RSS

Daily Archives: 27/05/2020

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου

.

Ποίημα, σε λίγο θα φύγεις, θα πάρεις
τους δρόμους σαν σκύλος
σαν ντάλια κομμένη – τι θα έχω τότε,
ποιος θα είμαι; σε τι κατοικίες θα πλαγιάζω
χωρίς φαΐ, χωρίς νερό χωρίς κορμί;

Ποίημα, μου ρίχνεις τόσους σκοτωμένους
να με σκεπάσουν όλα τα υπαρκτά
και τα κατεβατά της ερήμου
όλοι οι άνεμοι, οι σχηματισμοί πτηνών και οι
φωλιές τους, οι θύελλες οι αισθηματικές τους.

Ποίημα, συ ο παρών, ο ενεδρεύων
σε κάμπους πίσω από μάτια και μυαλά,
σε όλα τα λόγια που με διώχνουν από τη
φωλιά, σε οράματα που φτύνουν στο στόμα μου
όπως οι σαμάνοι
μα και σε ουρλιαχτά των Άλπεων
(τόσο πολύ χιόνι μαζεύεται όταν λείπεις)

Ποίημα, ποιος είσαι; Ποιοι είμαστε όλοι οι
κρυμμένοι στον έναν αυτόν που τώρα μιλά;
Αν γίνεις ο ρυθμός, το σχήμα, το ρίγος
το στήθος των φτερωτών ζηλωτών των γλωσσών
σαν λαμπάδα του Πάσχα θ’ ανάψεις
σαν έρως του Ενός
–μνήσθητί μου, Ποίημα, όταν έρθεις εν τη
βασιλεία σου στο σπίτι του Κανενός.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου, από την ποιητική συλλογή Το μηδέν σε φωλιά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018

.

 

Σταυρούλα Δημητρίου, Παζάρι μνήμης και λήθης

.

Στ’ απόμερα και στ’ άφεγγα, εκεί που ξεμοναχιάζεται η ψυχή να θυμηθεί, να λησμονήσει, στα σκληρά παζάρια της Μνήμης και της Λήθης, τούτο δικό μου τ’ άλλο δικό σου, πάρε η μια άρπαξε η άλλη –φέρ’ τον πίσω αυτόν τον Απρίλη, όχι αυτόν, τον άλλον τον κόκκινο στην Πλατεία Ασωμάτων –δεν σ’ τον δίνω, είναι ο άλλος μου Απρίλης, τον θέλω για ενθύμιο, πάρε τον άλλον, τον βροχερό στην Πλατεία Ανωνύμων και εκείνο το θλιμμένο σούρουπο, και δώσε μου εκείνη την αγάπη την αντίδωρη –γύρνα μου εσύ την αντίδοτη και τη μοσχοβολιά από γιασεμί και κείνη τη νύχτα Αύγουστο στο νησί με γεμάτο φεγγάρι– τίποτα γεμάτο δεν μου έδωσες, να, κοίτα, θα σου γυρίσω σκέτη τη νύχτα, μία είναι η νύχτα ένα το σκοτάδι και από τη μια μεριά και από την άλλη, μαζί με εκείνη την ξερή καληνύχτα και δώσε μου τις ευχές με άσπρα τριαντάφυλλα κι εκείνο το γιορτινό τραπέζι Κυριακής και πάρε όλα τα «πάλι» μου κάθε σούρουπο, τη θλίψη μου και όλες τις απουσίες με τις σημασίες τους μαζί, πάρε της μάνας μου τον θρήνο εκείνη τη νύχτα του Δεκέμβρη κι εκείνο τον Μάιο είκοσι τεσσάρων καρατίων, τον σκοτωμένο –τι να τον κάνω αυτόν, δεν ξεχνιέται ο θάνατος–, δάνεισέ μου και λίγο ξεχαστικό χρόνο από αυτόν που έχεις, ένα κομματάκι και θα σ’ το γυρίσω πίσω, ίσα να ξεχάσω εκείνο το μαλακτικό ροζ φως της αυγής πάνω στο κρεβάτι –άντε πάρ’ το, κεραυνοβόλο που ήταν–, θα «το σκέφτομαι», πιθανώς και να «το αγαπώ», αν δεν «το ξεχάσω», μπορεί και να το βάλω σε φορμόλη, πάρε και το ξεβαφτικό για εκείνο το μαύρο –βράδυ ήταν–, μαζί μ’ εκείνο το ζαλιστικό ταξίδι στη γαλάζια θάλασσα και το άλλο γιαλό-γιαλό στη μαύρη, πάρε πίσω κι εκείνη την προδοσία, και σου επιστρέφω μαζί το φιλί της και όλες τις αξημέρωτες νύχτες μου μαζί του, σου χαρίζω και όλους τους ασίγαστους πόθους και τους οργασμικούς βόμβους της μέλισσας, μου γυρεύεις δηλαδή τον μεγάλο έρωτα και μου επιστρέφεις τη μικρή ζωή, της είπε η Μνήμη.

Σταυρούλα Δημητρίου, Παζάρι μνήμης και λήθης, από την ποιητική συλλογή  Τα ιοβόλα και η χαμένη αθωότητα, εκδόσεις Μελάνι, 2020

Artwork: Konstantin Kaceve

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Τα κορίτσια

.

Ε ρε σας λέω
αφήστε με
έτσι διάφανο
κι ας μοιάζω
στο σαμιαμίδι του σπιτιού
τοιχόσαυρα
που από τη ζήλια της
κελάηδησε
– να οι φλέβες που ψάχνατε γιατροί –
να το κορμί
που ο Λεονάρντο
ηράσθη
εδώ καπνίζουν
όσα κορίτσια μ’ ερωτεύτηκαν
που στον κόλπο τους με κλείδωσαν
με τα μάτια
ή με τα δόντια
ένα φαγιούμ από αμύγδαλο και στάχτη
κι αυτό το ποίημα
– όσο τα μέτρα του
υπολείπονται –
θα γίνεται
φωλιά
της σφήκας
μα αιώνια θα αποτυγχάνει
να αντιληφθεί
το βούισμα
πριν την επίθεση
ενόσω εκείνες θα τεντώνονται
έτοιμες να φτερουγίσουν
απ’ του κορμιού τους
το νεκύδαλλο._

 Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Τα κορίτσια, από τη συλλογή Ενύπνια τα μεθεόρτια, εκδόσεις Έναστρον, 2020

Artwork: Nikoletta Ceccoli

 

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία

Τόσες προσπάθειες για να με πάρει ο ύπνος και ακόμη τίποτε. Καλά που έχω τα στιχάκια μου και εκτονώνομαι. Σε δύο λεπτά, βέβαια, δε θα υπάρχουν. Σπουδαία ανακάλυψη η σβήστρα. Όχι γομολάστιχα, ρε! Σβήστρα! Να το λες και να γεμίζει το στόμα σου. Αυτό δεν είναι λέξη, είναι η πορνογραφική συνεύρεση των συμφώνων. Σβ στρ, σβ στρ, σβ στρ. Σαν πέντε φαλλοί να παρελαύνουν. Μυώδεις και αρρενωποί. Ιθύφαλλοι, εντεταμένοι. Ε; Δεν νιώθεις μια ανάταση; Ένα κάτι; Μια ανύψωση τρίχας, ρώγας, κάτι, βρε παιδί μου; Βάλε και τα φωνήεντα ανάμεσα σαν ανοιχτά αιδοία, πρώτα το «η» και έπειτα το «α». Έχει σημασία η σειρά. Το «η» έχει μια έκπληξη και μια συστολή, έναν θαυμασμό και κάτι από δέος. Το «α» έχει δωρική επέλαση που λήγει σε απόγνωση και τελικά σε ανακούφιση, και όλο μαζί ανταυγάζει μια κεκαλυμμένη ηδονή. Εγγυημένο κάμα σούτρα αλφαβήτου. «Σβήστρα». Σπουδαία λέξη, ιδιοφυής. Λέξη απειλή. Τη μια υπάρχεις και την άλλη όχι· και το χειρότερο, ενώ κάποτε υπήρξες, έστω, όπως υπήρξες. Όταν ο Θεός έφτιαξε την Εύα, η πρώτη λέξη που της είπε ήταν αυτή: «Σβήστρα». Φυσικά, ύστερα της έμαθε και την υπόλοιπη τη φράση: «Κάτσε καλά, γιατί αλλιώς… σβήστρα θα σου ’ρθει στη ζωή».

Έτσι γίνεται πάντα στην εκμάθηση. Μαθαίνουμε ν’ αναγνωρίζουμε το μέρος και μετά το εντάσσουμε στο όλο. Για την ισόρροπη ανάπτυξη των ατόμων και για την αρμονική ένταξή τους στον κόσμο. Για τη μετέπειτα διάδρασή τους με τον περιβάλλοντα χώρο και τη συμμετοχή τους ως παραγωγικές μονάδες στο σύνολο. Για την ψυχοσυναισθηματική καλλιέργεια, την ανάπτυξη των διανοητικών και σωματικών δεξιοτήτων, την πνευματική, κοινωνική και ηθική ολοκλήρωση του αντικειμένου. Συγγνώμη, υποκειμένου. Αμήν! Την έφτιαξε λοιπόν απ’ το πλευρό του Αδάμ ως «συζυγική κοτολέτα», της έκανε μια ταχύρρυθμη εκπαίδευση, γιατί ως ξύπνιο κορίτσι πολλά δε θέλει για να καταλάβει, και την παρέδωσε στον Αδάμ. Εντάξει. Έλα τώρα εσύ στη θέση της. Μόνο δυο πράγματα να έχεις ως εφόδια και προίκα για να ξεκινήσεις τη ζωή στον νέο τούτο κόσμο. Και δίπλα στον Αδάμ. Δύο δεδομένα μόνο.

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία, νουβέλα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Αrtwork:Tricia Scott

.