
Category Archives: ΤΕΧΝΕΣ: ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία πόλη

Τρία κεφάλια.
Ένας άντρας. Μια γυναίκα. Ένα παιδί.
Τρία αλλόκοτα κεφάλια. Ολότελα αποστραγγισμένα από την πύρινη στεφάνη του ήλιου που τους εποπτεύει με το αλλήθωρο μάτι του εδώ και κάμποσες ώρες. Όσες χρειάστηκε να περπατήσουν μέχρι εδώ.
Μπηγμένοι βαθιά στο θάμπωμα του ήλιου σαν ανάποδες πινέζες, οι σκελετοί τους, προβάλλουν από το βάθος του δρόμου σπασμωδικά αλαφροπατώντας στο ξερό χώμα.
Από μακριά φαίνονται σαν φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές. Αλλά δεν είναι. Τίποτα δεν είναι. Μοιάζουν με παμπάλαια εξογκώματα. Ένα χέρι εδώ, κάποιο ρούχο που προεξέχει, ένας όγκος που αργοσβήνει και πάλι επανέρχεται στο μπρούτζινο φως του πρωινού.
Τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτό τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας. Πρέπει να έχουν περπατήσει κάμποση ώρα γιατί τα πρόσωπά τους είναι βλογιοκομμένα από τον παχύ ιδρώτα και τα μέλη τους τόσο μαλακά από την κούραση που μοιάζουν να έχουν προσαρμοστεί τυχαία και ακαθόριστα πάνω στα κυρτωμένα τους κορμιά.

Ξάφνου σταματούν. Εκείνος ο πέτρινος όγκος που ορθώνεται μπροστά τους με την επιβλητικότητα ενός φυσικού νόμου που σχηματίζει στα ματιά τους μια ορογραφική φυλακή, τους αναγκάζει να σταματήσουν.
Το ξασπρισμένο οξυκόρυφο βουνό κρέμεται από μια κλωστή ουρανού έτοιμο να πέσει. Μπορεί και να έχει πέσει προ πολλού και τώρα δα μόνο την αχνή αντανάκλασή του που προϊστορικού του όγκου να βλέπουν μπροστά τους. Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος;
Από μακριά καθώς προχωρούσαν στον επαρχιακό δρόμο φαινόταν στα μάτια τους σαν ένα τεράστιο εφηβικό σπυρί που ξεπρόβαλε μέσα από τη σκαμμένη γη. Τώρα που είχαν πλησιάσει οι διαστάσεις του διαθλασμένες από το πνιγηρό φως της απλωσιάς του δρόμου του έδιναν έναν τόνο απόκοσμο.
Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία πόλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012
Πίνακες: Zdzislaw Beksinski
———————————–
Μιχαήλ Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών
Αι γυναίκες είνε αι πλείσται μάλλον ηλίθιαι ή τρελλαί. Υπάρχουσιν όμως και τίνες μανιώδεις. Μία Κρήσσα, εξ έρωτος παθούσα και αυτή, δεν καταδέχεται να απαντήση καν εις τας ερωτήσεις μας και απομακρυνόμεθα αυτής φρονίμως, διότι όταν οργισθή πηδά αδιακρίτως εις τον λαιμόν του προστυχόντος ζητούσα να τον πνίξη. Αι συμπαθέστεραι όλων είνε δύο αδελφαί, μένουσαι εν ενί των ιδαιτέρων δωματίων προ ετών, μέσης ηλικίας, διατηρούσαι όμως επί της παρηκμακυίας μορφής των ίχνη καλλονής έτι, αίτινες θα ηδύναντο να χρησιμεύσωσιν ως υπόδειγμα αδελφικής στοργής.
Είχε πάθη η μία εξ αυτών και ενεκλείσθη εις το άσυλον τούτο• αλλ’ η άλλη δεν ηθέλησε να την εγκαταλείψη και συνεκλείσθη μετ’ αυτής. Ούτω δε τρελλαί αλλά αγαπώμεναι πάντοτε μένουσι συζώσαι, και η μία περιθάλπει την άλλην, και αι δύο δε ομού μεγάλην ξανθήν πλαγγόνα, με κατακοκκίνους παρειάς και στίλβοντα ακίνητα όμματα, αναστήματος πενταετούς παιδίου περίπου, ήν κρατούσι πάντοτε ενηγκαλισμένην ως να ήτο βρέφος. Όλη των η στοργή συγκεντρούται εις το αναίσθητον αυτόν ξόανον, και το θωπεύουν, και το λικνίζουν, και το ασπάζονται, και τω ομιλούν, ως να είνε έμψυχον, τέκνον των πραγματικόν.
Του ετοιμάζουν μόναι των ράπτουσαι φορέματα, του αλλάζουν τα ενδύματά του τακτικά, τα πλύνουν, τα σιδηρόνουν, καλύπτουσαι αυτό μετά προσοχής όταν το γυμνόνουν διά να μη ταις κρυώση το πτωχόν! Και το νευρόσπαστον δέχεται όλα αυτά, ανοίγον υπερμέτρως διατεταμένους τους αβλεφάρους του οφθαλμούς, τείνον ασευνειδήτως εις τα φιλήματά των την εκπεπληγμένην μορφήν του και κινούν τους ξανθούς βοστρύχους του.
Μιχαήλ Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών, σελ. 92-93, Εκδόσεις Πατάκη, 2004
Πίνακες: Ilya Zomb
.
.
Τάσος Λειβαδίτης, Πολύτιμος στίχος

.
Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον
είμαστε κιόλας νεκροί.
Πίνακας: Andrea Kowch
Γιάννης Ρίτσος, Χρυσόθεμις (απόσπασμα)

Αργά το απόγευμα, χειμώνα – καλοκαίρι, στον κήπο, ή εδώ στο παράθυρο, κάτω
απ’ την επίδραση του αποσπερίτη, ανέβαζα τ’ αριστερό μου χέρι
ν’ αγγίξω τα χείλη μου, αργά, προσεχτικά, αφηρημένα, γύρω – γύρω,
σα να ’ταν να βοηθήσω στο σχηματισμό μιας άγνωστης λέξης ή σα να ’ταν
να στείλω κάπου ένα φιλί αναβλημένο.
Κείνα τα χρόνια,
πολλές φορές, σεργιανώντας μονάχη στον κήπο, μου ’χε τύχει
να ’ρχεται αθόρυβα πίσω απ’ τη ράχη μου η σελήνη, και ξάφνου
να μου σκεπάζει με τις δυο παλάμες της τα μάτια. «Ποιος είμαι;» ρωτούσε.
«Δεν ξέρω, δεν ξέρω», αποκρινόμουν για να με ξαναρωτήσει.Εκείνη δε ρωτούσε πια. Χαλάρωνε τα δάχτυλα της. Έστρεφα πίσω.
Οι δυο μας, πρόσωπο με πρόσωπο. Το δροσερό μάγουλό της
πάνω στο μάγουλό μου — κι όλο το χαμόγελό της — της το άρπαζα κ’ έτρεχα
με κυνηγούσε ολόγυρα στο σιντριβάνι.
Κάποια νύχτα
μ’ έπιασε επ’ αυτοφώρω η μητέρα: («Με ποιον κουβεντιάζεις;».
«Κυνηγούσα τη γάτα μη φάει τα χρυσόψαρα», αποκρίθηκα. «Ανόητη»,
είπε η μητέρα («δεν εννοείς να μεγαλώσεις». Κείνη τη στιγμή,
όντως ή γάτα τρίφτηκε στα πόδια μου. Ένα μεγάλο χρυσόψαρο
τινάχτηκε έξω από το σιντριβάνι. Το άρπαξε η γάτα
και κρύφτηκε μες στις τριανταφυλλιές. Φώναξα. Την κυνήγησα —
(τρόμαξα μη μου φάει τόνα χέρι τής σελήνης) — κ’ ή μητέρα με πίστεψε.Έτσι γίνεται πάντοτε. Δεν ξέρουμε πια πώς να φερθούμε,
πώς να μιλήσουμε, σε ποιον, και τι να πούμε. Μένουμε μόνοι
με αφανείς δυσκολίες, σε αφανείς πολέμους, χωρίς νίκη ούτε ήττα,
με πλήθος αφανείς εχθρούς ή, μάλλον, εχθρότητες. Ωστόσο
και με πολλούς συμμάχους —αφανείς κι αυτούς— καθώς η σελήνη
του παλιού κήπου, καθώς το χρυσόψαρο ή ακόμη κ’ η γάτα.
Πίνακας: Andrew Wyeth
———————————————————–
Mεταlipsi (απόσπασμα)
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ, 1η εκδοχή
προδημοσίευση
1.
Και η νύχtα κρημνίζεται έξω απ’ το παράthυρο με τον ήχο από εθελούσιες ψιχάlες ν’ αlυχτούν σε δρώmενα σκουριάς πάνω στα κάγκeλα του μικρού μου φτωχικού αιΩνα στο μπαλκόnι ΟρθώNομαι από τρόmο όrαmα κοιμισmένο σε πάπλomα ανάσκελα Χωρίς ν’ ακούω παrά μόνοn enαν απόηχο από σenα Που Sυnορεύεις εκρηκτικά ενύπνια σε πράγματα, πράξεις, εξαγγελίες, ραμφίσματα αρχαγγέλων, συλlήψεις ηρωικές, αναρροfήσεις έρωtα Άσfαχτου ακόμη από τον ηδοnικό νικέlινο σπασμό Εnός φιlιού Που μ’ αrαβουργήματα η Μνήμη τη γλώσσα κεντimένη πλημμυρίζει Όρthια σε Στύση Εκμαυλισmένη μες στην κόpωση Από τους μώλopes μιας θείας κοιnonίας: Πάνω σε κείνο ακριβώς το lάvετε fάgετε εντοπίστηκε η ατυχής εκpυρσοκρότηση Sarkiων Και στο επ’ ώμου ντραπήκαμε οικτρά για τα ωμά τα ερωτικά τα κremaσμένα απ’ τη Lαvίδα του ιερeως
Κι εκείνος μας λυπήthηκε Κι απελπισμένος κραύγαζε: Θεοί και Δαίμονες προσέλθετε εις τον Οίκοn του Κυρίου με απλότητα και με τις μαυροφορεμένες hήρες σας παρέα και τους κουτσουrεμένους σας παtέρες στα δεκαnίκια της απόlαυσης μιας άπνοιας ερώtων Και με τα ψόφια αρseνικά ή θiliκά ή κι ερμαφrόdita Που τρίβουν της οιμωγής τους το δοξάρι Κenτρίζοντας τη μέLισσα Που δεν περna η μέLισσα έτσι όπως τρέhουνε τα αιχμάλota mελλούμena στο χαlασmeno σpόri του κaυlού σας Ή… (βροnτοφώναξε τόσο που ευνουχίστηκε η χορδή τσιρίζοντας εξέγερση) Ε ά ν δen σας βαρenει ο δρόmος σας Σύρτε με χαlινό οικόsιτο ως εδώ τους νιόβγαλτους βλαστούς σας: τα όσα Lιμασμένα από θηlή βλeμμα κι από τη hειραγώγηση ενός χαδιού σπαργανωμένου με φωnήεν σε αρχέγονα ερυθήματα Θα ψάllω εγώ για την ανάπαυση Κι εμείς γυρίσαμε το βλemμα ένα γύρω έτσι αποκολληmένοι απ’ τα δικά μας σ οmα ta και στρεβλωμένοι εκτός των Όπως ανάλαφρες μεμβράνες ο ένας μες στον άλλον
Kι αναμασούσαμε εκστατικά μια χρυσοπράσινη παράνοια στην άκρη της Lαvίδας Έτσι ρέαμε φως ανάμεσά μας γιατί κανείς μας δεν μιλούσε καμιά γλώσσα γνωστή στην Οικουmένη Μόνον βουβοί στeργαμε να φλυαρούμε για τα παλιά μας χρόνια Που σ’ έρημους πλέον μαχαλάδες διαλαλούσαν αλαλαγμούς παράφορους για μιαν ασβεστωmένη ήττα επάνω σε πατίνια Πρόθυμη να εκτιναχθεί σε λίγο από σμπαραλιασμένα γόνατα Θρυψαλιασμένους αστραγάλους Στο εύθραυστο να γράψει σε πλάκα ιωδίου «διά το filoνiκείν εις τα οστά των» Που σε ελεύθερη μετάφραση εμβρυακών ασμάτων σημαίνει πως τούτη η εύτολμη αθωότητα των παιδικών κραυγών Που κλαυθμηρίζανε τις μοίρες στα πλακόστρωτα Δeν ήταν τίpοτε άλλο παρά η άτεγκτη υπενθύμιση του ήλιου πως η φαιά ουσία αρμέγεται νωπή στον τοκετό των οδυνών μέσα στην κούφια σύριγγα του Α Ν Θ Ρ 0 p 0 Υ![]()
Πίνακες: Beksinski
———————————————————————————————————————————
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη (απόσπασμα)
Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα », πώς να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα! (…)
( …) Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή; Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του. Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ’ ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα.
Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν.
– Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου;
– Του κυρ-Θανάση του Μπε…
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ’ αυτόν το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
– Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πως να πώ; Είναι η γενειά του… τη έχει λύσε-δέσε, σ’ όλα τα πάντα… οικονόμισσα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές θέλω να πω, ανιψιά του… φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε
– Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ’ εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος… ο αφέντης σου.Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν. Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα. Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
– Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’ έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ’ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη
περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης. Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου… καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοια αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά
– Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
– Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…
–Είναι μέσα;
–’Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
–Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
–Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
– Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
– Τ’ ακούω.
– Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.
Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε:
– Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα! (…)
Πίνακες: Xρήστος Μποκόρος
To σημάδι (E-περιοδικό Στάχτες)
(e-περιοδικό Στάχτες)
http://www.staxtes.com/2013/05/to.html
Χθες το απόγευμα έλαβα στο σπίτι ένα γράμμα. Ήταν η ώρα που σκοτείνιαζε, κι έλεγα στον πατέρα «όπου να ’ναι θά ’ρθει», κι ανάβαμε το τζάκι με τα καυσόξυλα που άρον άρον είχα μεταφέρει από την αποθήκη στην ποδιά μου. Η αποθήκη βρωμάει σαν νεκρός, δεν έχουμε παράθυρα, κι έχει και νεογέννητα ποντίκια που τσιρίζουν. Εγώ έχω εφεύρει να πηγαίνω πάντα γρήγορα την ώρα που όλοι ανάβουμε τα τζάκια και η ομίχλη βρίσκει χώρο να καθίσει στην κοιλάδα — μυρίζει τότε καμένο ξύλο στην αυλή, και είναι όλα θολά κι ονειρεμένα, κι εγώ ρουφάω μιαν ανάσα. Χθες κατέβασα δυο ανάσες, κατ’ εξαίρεση, και ύστερα χτύπησε και η πόρτα δύο φορές.
Σημάδι.
Μία, δειλά.
Μια δεύτερη λίγο.
Πιο εκνευρισμένα αλλά υπόκωφα, «ήρθε;» με ρώτησε ο πατέρας, κι ανασηκώθηκε λίγο στο κρεβάτι. Έχει έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο ο πατέρας να τρέχει τους λυγμούς όταν ακούγεται η πόρτα. Στο πρώτο χτύπημα τους σπάει σαν καρύδι. Στο δεύτερο τους λιώνει, σφίγγοντας στο λαιμό του το πιγούνι, πάνω από τα μούσια. Και στη σιωπή που ακολουθεί —πολλές φορές μας κάνει πλάκα ο άνεμος ή οι γάτες—, γέρνει στο αριστερό του πόδι το κεφάλι, και το κρεμάει έξω απ’ τις κουβέρτες.«Σκεπάσου, πατέρα», είπα, «έχει υγρασία», το γράμμα δεν έγραφε « αποστολέας ». Καθόλου η ανωνυμία δεν με πείραξε, ούτε που πέρασε απ’ το μυαλό μου πως κάποιος κακόβουλος, όπως οι γάτες ή ο άνεμος, ξόδεψε χρήματα για να μας κοροϊδέψει.
Γιατί εμένα με λένε Χάνα. Για την ακρίβεια, Χάνα Πέρτον, κι έχω ωραία δόντια.Και το γράμμα έγραφε « προς Χάνα Πέρτον », και όχι άλλο όνομα, και είχε μια γηραιά κυρία σε γραμματόσημο χαρούμενο, που γέλαγε φορώντας ένα επίσημο καπέλο.
Η θεία Σάρα επιμένει πως πρέπει να νιώθουμε περήφανοι για την καταγωγή μας: «είμαστε οι τελευταίοι Πέρτον στην κωμόπολη, μένουμε στο οικογενειακό αγρόκτημα πίσω από το λόφο με τις λεύκες κι « εσύ, Χάνα, διάλεξες και το ωραίο χαμόγελο όλων των πεθαμένων Πέρτον, που είχανε διαίσθηση».Έτσι εγώ κατάλαβα αμέσως πως, αν και το γράμμα δεν έγραφε «αποστολέας», δεν ήταν πλάκα, καθόλου πλάκα, και ότι ήταν από κ ε ί ν ο ν. Θέμα διαίσθησης και μόνον. Κληρονομικό.
Κι έχω εμπιστοσύνη στη θεία Σάρα, διότι είναι και αυτή μ ί α σ π ο υ δ α ί α Πέρτον. Η γιαγιά επίσης ήτανε χαρτορίχτρα και με ωραίους γλουτούς, «στην πλάτη σου άραξε ένα βουνό από τύχη, Χάνα !» μου δείχνει πολλές φορές τις Άλπεις η θεία, που έχει τραχιά φωνή και ωραία εργόχειρα στρωμένα στα τραπέζια — προσωπικά μου αρέσει ένα με ασημένιες πεταλούδες, και θα το κληρονομήσω οπωσδήποτε. Είναι συμφωνημένο.
Έχουμε λοιπόν διαίσθηση οι Πέρτον, κι έτσι κατάλαβα αμέσως πως το γράμμα ήταν από κ ε ί ν ο ν. Ήταν γραμμένο με αποσιωπητικά στην πρώτη τη γραμμή. Η άλλη σελίδα ήτανε κενή. «Αυτά είναι ερωτικά σημάδια», λέει η θεία Σάρα. Έτσι μιλάει πάντα για τις σιωπές κι όλες τις στάχτες.
… ΝΟΡΑ ΠΕΡΤΟΝ, 1945 – 1964 …
επέμενε η θεία Σάρα να βάλουμε τελίτσες και στην αρχή της Νόρας και στο χρόνο που άντεξε να την κρατήσει ανοιχτή, έτσι —« για το καλό », που λέμε οι Πέρτον— χαράξαμε την τεφροδόχο της με όλα και με τίποτα μαζί. Αυτό είναι ταλέντο: να διηγείσαι μ’ ένα τίποτα ιστορίες στις σιωπές. Κι εμείς είμαστε Πέρτον.
«Σκεπάσου, πατέρα, όπου νά ΄ναι θά ’ρθει, θά ’ρθει η Νόρα απ’ το φούρνο, και θα φάμε», του είπα πάλι χθες, και χτύπησε η πόρτα και άνοιξα, φίλησα, δίπλωσα, έκρυψα το γράμμα, όπως πάντα, και ο πατέρας λούφαξε γρυλίζοντας σαν σκύλος μαλωμένος, και ορθοπόδησε πλέον σιγανά, με σκεπασμένο το κεφάλι, μόνον κάτι περίεργα φωνήεντα σε τόνους γραμμοφώνου, ώσπου κοιμήθηκε στο τέλος.
Χθες ονειρευόταν μάλλον, γιατί κουνούσε το δεξί του πόδι νευριασμένος μέσα στις κουβέρτες, και γύρισε κι απότομα γλιστρώντας το κεφάλι —νόμισα πως θα μπατάρει απ’ το κρεβάτι—, κι άρχισε να σφυρίζει ρυθμικά, με παύσεις στις ανάσες. Σαν να περίμενε απάντηση από κάπου. Αλλά κανένας δε σφύριξε για σήμα, ούτε καν μία ριπή ανέμου, έστω για να μας κάνει πλάκα, δεν ήρθε στις κουβέρτες, ώσπου οργίστηκε ο πατέρας, και τίναξε μια φορά το άλλο πόδι, το ήρεμο, κι έβαλε στις ανάσες καπρίτσια πεθαμένου — πιστεύω για να απειλήσει όσους εκτοξεύουν από ένα φοβερό πείσμα τη σιωπή τους.
Ο ήχος ήταν σαν το θόρυβο που κάνουνε τ’ αγόρια στα κορίτσια: έτσι και ο Γιαν σφύριζε στη Νόρα, όταν έφευγε να αγοράσει σαπούνι ή μπαχαρικά στους Τζόνσον, δίπλα στο ποτάμι. Πόσο δυστυχισμένος —πρώτη φορά το σκέφτηκα—, πρέπει να είναι ο πατέρας που η Νόρα δε στέλνει γράμματα ποτέ, και πήγα και του φίλησα το χέρι, αλλά δεν το κατάλαβε αυτό.
Έμεινα όλη νύχτα άγρυπνη δίπλα στη φωτιά μ’ ένα γατί που γρατζουνούσε λιμασμένο το παράθυρο στο προσκεφάλι του πατέρα, αλλά δεν με εκνεύρισε καθόλου, γιατί έχει μάτια πελώρια και γαλάζια, και μία Πέρτον δεν τα βάζει ποτέ μ’ ό,τι της λείπει. Κάθε βράδυ βρίσκω άλλωστε, ως γνήσια απόγονος των Πέρτον, να κάνω καινούργια πράγματα που με εξελίσσουν περισσότερο, κι έτσι δεν ασχολούμαι με μικρότητες. Χθες —κι αυτό είναι ένα πολύ πρόχειρο παράδειγμα, που δείχνει πόσο ευφυείς και βολικοί άνθρωποι είμαστε οι Πέρτον—, εφηύρα να παρακολουθώ με υπερβολικά μεγάλη προσοχή μόνον τον αέρα, που έφθασε αργότερα, σπρώχνοντας χώματα κάτω απ’ τη σχισμή που συγκρατεί ανέκαθεν την πόρτα του σπιτιού μας.
Η θεία Σάρα λέει ότι πολύ σοφά κάνω και μου έχω αφαιρέσει τη δύναμη να οργίζομαι με όλα τα ανώφελα, γιατί οι Πέρτον έχουμε κληρονομήσει τη διαίσθηση, και π ρ έ π ε ι να είμαστε ξαλαφρωμένοι από ελπίδα. Είναι πολύ εγωιστικό, βρίσκει η θεία Σάρα, να έχουμε κι ελπίδα και διαίσθηση, δεν πάνε μαζί αυτά τα δύο. Είναι ακριβώς όπως δεν πάει η μουστάρδα με κάρυ και με μάνγκο πάνω στις πέστροφες που κάθε Τρίτη μάς φέρνει ο Γιαν απ΄ το ποτάμι. Μία αηδία είναι αυτό, μόνο με τα πουλερικά ταιριάζει.
Τα ξημερώματα έβγαλα όλα μου, εντελώς, τα ρούχα, και κράτησα μόνον το κόκκινο πουλόβερ που φορούσα, με το πλεκτό ζιβάγκο σε βελόνες νούμερο… δε συγκρατώ το νούμερο… που επίτηδες το έχει πλέξει η θεία Σάρα έτσι, με στόχο να σφίγγει μεγάλη θαλπωρή γύρω απ’ το λαιμό μου. Κοιμήθηκα, λοιπόν, πολύ ελαφριά και με μεγάλη αυτοπεποίθηση: ό,τι περίμενα είχε έρθει και ό,τι περιμένω θα ξανάρθει, πάντα ίδιο, γιατί οι Πέρτον ζούμε ασφαλείς. Και ούτε ο πατέρας σφύριζε πλέον, είχε βαρεθεί, και ούτε έκανε τίποτε.
Απολύτως. Και ούτε θα ξανακάνει τίποτε, ύστερα από την κηδεία.
Εκεί ξέρω, λίγο πριν από την αποτέφρωση, θα με ρωτήσει πάλι «ήρθε, η Νόρα ήρθε;» και θα εντυπωσιάσει την κωμόπολη νεκρός : όπως ταιριάζει σ’ έναν Πέρτον, θα βρει έναν πρωτότυπο λυγμό να καβουρδίσει, την ώρα που θα πέφτει η ομίχλη, νύφη την αδελφή μου στην κοιλάδα.
—————————————————————————————————————————————-
Πίνακες: Andrea Kowch, Andrew Wyeth
http://www.christiesprivatesales.com/exhibitions/wyeth-in-china/index.aspx
Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Οι αγελάδες

Καθόμαστε σ’ ένα υπαίθριο καφενείο: πέντ’ έξι καρέκλες αραδιασμένες στην όχθη ενός μικρού ποταμιού και πιο πέρα, κάτω από ένα πλατάνι, μια παράγκα πνιγμένη στις περικοκλάδες, με την επιγραφή «Η μορφωμένη Αράχνη». Πίνομε το ούζο μας βλέποντας τις πέστροφες να πηδάνε κάθε τόσο δύο-δυo έξω απ’ το νερό, που αφρίζει σαν άσπρο στεφάνι γύρω στ’ αστραφτερά τους κεφάλια. Αμίλητοι χαιρόμαστε τη γαλήνια ομορφιά του τοπίου.
Μα δεν περνάει πολλή ώρα και τρεις βροντερές εκρήξεις στη γραμμή τραντάζουν τα ποτήρια στα τραπέζια και με ξεκουφαίνουν. Ξυπνώ από τη ρέμβη μου αναπηδώντας στην καρέκλα. Κάτι τζάμια ακούγονται να σπάνε μακριά σ’ ένα χτήμα• φωνές και βλαστήμιες εξιδανικευμένες απ’ την απόσταση ταράζουν για λίγο την ησυχία. Ύστερα πάλι σιωπή. Οι άλλοι γύρω μου —άνθρωποι του τόπου— ατάραχοι, σα να μην άκουσαν τίποτα, συνεχίζουν να ρουφάνε γουλιά-γουλιά το ούζο τους σφουγγίζοντας με το χέρι τις στάλες πού κρέμονται στα μουστάκια τους. Στα μαλλιά τους πετάνε μεγάλα δειλινά κουνούπια. Δεν κρατιέμαι και γυρίζω σ’ αυτόν που κάθεται πλάι μου. Φοράει μενεξελιά ράσα.
«Πάτερ», ρωτάω, «τι συμβαίνει; Άκουσες τις κανονιές; ».
Ο παπάς πολέμαγε να σπρώξει με τα παχουλά του δάχτυλα μέσα στο φαρδομάνικό του ένα κοτόπουλο, που όλο έβγαζε το κεφάλι. Χωρίς να με κοιτάξει, μου λέει:
«Ο Θεός, τέκνον μου, τιμωρεί τους φιλάργυρους βουκόλους».
Ύστερα βλέποντας πως το πουλί ησύχασε κι έπαψε να μπαινοβγαίνει στα μανίκια του, σηκώνεται και μου γνέφει να τον ακολουθήσω. Οι άλλοι ούτε μας προσέχουνε καν. Περνάμε πίσω απ’ την παράγκα του καφενείου, μέσα από ’να φράχτη με κολοκυθιές φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, και βγαίνουμε σ’ ένα απέραντο χωράφι με πολλές στέρνες. Ακούγονται ζώα πού ξεφυσάνε ρουθουνίζοντας. Πηγαίνουμε από στέρνα σε στέρνα. Είναι όλες βαθιές, χωρίς νερό, και στον πάτο γυρίζουν αγελάδες με καστανό τρίχωμα. Σκύβουν κάθε τόσο το χοντρό σβέρκο τους στα παχνιά και μασουλίζουν.
Οι κοιλιές τους τεράστιες πετάγονται έξω απ’ το κορμί ολοστρόγγυλες και πρησμένες.
«Αυτές εκεί πρόσεξέ τες καλά, τώρα πού σηκώνουν την ουρά να διώξουν τις μύγες», μου λέει ο σύντροφος μου.
Κοιτάζω και βλέπω χωμένο βαθιά στον πισινό τους από ’να μεγάλο άσπρο φελλό. Λουριά περασμένα κάτω απ’ τα σκέλια και την κοιλιά και σφιχτοδεμένα στη ράχη τους, κρατάνε γερά στη θέση του το φράξιμο, που να μην μπορεί με τίποτα να το πετάξει το ζώο.
«Με το σύστημα αυτό», μου εξηγεί, «που αποκλείει στις αγελάδες να διώξουν απ’ τον οργανισμό τους τ’ ανεπιθύμητα περισσέματα της τροφής, οι βουκόλοι πιστεύουν πως θα καταφέρουν να τις παχύνουν γληγορότερα. Δεν εννοούν ν’ αφήσουν ούτε ένα σπυρί κριθάρι να βγει από μέσα τους αχώνευτο. “Είναι κι αυτό ζυγισμένο στη ζυγαριά του εμπόρου και το πληρώσαμε”, λένε, “δε μας το έδωσαν χάρισμα!” ».
«Και τα ζώα δεν ανακουφίζονται ποτέ; »,τον ρωτάω, κοιτώντας με οίκτο τις αγελάδες που με τις χειλάρες τους αρπάζουν κάτι μακριά χορτάρια φυτρωμένα εδώ κι εκεί στους τοίχους της στέρνας.
«Πώς! Κάθε είκοσι, είκοσι πέντε μέρες, μόλις τους λύσουν τις ζώνες που τους φοράνε. Έχω δει πολλές ν’ αντέχουν και πάρα πάνω. Μα είναι κι άλλες πού απ’ την πέμπτη κιόλας μέρα αρρωσταίνουν βαριά• αρχίζει ή κοιλιά τους και τουμπανιάζει, φουσκώνει φουσκώνει σαν μπαλόνι μέσα σε λίγα λεπτά, κι αν δεν τις προλάβουν, μπάμ! », σκάνε ξαφνικά και κομματιάζονται στον αέρα με τρομερό θόρυβο, σαν οβίδες.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν βήματα. Δυo ανθρώποι αξούριστοι, με λερωμένες κοντές ποδιές πάνω απ’ τα γόνατα, πλησιάζουν τη στέρνα. Είναι βουκόλοι.
«Να μη μας δουν», μου λέει σιγά ο παπάς. « Είσαι ξένος και μπορεί να τους περάσει απ’ το μυαλό πως σ’ έφερα επίτηδες εδώ να κλέψεις το σύστημά τους ».
Κρυβόμαστε γρήγορα πίσω από την πεζούλα. Οι κτηνοτρόφοι κατεβαίνουν τα σκαλιά και μπαίνουν στη στέρνα. Ο ένας, βαστώντας μια μεζούρα, πηγαίνει από γελάδα σε γελάδα και παίρνει την περίμετρο της κοιλιάς της. Ο άλλος, στο θαμπό φως ενός φαναριού, σημειώνει σ’ ένα τεφτέρι…
«Τους έχει πιάσει πανικός», μου ψιθυρίζει πάλι ο παπάς. «Μαζί με τα τρία σημερινά, τα θανατηφόρα κρούσματα έφτασαν τον αριθμό έντεκα αυτό το μήνα. Υπάρχει Θεός από πάνω και βλέπει. Έχουν ανησυχήσει πολύ και προσέχουν. Εξετάζουν τώρα για περισσότερη ασφάλεια πιο συχνά το κοπάδι τους, μήπως κι η κοιλιά των ζώων ξεπεράσει άξαφνα το όριο αντοχής ».
Άμα τέλειωσαν το μέτρημα, οι βουκόλοι ανέβηκαν και τράβηξαν σε άλλη στέρνα. Τότε βγαίνουμε κι εμείς απ’ τον κρυψώνα και γυρίζουμε από τον ίδιο δρόμο σκεφτικοί και αμίλητοι. Άκρη-άκρη στο χωράφι γυαλίζει μια μεγάλη καλύβα δίχως παράθυρο, στημένη με ντενεκέδες. Έχει αντίς για πόρτα ένα στρογγυλό άνοιγμα. Απόξω άλλοι δυο βουκόλοι, με τα ίδια αξούριστα μούτρα αλλά με ποδιές πού κρεμάνε ως τις φτέρνες τους, σκύβουν πάνω σ’ έναν μακρύ ξύλινο πάγκο όπου είναι απλωμένα κομμάτια ματωμένες προβιές. Με μεγάλα μαχαίρια τις καθαρίζουν.
«Πιο σιγά», μου κάνει ο παπάς. «Να αυτοί που έχασαν τρία ζώα σήμερα τ’ απόγεμα… Μετράνε τις ζημιές και βράζουν από το θυμό τους. Σε λίγο, μόλις φανεί το φεγγάρι, θα βγάλουν τ’ απομεινάρια των ζώων απ’ την καλύβα και θα τα θάψουν. Δε θέλουν να τους βλέπει κανείς. Όταν αγριεύουν δεν αστειεύονται».
Προχωράμε σιγά στις μύτες των ποδιών και φεύγουμε ανάλαφρα σα φαντάσματα. Περνώντας το σύνορο του χωραφιού αρχίζω και ξαναβλέπω το ποτάμι. Μεγάλα φύλλα ταξιδεύουν πάνω του αργά. Μέσα στην ησυχία ακούγονται γύρω μας μόνο τα φτερά των κουνουπιών και τα βήματα μας που καθώς περπατάμε τσακίζουν κλαδιά και κοτσάνια.
Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Οι αγελάδες, Εκδόσεις στιγμή, Αθήνα 1992
Πίνακες: Tyson Grumm, Andrea Kowch


















