RSS

Daily Archives: 04/06/2020

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Το ρήμα πεινάω

.

6

Από τη μέση και κάτω ο πατέρας μου ήταν
τραπέζι• έφευγε σαν περιβολάκι
επάνω στο τραπέζι με μήλα και νεράντζια•
κοντά στο δείπνο το μουστάκι του εννοούσε:
είμαι στέφανος που στεφανώνω το
στόμα μου     διασχίζω μια δόξα μονότονη•
ακριβώς από κάτω οι λέξεις αθλητές αισθημάτων
ή θα μείνουν άφωνες σαν νεκρές
(κάτι αλλάζει στα λόγια όταν ένα τέρας
εποπτεύει αφ’ υψηλού)

το φαγητό απαιτεί αφοσίωση• στο τραπέζι
σάλτσες του τυχαίου    ή μήπως
η ψυχή με ψάχνει στα πιάτα να με εννοήσει
(να συγκεντρωθώ στο χρονόμετρο αυτό;)

του παρόντος υπηρέτης το μάτι
δειπνεί στο λιγάκι•
βγάζω τα χέρια      τσιμπάνε τα τσαμπιά
μιας Κυριακής

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, από την ποιητική συλλογή Το ρήμα πεινάω, εκδόσεις Άγρα, 2001

Artwork: Pierre Bonnard

 

Νάνσυ Αγγελή, ΑσΚήΣεΙς ΓρΑφήΣ

.

αντιθέσεις

εξέλιξη

Καλοστρωμένα τραπέζια (βάζα με λουλούδια), παράθυρα (διπλά τζάμια), χαλιά, κουρτίνες, κρεβατοκάμαρες, επίπεδη τηλεόραση, μπάνια (μπιντές), γκαράζ (τηλεχειριστήριο), αυτοκίνητο Νº 1, αυτοκίνητο Nº2, δρόμοι, φανάρια, πεζοδρόμια, κτήρια, γερανοί, λιμάνια, αεροδρόμια και πίσω χάος, αγριόχορτα στον πίσω κήπο.

μαζί

Ο ένας ζεσταίνεται, ο άλλος κρυώνει. Στον έναν αρέσει η θάλασσα, στον άλλο το βουνό. Ο ένας βλέπει τηλεόραση, ο άλλος προτιμά τα dvd. Στον πρώτο αρέσει το περπάτημα, ο δεύτερος δεν κάνει βήμα. Ο ένας είναι απαισιόδοξος, ο άλλος αισιόδοξος. Μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν: Eίναι παντρεμένοι τριάντα χρόνια τώρα.

ιντερμέδιο

Ανάμεσα στο σκοτάδι του ονείρου και το φως της μέρας,  στο χτες και το αύριο, στην αρχή και το τέλος που είναι η γέννηση και ο θάνατος,

                                                                                                                                                                                             τι παρεμβάλλεται;

Πρώτη δημοσίευση

Φωτό: Alexey Titarenko

 

Αντώνης Δ. Σκιαθάς, Θερινή Απολογία

.

Τυφλός καιρός
σε δωμάτια πεθαμένων,
της μνήμης ο μαυρόασπρος ίσκιος.

Οι χρεωκοπίες στα γεράματα,
απολογίες
ευωδιαστές

αναμμένα σύννεφα
ίσως
για το παράλογο του σύμπαντος
κι ας είχαμε μέρες με βροχή
όλο τον εικοστό αιώνα.

Ανάσκελα ο ουρανός
ανάσκελα η θάλασσα
ανάσκελα κι ο τόπος
με τις Σοδειές των αποδημητικών
στα ψέματα των ανέμων.

Αθέατος πλέον ο Ποιητής
στη σταύρωση του χρόνου,
ευανάγνωστα όμως τα Ποιήματα
για όλους τους
μύθους του βιωμένου.

Αντώνης Δ. Σκιαθάς από την ποιητική συλλογή “Ασκήσεις Ισορροπίας”

Ποιήματα: Νicolas Martin

 

 

 

 

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χουγκενάου ή ο ρεαλισμός

.

Πήγαν στο δωμάτιο του παιδιού. Ο τοίχος χαμηλά ήταν επενδυμένος με ξύλο, ενώ από πάνω υπήρχε μια πρόσχαρη, παιδική όπως τη λένε νωπογραφία. Και με εκείνη τη δεύτερη, πιο ξεκάθαρη αν και κάπως απεστιασμένη επίγνωση που μπορεί να δημιουργήσει η ένταση της αναμονής ή και ο επερχόμενος δριμύς πονοκέφαλος, η Χάννα κατάλαβε ότι αυτά τα λακαρισμένα έπιπλα και όλη αυτή η λευκότητα ήταν προσβλητικά για το παιδί, κατάλαβε ότι δεν είχαν καμιά σχέση με την ύπαρξή του και τη φύση του, αλλά πως τα είχαν βάλει εδώ και τα είχαν τακτοποιήσει έτσι ώστε να συμβολίζουν κάτι, να συμβολίζουν το λευκό της στήθος και το γάλα που θα έρεε από αυτό μετά από γόνιμες περιπτύξεις. Είχε ακουμπήσει τα χέρια της στον αυχένα, εκεί που την πονούσε. Ήταν μια απομακρυσμένη και πολύ ασαφής σκέψη, αλλά παρ’ όλα αυτά ήταν η βαθύτερη αιτία για το γεγονός ότι απέφευγε να μπαίνει στο δωμάτιο του παιδιού και προτιμούσει να το φωνάζει να έρχεται εκείνο κοντά της. Είπε: «Πρέπει να δείξεις στον πατέρα σου τα καινούργια σου παιχνίδια.» O Βάλτερ έφερε ένα κουτί με κύβους και μερικά στρατιωτάκια με γκριζοπράσινη στολή. Ήταν είκοσι τρεις οπλίτες κι ένας αξιωματικός που με το γόνατό του λυγισμένο ανέμιζε το σπαθί του προς τη μεριά του εχθρού. Κανείς από τους τρεις δεν παρατήρησε πώς και ο δρ Χάινριχ Βέντλινγκ φορούσε γκριζοπράσινη στολή αξιωματικού, ο καθένας όμως για δικό του λόγο: ο Βάλτερ γιατί έβλεπε τον πατέρα του σαν παρείσακτο, ο Χάινριχ γιατί δεν μπορούσε να ταυτίσει τις ηρωικές χειρονομίες των ψεύτικων στρατιωτών με τη την πραγματικότητα του δικού του πολέμου, η Χάννα γιατί προς μεγάλο της φόβο, έβλεπε τώρα αυτόν τον άντρα μπροστά της γυμνό, γυμνό και απομονωμένο στη γύμνια του. Και αυτή η ίδια απομόνωση διακρινόταν και στα έπιπλα που την τριγύριζαν και ήταν κι αυτά σαν γυμνά, ασύνδετα προς το περιβάλλον τους, ασυσχέτιστα το ένα προς το άλλο, ξένα και παράξενα,

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χουγκενάου ή ο ρεαλισμός, σελ. 197

Πίνακας: AndreaKowch

 

Roger Eliot Fry, Ο καλλιτέχνης και η ψυχανάλυση

.

Το παράθεμα του δρ. Φρόυντ μάς παρουσιάζει την εικόνα ενός λαμπρού, επιτυχημένου και ουσιαστικά μη καθαρού καλλιτέχνη – δεν χρειάζεται να διευκρινίσω ότι οι λέξεις καθαρός και μη καθαρός έχουν αυστηρά αισθητική σημασία και δεν αναφέρονται στη σεξουαλική ηθική. Με άλλα λόγια, πρόκειται για κάποιον καλλιτέχνη που πραγματοποιεί τον ονειρικό κόσμο στον οποίο εκείνος και οι θαυμαστές του βρίσκουν ιδεατή ικανοποίηση των ανικανοποίητων ενστίκτων τους. Δημιουργεί εικόνες και καταστάσεις που ανήκουν σ’ αυτόν τον φανταστικό κόσμο, όπου είμαστε ελεύθεροι να παίξουμε τον ρόλο που θεωρούμε όλοι ότι χάθηκε στην πραγματική μας ζωή. Είναι αληθές να υποστηρίξει κανείς ότι έτσι εξηγείται σχεδόν όλη η σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή. Δεν έχετε παρά να σκεφτείτε το μέσο μυθιστόρημα, ιδιαίτερα εκείνα των επιφυλλίδων που βρίσκουμε στην Daily Mail  ή στην Daily Mirror και σε άλλες εφημερίδες, οι οποίες προμηθεύουν καθημερινά με ψίχουλα φανταστικών ρομάντζων πεινασμένες γραμματείς και νοικοκυρές. Για την ακρίβεια, πιστεύω ότι οι πιο πετυχημένες και αναγνωσμένες (κυρίως γυναίκες) συγγραφείς στην πραγματικότητα δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ονειροπολούν πάνω στο χαρτί, καθώς δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί διαφορετικά η εκπληκτική τους παραγωγικότητα. Έχουν το χάρισμα να ονειρεύονται ό,τι ονειρεύεται ο μέσος άνθρωπος, και η εκπλήρωση των φαντασιώσεών τους συμπίπτει πλήρως με την εκπλήρωση των ευχών της πλειονότητας των πληθυσμού. Λιγότερο τυχεροί συγγραφείς πλάθουν συνειδητά και σκόπιμα το είδος φαντασιώσεων που πιστεύουν ότι επιθυμεί το κοινό. Οι τελευταίοι δύσκολα θα δουν τον εαυτό τους στη λίστα των ευπώλητων.

.

.

Όμως καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις δεν ταιριάζει στα σπουδαία μυθιστορήματα – τα μυθιστορήματα που έχουν διάρκεια ασχολούνται ελάχιστα με την εκπλήρωση επιθυμιών. Αντίθετα, στηρίζουν την επίδρασή τους στην ιδιαίτερη αποστασιοποίησή τους από την ενστικτώδη ζωή. Αντί της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας χάριν των φαντασιώσεων της λίμπιντο, επιλέγουν να μιλούν για την αδυσώπητη ακολουθία αιτίας και αποτελέσματος που συναντάμε στη ζωή. Εφιστούν την προσοχή μας στη βαθιά αδιαφορία της μοίρας απέναντι σε όλες τις ανθρώπινες επιθυμίες κι επιδιώκουν την παραγωγή ενός τελείως διαφορετικού είδους απόλαυσης, που προέρχεται ακριβώς από τη σκληρότητα της μοίρας – την απόλαυση που συνίσταται στην αναγνώριση των αναπόφευκτων ακολουθιών και είναι η ίδια η απόλαυση που βρίσκουμε στην αναπόφευκτη ακολουθία που έχουν οι νότες σε κάποιον σκοπό. Για την ακρίβεια, την απόλαυση που μας προκαλεί η θέαση των σχέσεων και των συναφειών της μορφής. Για να σας δώσω ορισμένα παραδείγματα, κάποιος που θα επιθυμούσε να διαβάσει μια ιστορία πραγματοποίησης ευχών δεν θα ανέτρεχε στις σελίδες της Μαντάμ Μποβαρύ, της Άννας Καρένινα ή, ακόμη, του Vantity Fair.

Sigmund Freud, Ο ποιητής και η φαντασίωση, από το επίμετρο: Roger Eliot Fry, Ο καλλιτέχνης και η ψυχανάλυση, μτφρ. Ρωμανός Κοκκινάκης, σελ. 43-45, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 2011.

Artwork:Tom Chambers