RSS

Daily Archives: 19/03/2017

Γιούκιο Μισίμα, Ο ναός του χρυσού περιπτέρου

Οι στέγες του χωριού, που το συγκεχυμένο τους περίγραμμα αναδυόταν μεσ’ απ’ τη σκοτεινή αυγή, τα μαύρα δέντρα και οι κορυφογραμμές του Αομπαγιάμα, ακόμη κι η Ουίκο, που είχε σταθεί τώρα μπροστά μου, όλα κατακλύζονταν από έλλειψη νοήματος. Μια έλλειψη τόσο πλήρη όσο και τρομακτική. Κάτι είχε στηρίξει την πραγματικότητα σε όλα αυτά, χωρίς να περιμένει τη συμμετοχή μου: και η θεοσκότεινη αυτή πραγματικότητα, μεγάλη και άδεια από κάθε νόημα, μου είχε δοθεί, μου είχε επιβληθεί, με ένα βάρος που δεν είχα υπάρξει ποτέ μέχρι τότε μάρτυς του. Όπως πάντοτε, οι λέξεις ήταν πιθανότατα τα μόνα πράγματα που θα μπορούσαν να με γλιτώσουν από αυτή την κατάσταση. Κάτι που αποτελούσε χαρακτηριστική παρεξήγηση από την πλευρά μου. Όταν έπρεπε να δράσω, πάντοτε με απορροφούσαν οι λέξεις. Και ακριβώς επειδή έβγαιναν με τέτοια δυσκολία από τα χείλη μου, τους αφοσιωνόμουν ξεχνώντας τα πάντα γύρω από τη δράση. Μου φαινόταν μάλιστα ότι οι πράξεις, κάτι αστραφτερό και πολυποίκιλο, πρέπει να συνοδεύονται πάντοτε από εξίσου αστραφτερές και πολυποίκιλες λέξεις.

Δεν κοίταζα τίποτε επισταμένως. Απ’ όσο θυμάμαι, η Ουίκο στην αρχή τρόμαξε. Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι ήμουν εγώ, αρκέστηκε να κοιτάξει το στόμα μου. Κοίταζε –έτσι τουλάχιστον υποθέτω– την ανόητη και σκοτεινή αυτή τρυπίτσα, κακοφτιαγμένη και ακάθαρτη σαν τις φωλιές των μικρών ζώων στους αγρούς, που κουνιόταν τώρα στο πρωινό φως της αυγής χωρίς κανένα νόημα. Ναι, η Ουίκο κοίταζε μόνο το στόμα μου. Και αφού ικανοποιήθηκε ότι από αυτό το στόμα δεν θα προερχόταν ούτε η ελάχιστη δύναμη σύνδεσης με τον έξω κόσμο, ένιωσε ανακουφισμένη. «Θεέ μου!», είπε. «Τι παράξενο να είναι κανείς τραυλός!»

Γιούκιο Μισίμα, Ο ναός του χρυσού περιπτέρου, σελ. 17-18, μτφρ.: Λήδα Παλλαντίου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999

Photo: Sarah Moon

.

.

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο


  Έτσι, όποτε σκεφτόταν το έργο του κ. Ράμζυ, έβλεπε πάντα ένα καλοπαστρεμένο τραπέζι της κουζίνας. Είχαν φτάσει τώρα στον δεντρόκηπο, και το τραπέζι ήταν σφηνωμένο στη διχάλα μιας αχλαδιάς. Και με μια οδυνηρή προσπάθεια να συγκεντρωθεί, προσήλωσε το μυαλό της όχι στην ασημοσκάλιστη φλούδα του δέντρου ούτε στα φύλλα του, που είχαν το σχήμα ψαριού, αλλά σ’ ένα φανταστικό τραπέζι της κουζίνα, ένα από κείνα τα καλοτριμμένα ξύλινα τραπέζια, με νερά και ρόζους, που η αξία του φαίνεται να έχει αποκαλυφθεί μέσ’ από χρόνια και χρόνια μυικής ακεραιότητας, σφηνωμένο εκεί, με τα τέσσερα πόδια του στον αέρα. Φυσικά, αν περνάς τις μέρες σου παρατηρώντας γωνιώδεις ουσίες, ανάγοντας ένα ωραίο απόγευμα, με τα σύννεφά του, που μοιάζουν με φλαμίγκο και τα γαλάζια κι ασημένια του χρώματα, σ’ ένα λευκό τραπέζι από ξύλο πεύκου με τέσσερα πόδια (και τούτο είναι σημάδι των πιο εκλεκτών φύσεων), τότε, φυσικά, δεν μπορείς να κρίνεσαι σαν ένας κοινός άνθρωπος. Άρεσε στον κ. Μπανκς που η Λίλυ του ζήτησε «να σκεφτεί το έργο του». Το είχε σκεφτεί συχνά πυκνά. Αναρίθμητες φορές είχε πει πως «ο Ράμζυ είναι απ’ αυτούς που δίνουν το καλύτερο έργο τους, προτού πατήσουν τα σαράντα». Είχε κάνει μια συγκεκριμένη συνεισφορά στη φιλοσοφία μ’ ένα μικρό βιβλίο, όταν ήταν μόνο είκοσι πέντε• όσα επακολούθησαν ήταν λίγο πολύ ενισχυτικά όσων είχαν ειπωθεί, επαναλήψεις. Αλλά ο αριθμός αυτών που κάνουν μια συγκεκριμένη συνεισφορά σε οτιδήποτε είναι πολύ μικρός, είπε, σταματώντας δίπλα στην αχλαδιά, καλοβουρτσισμένος, εξαιρετικά σωστός, άψογα ακριβοδίκαιος. Ξαφνικά, σαν να απελευθερώθηκε, με την κίνηση του χεριού του, το βάρος των συσσωρευμένων εντυπώσεων που η Λίλυ είχε σχηματίσει για τον κ. Μπανκς έγειρε κι ό,τι αισθανόταν γι’ αυτόν κατρακύλησε σαν βαριά χιονοστιβάδα. Αυτό ήταν μία αίσθηση. Μετά, ψηλά ανέβηκε σαν καπνός η αληθινή του φύση. Κι αυτό ήταν μια άλλη αίσθηση. Κι η ένταση ήταν τόση που ένιωσε να την διαπερνάει• ήταν το ήθος του, η ψυχική του ευγένεια.

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο, σελ. 31, μτφρ.: Άρης Μπερλής, Εκδόσεις ύψιλον, 1995

Πίνακας: Leon de Smet