RSS

Monthly Archives: September 2019

Ζωρζ Περέκ, Ζωή – Οδηγίες Χρήσεως

,

.

Ο Σμωτφ κοντεύει τα ογδόντα. Πάει καιρός που ο Μπάρτελμπουθ του πρότεινε να πάρει σύνταξη, αλλά εκείνος ούτε που να τ’ ακούσει. Εδώ που τα λέμε όμως, δεν έχει και πολλή δουλειά. Το πρωί, ετοιμάζει τα ρούχα του Μπάρτελμπουθ και τον βοηθάει να ντυθεί. Μέχρι πριν από πέντε χρόνια τον ξύριζε κιόλας –με μια σακαράκα που ανήκε στον προ-προπάπο του Μπάρτελμπουθ– αλλά, επειδή η όρασή του είχε εξασθενήσει και το χέρι του έτρεμε, ο Μπάρτελμπουθ τον αντικατέστησε μ’ έναν νεαρό που του ’στελνε κάθε πρωί ο κύριος Πουά, ο κουρέας της οδού Προνύ.

Ο Μπάρτελμπουθ δεν βγαίνει πια καθόλου απ’ το σπίτι του, είναι δε ζήτημα αν όλη μέρα βγαίνει έστω και μία φορά απ’ το γραφείο του. Ο Σμωτφ κάθεται καραούλι στο διπλανό δωμάτιο, μαζί με τους άλλους υπηρέτες, που ούτε κι αυτοί έχουν πολλή δουλειά και, για να περάσει η ώρα τους, παίζουν χαρτιά και κουβεντιάζουν για τα περασμένα.

Ο Σμωτφ μένει αρκετές ώρες την ημέρα στο δωμάτιό του. Προσπαθεί να προοδεύσει λίγο στους πολλαπλασιασμούς του· όταν θέλει να χαλαρώσει, λύνει σταυρόλεξα, διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα που του δανείζει η κυρία Ορλόφσκα ή χαϊδεύει με τις ώρες τον άσπρο γάτο, που ρονρονίζει ξύνοντας τα νύχια του στα γόνατα του γέρου.

Ο άσπρος γάτος δεν ανήκει στον Σμωτφ, μα σ’ ολόκληρο τον ορόφο. Κάθε τόσο, πάει και μένει στης Τζέιν Σάττον ή στης Κυρίας Ορλόφσκα, ή ακόμα, κατεβαίνει μέχρι την Ιζαμπέλ Γκρατιολέ ή τη Δεσποινίδα Κρεσπί. Είναι ένας κεραμιδόγατος που, όταν εμφανίστηκε πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια, είχε μια ανοιχτή πληγή στο σβέρκο. Η Κυρία Ορλόφσκα τον περιμάζεψε και τον φρόντισε. Όλοι πρόσεξαν αμέσως πως ήταν δίκορος: το ’να μάτι του ήταν γαλανό σαν κινέζικη πορσελάνη και τ’ άλλο χρυσαφί. Χρειάστηκε να περάσει λίγος καιρός για να πάρουν είδηση πως ήταν και θεόκουφος.

Zωρζ Περέκ, Ζωή – Οδηγίες χρήσεως, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 74-75, Εκδόσεις ύψιλον 1991.

Πίνακας: Sven Hoekstra

 

Αρτέμης Μαυρομάτης, Μεσολαβεί χειρολαβή

Δυο μαύρα χέρια ο ήλιος και το τζάμι καθρεφτίζουν. Δυο μαύρα χέρια που κοιτούν μιαν αγκαλιά. Μιαν αγκαλιά που δίπλα τους τελείται. Η ανασήμανση της επαφής διαπράττεται συνήθως εκεί που άνθρωποι και χέρια γειτνιάζουν. Εκεί που άνθρωποι και φως στη θέα του αγγίγματος καλούνται να αντέξουν. Μεσολαβεί χειρολαβή ανάμεσα σ’ εμένα και τον Ήλιο. Ένα σωτήριο κράτημα, μια απεύθυνση ευθεία – παραδοχή του μαύρου των χεριών μου.

Αρτέμης Μαυρομάτης, Μεσολαβεί χειρολαβή, από τη συλλογή Χασέπ, Θράκα 2017

Πίνακας: Gerhard Richter

 

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός

[…] Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στοι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.«Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της, δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;» «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω», ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας. Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;» «Λοι­πὸν τί;» Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση», τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;» «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…» Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.[…]

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός, διήγημα, Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, 2019

Πίνακας: Sally Storch

 

 

Ευάγγελος Βαλσαμίδης, Καλοκαίρια κομμένα απ’ τη γλάστρα

 

.

Και πάλι δήλωσα παρών
μ’ ένα μπουκέτο πυγολαμπίδες, μες στα χέρια.
Είπες ότι με είδες να προβάλλω
απ’ τις νεροσυρμές σαν θρόισμα που τρομάζει.
Μετά έβγαλα απ’ το μανίκι ένα λαγό
να σου προσφέρω αντίδωρο για όσα καλοκαίρια
που απ’ το υστέρημά σου μου είχες δώσει
κομμένα από τη γλάστρα σου.
Από τις βλεφαρίδες σου αποδρούσε μισοσκόταδο
και ένας βλοσυρός άνεμος φυσούσε
να φέρει γρηγορότερα το χάραμα
κι εγώ να σε ξυπνήσω.
Αλλά απ’ τον ύπνο μόνη σου πετάχτηκες,
καν από εφιάλτη καν από σουβλιά
μεσοσπονδύλιου δίσκου.
Ο καθένας μας έχει στην οδύνη μερτικό, είπες.
Έπειτα δεν είδες που έφευγε το χάραμα ολομόναχο
κι έριξες όλες τις ενοχές σ’ εμένα.

Πίνακας: Leon de Smet

Ευάγγελος Βαλσαμίδης, Καλοκαίρια κομμένα απ’ τη γλάστρα, Υπογλώσσια, Γαβριηλίδης 2017

 

Σπύρος Κιοσσές, Δυσλεξία

.

Στασίασαν οι λέξεις μου.
Διεκδικούν την ανεξαρτησία τους.
Κι εγώ σε μιαν άκρη
άπραγος και δυσλεκτικός
να σχηματίζονται τις βλέπω μόνες τους
να επιλέγουν κατά βούλησιν τα γράμματά τους.

Τις λέξεις μου δεν τις ελέγχω πια.
Έπαψα να αντιστέκομαι
οχυρωμένος σε γραμματικούς κανόνες.
Ανήμπορος
λευκή σημαία ύψωσα,
τους παραδόθηκα
όπως επιθυμούν αυτές
να με προφέρουν
κι ούτε έχω πλέον δύναμη
να επιφέρω διορθώσεις.

Κι όλο ανορθόγραφες φράσεις αρθρώνω
Κάτι «μόνο μαζεί σου ανάσενα»
Κάτι «μακριά από σένα τελιώνει η ύπαρξή μου»
Κάτι «για πάντα θα μου λύπης».

Σπύρος Κιοσσές, Δυσλεξία, Το κάτω κάτω της γραφής, Μελάνι 2018

Artwork: Natalia Drepina

 

Ευάγγελος Βαλσαμίδης, HELAS

                    .

    μ΄

Κάθε νύχτα λουφάζει
πάνω απ’ τα κεφάλια αστροφεγγιά
και την πνίγουν τα λαμπιόνια.
Τα μάτια στα μάτριξ γαντζωμένα
σε εικονικές πραγματικότητες, ρεκλάμες.
Ρακορροούντες άνθρωποι αυτόβουλοι
φυλάνε στων κενών τα μετερίζια
τον θάνατο που έρχεται αθόρυβα,
σαν μυώδες ορθάνοιχτο σκοτάδι και
του Κέρβερου το στόμα να αλυχτά το τέλος.
Οιμωγές να ξεριζώσουν τα αδόκητα όνειρα
μέσα απ’ τα κεφάλια,
με μακριές τσιμπίδες ρίχνοντάς τα
σε πάγκους σαν συκωταριές για τα γατιά
που πεινασμένα οσμίζονται το αίμα.
Και σύντυχα πυρομανείς
με δαυλιά ρετσινωμένα
και πυρσούς από κατράμι,
εμπύρετα πυρπολικά,
να ζεσταθεί ο πλανήτης από τη βαθιά κατάψυξη.
Και αν λείψει θέρμη να καούν και τα βιβλία.
Οι βιβλιοθήκες ν’ αλαφρώσουν απ’ το βάρος
και τη φρίκη.

Ευάγγελος Βαλσαμίδης, από την ενότητα Helas, Υπογλώσσια, Γαβριηλίδης 2017

Artwork: Rozi Demant

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Nτοκουμέντα απτά

.

Όσο ακόμη ζούσε βάδιζε
Σαν ένσαρκο άρωμα που φεύγει στον αέρα
Τώρα η φωτογραφία τής χαρίζει
Παράστημα σε σφριγηλή ακινησία
Έπαρση ανακτορική στη θλίψη.
Συνεκτικά έχουν τυλιχτεί πνοή και ρούχο
Κι όλο το σώμα της κοιτάζει τον φακό
Μια στήλη από πετρωμένο αλάτι
Που ζωηρά θυμάται τα οστά
Που αναγνωρίζει κάθε πόρο του δέρματος
Κι είναι κορνίζα τοσοδούλα όρθια κλίνη
Απ’ όπου εγείρεται επιθυμώντας τον Θεό.

Πόσοι και πόσοι εγείρονται από την άπνοια
Όταν φυσάει δυνατά στην πόλη
Και κλαίνε τα παραθυρόφυλλα δαρμένα
Και δραπετεύουνε ξεμαλλιασμένες κουρτίνες
Κι οι αρρωστημένες νεραντζιές στη λεωφόρο
Σκορπάνε αζήτητους καρπούς στο οδόστρωμα.
Σαν σκύλους ξαμολάν τα περιπολικά τους
Η αστυνομία και η θεία πρόνοια.
Παντού τα ίχνη, πουθενά τα σώματα.
Μόνο που τρέχουν από τάφους και τράπεζες
Εργάτες, πελάτες, φαντάσματα
Κι ο φωτογράφος στρέφει σ’ όλους τον φακό.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Nτοκουμέντα απτά, Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή, Μελάνι 2019

Photo: Gerhard Richter