκνεύρισε καθόλου, γιατί έχει μάτια  πελώρια και γαλάζια, και μία Πέρτον δεν τα βάζει ποτέ μ’ ό,τι της λείπει. Κάθε βράδυ βρίσκω άλλωστε, ως γνήσια απόγονος των Πέρτον, να κάνω καινούργια πράγματα που με εξελίσσουν περισσότερο, κι έτσι δεν ασχολούμαι με μικρότητες. Χθες —κι αυτό είναι ένα πολύ πρόχειρο παράδειγμα, που δείχνει πόσο ευφυείς και βολικοί άνθρωποι είμαστε οι Πέρτον—, εφηύρα να  παρακολουθώ με υπερβολικά μεγάλη προσοχή μόνον τον αέρα, που έφθασε αργότερα, σπρώχνοντας χώματα κάτω απ’ τη σχισμή που συγκρατεί ανέκαθεν την πόρτα του σπιτιού μας. 025186-000004.PΗ θεία Σάρα λέει ότι πολύ σοφά κάνω και μου έχω αφαιρέσει τη δύναμη να οργίζομαι με όλα τα ανώφελα, γιατί οι Πέρτον έχουμε κληρονομήσει τη διαίσθηση, και π ρ έ π ε ι να είμαστε ξαλαφρωμένοι από ελπίδα. Είναι πολύ εγωιστικό, βρίσκει η θεία Σάρα, να έχουμε κι ελπίδα και διαίσθηση, δεν πάνε μαζί αυτά τα δύο. Είναι ακριβώς όπως δεν πάει η μουστάρδα με κάρυ και με μάνγκο πάνω στις πέστροφες που κάθε Τρίτη μάς φέρνει ο Γιαν απ΄ το ποτάμι. Μία αηδία είναι αυτό, μόνο με τα πουλερικά ταιριάζει.

kowch blaze

Τα ξημερώματα έβγαλα όλα μου, εντελώς, τα ρούχα, και κράτησα μόνον το κόκκινο πουλόβερ που φορούσα, με το πλεκτό ζιβάγκο σε βελόνες νούμερο…  δε συγκρατώ το νούμερο…  που επίτηδες το έχει πλέξει η θεία Σάρα έτσι, με στόχο να σφίγγει μεγάλη θαλπωρή γύρω απ’ το λαιμό μου. Κοιμήθηκα, λοιπόν, πολύ ελαφριά και με μεγάλη αυτοπεποίθηση: ό,τι περίμενα είχε έρθει και ό,τι περιμένω θα ξανάρθει, πάντα ίδιο, γιατί οι Πέρτον ζούμε ασφαλείς. Και ούτε ο πατέρας σφύριζε πλέον, είχε βαρεθεί, και ούτε έκανε τίποτε. kowch_chosen_08bΑπολύτως. Και ούτε θα ξανακάνει τίποτε, ύστερα από την κηδεία.

Εκεί ξέρω, λίγο πριν από την αποτέφρωση, θα με ρωτήσει πάλι «ήρθε, η Νόρα ήρθε;» και θα εντυπωσιάσει την κωμόπολη νεκρός : όπως ταιριάζει σ’ έναν Πέρτον, θα βρει έναν πρωτότυπο λυγμό να καβουρδίσει, την ώρα που θα πέφτει η ομίχλη, νύφη την αδελφή μου στην κοιλάδα.

—————————————————————————————————————————————-

kowch_no_turning_back_wallpr

Πίνακες: Andrea Kowch, Andrew Wyeth

http://www.christiesprivatesales.com/exhibitions/wyeth-in-china/index.aspx

http://andreakowch.com/

 

Tags: , , , , ,

Image

Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Οι αγελάδες

Καθόμαστε σ’ ένα υπαίθριο καφενείο: πέντ’ έξι καρέκλες αραδιασμένες στην όχθη ενός μικρού ποταμιού και πιο πέρα, κάτω από ένα πλατάνι, μια παράγκα πνιγμένη στις περικοκλάδες, με την επιγραφή «Η μορφωμένη Αράχνη». Πίνομε το ούζο μας βλέποντας τις πέστροφες να πηδάνε κάθε τόσο δύο-δυo έξω απ’ το νερό, που αφρίζει σαν άσπρο στεφάνι γύρω στ’ αστραφτερά τους κεφάλια. Αμίλητοι χαιρόμαστε τη γαλήνια ομορφιά του τοπίου.
Μα δεν περνάει πολλή ώρα και τρεις βροντερές εκρήξεις στη γραμμή τραντάζουν τα ποτήρια στα τραπέζια και με ξεκουφαίνουν. Ξυπνώ από τη ρέμβη μου αναπηδώντας στην καρέκλα. Κάτι τζάμια ακούγονται να σπάνε μακριά σ’ ένα χτήμα• φωνές και βλαστήμιες εξιδανικευμένες απ’ την απόσταση ταράζουν για λίγο την ησυχία. Ύστερα πάλι σιωπή. Οι άλλοι γύρω μου —άνθρωποι του τόπου— ατάραχοι, σα να μην άκουσαν τίποτα, συνεχίζουν να ρουφάνε γουλιά-γουλιά το ούζο τους σφουγγίζοντας με το χέρι τις στάλες πού κρέμονται στα μουστάκια τους. Στα μαλλιά τους πετάνε μεγάλα δειλινά κουνούπια. Δεν κρατιέμαι και γυρίζω σ’ αυτόν που κάθεται πλάι μου. Φοράει μενεξελιά ράσα.
«Πάτερ», ρωτάω, «τι συμβαίνει; Άκουσες τις κανονιές; ».
Ο παπάς πολέμαγε να σπρώξει με τα παχουλά του δάχτυλα μέσα στο φαρδομάνικό του ένα κοτόπουλο, που όλο έβγαζε το κεφάλι. Χωρίς να με κοιτάξει, μου λέει:
«Ο Θεός, τέκνον μου, τιμωρεί τους φιλάργυρους βουκόλους».
Ύστερα βλέποντας πως το πουλί ησύχασε κι έπαψε να μπαινοβγαίνει στα μανίκια του, σηκώνεται και μου γνέφει να τον ακολουθήσω. Οι άλλοι ούτε μας προσέχουνε καν. Περνάμε πίσω απ’ την παράγκα του καφενείου, μέσα από ’να φράχτη με κολοκυθιές φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, και βγαίνουμε σ’ ένα απέραντο χωράφι με πολλές στέρνες. Ακούγονται ζώα πού ξεφυσάνε ρουθουνίζοντας. Πηγαίνουμε από στέρνα σε στέρνα. Είναι όλες βαθιές, χωρίς νερό, και στον πάτο γυρίζουν αγελάδες με καστανό τρίχωμα. Σκύβουν κάθε τόσο το χοντρό σβέρκο τους στα παχνιά και μασουλίζουν.

Tyson Grumm  (8)Οι κοιλιές τους τεράστιες πετάγονται έξω απ’ το κορμί ολοστρόγγυλες και πρησμένες.
«Αυτές εκεί πρόσεξέ τες καλά, τώρα πού σηκώνουν την ουρά να διώξουν τις μύγες», μου λέει ο σύντροφος μου.
Κοιτάζω και βλέπω χωμένο βαθιά στον πισινό τους από ’να μεγάλο άσπρο φελλό. Λουριά περασμένα κάτω απ’ τα σκέλια και την κοιλιά και σφιχτοδεμένα στη ράχη τους, κρατάνε γερά στη θέση του το φράξιμο, που να μην μπορεί με τίποτα να το πετάξει το ζώο.
«Με το σύστημα αυτό», μου εξηγεί, «που αποκλείει στις αγελάδες να διώξουν απ’ τον οργανισμό τους τ’ ανεπιθύμητα περισσέματα της τροφής, οι βουκόλοι πιστεύουν πως θα καταφέρουν να τις παχύνουν γληγορότερα. Δεν εννοούν ν’ αφήσουν ούτε ένα σπυρί κριθάρι να βγει από μέσα τους αχώνευτο. “Είναι κι αυτό ζυγισμένο στη ζυγαριά του εμπόρου και το πληρώσαμε”, λένε, “δε μας το έδωσαν χάρισμα!” ».
«Και τα ζώα δεν ανακουφίζονται ποτέ; »,τον ρωτάω, κοιτώντας με οίκτο τις αγελάδες που με τις χειλάρες τους αρπάζουν κάτι μακριά χορτάρια φυτρωμένα εδώ κι εκεί στους τοίχους της στέρνας.

andrea KOWCH 3«Πώς! Κάθε είκοσι, είκοσι πέντε μέρες, μόλις τους λύσουν τις ζώνες που τους φοράνε. Έχω δει πολλές ν’ αντέχουν και πάρα πάνω. Μα είναι κι άλλες πού απ’ την πέμπτη κιόλας μέρα αρρωσταίνουν βαριά• αρχίζει ή κοιλιά τους και τουμπανιάζει, φουσκώνει φουσκώνει σαν μπαλόνι μέσα σε λίγα λεπτά, κι αν δεν τις προλάβουν, μπάμ! », σκάνε ξαφνικά και κομματιάζονται στον αέρα με τρομερό θόρυβο, σαν οβίδες.


Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν βήματα. Δυo ανθρώποι αξούριστοι, με λερωμένες κοντές ποδιές πάνω απ’ τα γόνατα, πλησιάζουν τη στέρνα. Είναι βουκόλοι.
«Να μη μας δουν», μου λέει σιγά ο παπάς. « Είσαι ξένος και μπορεί να τους περάσει απ’ το μυαλό πως σ’ έφερα επίτηδες εδώ να κλέψεις το σύστημά τους ».
Κρυβόμαστε γρήγορα πίσω από την πεζούλα. Οι κτηνοτρόφοι κατεβαίνουν τα σκαλιά και μπαίνουν στη στέρνα. Ο ένας, βαστώντας μια μεζούρα, πηγαίνει από γελάδα σε γελάδα και παίρνει την περίμετρο της κοιλιάς της. Ο άλλος, στο θαμπό φως ενός φαναριού, σημειώνει σ’ ένα τεφτέρι…

«Τους έχει πιάσει πανικός», μου ψιθυρίζει πάλι ο παπάς. «Μαζί με τα τρία σημερινά, τα θανατηφόρα κρούσματα έφτασαν τον αριθμό έντεκα αυτό το μήνα. Υπάρχει Θεός από πάνω και βλέπει. Έχουν ανησυχήσει πολύ και προσέχουν. Εξετάζουν τώρα για περισσότερη ασφάλεια πιο συχνά το κοπάδι τους, μήπως κι η κοιλιά των ζώων ξεπεράσει άξαφνα το όριο αντοχής ».

Άμα τέλειωσαν το μέτρημα, οι βουκόλοι ανέβηκαν και τράβηξαν σε άλλη στέρνα. Τότε βγαίνουμε κι εμείς απ’ τον κρυψώνα και γυρίζουμε από τον ίδιο δρόμο σκεφτικοί και αμίλητοι. Άκρη-άκρη στο χωράφι γυαλίζει μια μεγάλη καλύβα δίχως παράθυρο, στημένη με ντενεκέδες. Έχει αντίς για πόρτα ένα στρογγυλό άνοιγμα. Απόξω άλλοι δυο βουκόλοι, με τα ίδια αξούριστα μούτρα αλλά με ποδιές πού κρεμάνε ως τις φτέρνες τους, σκύβουν πάνω σ’ έναν μακρύ ξύλινο πάγκο όπου είναι απλωμένα κομμάτια ματωμένες προβιές. Με μεγάλα μαχαίρια τις καθαρίζουν.

ANDREA KOWCH refuge.

«Πιο σιγά», μου κάνει ο παπάς. «Να αυτοί που έχασαν τρία ζώα σήμερα τ’ απόγεμα… Μετράνε τις ζημιές και βράζουν από το θυμό τους. Σε λίγο, μόλις φανεί το φεγγάρι, θα βγάλουν τ’ απομεινάρια των ζώων απ’ την καλύβα και θα τα θάψουν. Δε θέλουν να τους βλέπει κανείς. Όταν αγριεύουν δεν αστειεύονται».

Προχωράμε σιγά στις μύτες των ποδιών και φεύγουμε ανάλαφρα σα φαντάσματα. Περνώντας το σύνορο του χωραφιού αρχίζω και ξαναβλέπω το ποτάμι. Μεγάλα φύλλα ταξιδεύουν πάνω του αργά. Μέσα στην ησυχία ακούγονται γύρω μας μόνο τα φτερά των κουνουπιών και τα βήματα μας που καθώς περπατάμε τσακίζουν κλαδιά και κοτσάνια.

Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Οι αγελάδες, Εκδόσεις στιγμή, Αθήνα 1992  

Πίνακες: Tyson Grumm, Andrea Kowch

 

Tags: , , , , ,