Το περίεργο είναι ότι η ανέμπνευστη αφιέρωσή του σ’ αυτήν τον κρατούσε σε μόνιμη διέγερση, γιατί ανανεωνόταν μέσα από τη διάθεσή του να απολαμβάνει την ήττα του από το μηδαμινό, σαν χαρακτήρας από παλιές νατουραλιστικές σελίδες. Εκείνη, πάλι, πολλαπλασίαζε την επιθυμία τους καλλιεργώντας με το μυστήριο της απόκρυψης ένα είδος συνενοχής για όσα συνέβαιναν. Ήταν φανερό ότι τον προκαλούσε με τα μυστικά της, ξέροντας ότι ο άλλος θα κατέρρεε εάν κάποιο πρωί ξυπνούσε χωρίς αμφιβολίες. Αυτό το γνωστό παιχνίδι, πάντως, εγκυμονούσε περισσότερους κινδύνους από όσους υπολόγιζε αυτός. Ίσως και εκείνη, ας την καθοδηγούσε με σχετική ασφάλεια το πεζό της ένστικτο. Ό,τι απειλεί συνήθως μια μακρόχρονη σχέση, στην περίπτωσή τους δεν κατόρθωσε να πάρει μορφή. Εκείνος και στις πιο κατανυκτικές του στιγμές απέναντι στο θαύμα τους δεν ξεχνούσε τη δική του ευθύνη για το ανόσιο που αποδέχθηκε. Σ’ αυτόν, όμως, το δεσμό δεν υπήρχε τρόπος να τιμωρηθεί αποκλειστικά για όσα έκανε παρασύροντάς την σε κάποιο βαθμό. Το χειρότερο ήταν πως δεν είχε ιδέες, ούτε κατόρθωνε να δανειστεί από οποιαδήποτε τολμηρή σκέψη, που θα έλυνε το πρόβλημα. Σαν ένας άλλος Μποβαρί είχε αρχίσει να παίρνει βάρος αντί να εξαϋλώνεται.
Τάσος Γουδέλης, Η λύση, από τη συλλογή Το ωραίο ατύχημα, σ. 135-136, Κέδρος 2013
.
Ένας κουρέας που τρελάθηκε ξαφνικά και έκοψε στο κουρείο του στο Λονδίνο το κεφάλι ενός δούκα που ανήκε στη βασιλική οικογένεια, με αποτέλεσμα να βρίσκεται τώρα στο φρενοκομείο του Ρέντινγκ, την άλλοτε διάσημη φυλακή, δήλωσε πως είναι πρόθυμος να διαθέσει το δικό του κεφάλι για τους επιστημονικούς σκοπούς που σύμφωνα με τη γνώμη του θα τιμηθούν σε οχτώ ή δέκα χρόνια από την Ακαδημία της Στοκχόλμης με το βραβείο Νόμπελ.
Thomas Bernhard, Για επιστημονικούς σκοπούς από τη συλλογή Ο μίμος των φωνών, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, σ. 51, Εκδόσεις Άγρα, 2000
Λουλούδια σαν παραιτημένα από το χρώμα τους μιμούνται σούρσιμο άνοιξης. Έξω η άλλοτε μελετηρή σελήνη τώρα έρμαιο τυφλών επιθυμιών αδειάζει το αργυρό της βλέμμα σε κάδους σκουπιδιών με τις αρπαγές των μαστών της διογκωμένες. Έτσι κι αλλιώς πρώτος εγώ θα ξεχαστώ μετά θα με ξεχάσουν οι άλλοι αφού και όλα να ενωθούν ο ενικός μια μέρα θα θριαμβεύσει. Στο ίδιο σημείο θα σημαδεύει πάντοτε η βροχή ανίκανη τον όγκο της να ορίσει τόσο αδέξια σαν μια πολλά υποσχόμενη σταγόνα.
*Το μηδέν αγνοεί την αρμονία του κύκλου και η καμπύλη του ανασύρεται απ’ το τίποτα χωρίς επίγνωση ενός κέντρου αδιατάρακτου να την ορίζει. σελ. 24
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, από τη συλλογή υΕγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου, σελ. 24, Κέδρος 2016
Ιδού λοιπόν εν έτει 1749, η πόλη του Παρισιού με τους επτακόσιους χιλιάδες κατοίκους, με τα είκοσι τρεις χιλιάδες σπίτια και τα πολλά αρχοντικά. Τρία έξοχα μέγαρα ξεχωρίζουν από το σύνολο: o Kεραμικός, το Λούβρο και το Ανάκτορο του Λουξεμβούργου. Το Λούβρο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Από τον Φραγκίσκο A΄ γράφε εδώ πάνω από διακόσια χρόνια κάθε μονάρχης προσθέτει ένα δικό του, μικρό ή μεγάλο, κομμάτι στο κτίσμα. Ο Πολυαγαπημένος Λουδοβίκος ΙΕ΄ (Louis XV le Bien Aimé) ίσως αξιωθεί να το δει ολοκληρωμένο, η υγεία του είναι άριστη, οι γύρω του θέλουν το κακό του: περνούν καλά, συγχρονιζόμενοι με τη βασιλική διατύπωση les Vertus sont à pied et le Vice à cheval (oι Αρετές πάνε με τα πόδια και η Αμαρτία πάει καβάλα).
Προς το παρόν, ο Πολυαγαπημένος διαμένει στις Βερσαλίες. Εκεί, η θέα είναι καλύτερη: δεν βλέπει από το παράθυρό του τον Σηκουάνα, εκείνους τους σωρούς των καυσόξυλων στους δρόμους, στους κήπους, στις αυλές, εκείνα τα χαμόσπιτα, τόσα μοναστήρια περιτοιχισμένα, εκκλησίες και πνευματικά ιδρύματα. Δεν βλέπει τις μαούνες που ανεβοκατεβαίνουν στο ποτάμι, κολλούν σαν βδέλλες στις λάσπες των όχτων, απέναντι από σπίτια, μπροστά από τελωνεία και αποθήκες. Δεν τον πνίγει η αποφορά από το νεκροταφείο των Αγίων Αθώων, όπου τα κουφάρια έχουν σωριαστεί επί αιώνες και το χώμα δεν φτάνει πια να τα σκεπάσει. Δεν ακούει τις αγριοφωνάρες των αχθοφόρων, των αμαξάδων, των τελάληδων, των πραματευτάδων, που διαπληκτίζονται για να διασχίσουν τους στενούς δρόμους, να αποφύγουν τη λασπουριά, τη βρόμα, την μπόχα από τα σφαγεία, πάνω από τα οποία τριγυρίζουν κοράκια και κάθε λογής αρπαχτικά πουλιά, δίχως να αναφέρουμε τους ποντικούς, τους αρουραίους, τα λυσσασμένα κοπρόσκυλα που ξεκινούν εκεί που δεν τα περιμένεις, τους παπάδες με τα ράσα τους ανασηκωμένα, τους καλόγερους με τα μπορστικνά τους φουσκωμένα, τις κυράδες με τους υπηρέτες τους και συνάκλουθά τους (leurs acolytes), που τρέχουν να τις αναβαστάξουν για να μη γλιστρήσουν και τσακιστούν στον βόρβορο των οδών. […]
.
.
Ωστόσο, όπως ταιριάζει σε τέτοια πόλη, αυτό το πανταχού παρόν κακό έχει και την πανταχού παρούσα θεραπεία του: όταν πηγαίνεις κάπου με τα πόδια, βρίσκεις παντού décrotteurs, ξεσκατιστές δηλαδή, οι οποίοι σου γίνονται τσιμπούρι για να σου καθαρίσουν τα παπούτσια. Σε περιμένουν στη γωνία κάθε δρόμου με τη φιλική τους βούρτσα και το επιδέξιο χέρι τους. Σε βοηθούν να εμφανιστείς καθωσπρέπει σε άντρες και γυναίκες που εκτιμάς και σε εκτιμούν, γιατί, αν και αποδεκτό να καταφθάνεις με τα ρούχα σου λίγο ταλαιπωρημένα ή χωρίς να είσαι ντυμένος από πάνω ως κάτω στο μετάξι, απαγορεύεται κατηγορηματικά να εμφανιστείς πασαλειμμένος με σκατά κάθε λογής, τα γατόσκατα είναι τα χειρότερα. Μέσα σε τέτοια βρόμα, πώς να ξεχωρίσει κανείς τη μυρωδιά του εγκλήματος ώστε να προσωρήσει στην εξιχνίασή του; Πώς μπορεί να γίνει αυτό, όταν τα πρόσωπα ανήκουν στην ανώτατη τάξη; Έχετε δίκιο, απάντησα. […]
Ο Πολυαγαπημένος πιστεύει πως μακριά από τη βρόμα του Παρισιού έχει μύτη ευαίσθητη να μυρίζεται το έγκλημα: του λαού για να τιμωρείται, των αριστοκρατών κάθε βαθμίδας για να δίδεται αντάλλαγμα. Έτσι, λαβαίνει γνώση και ξέρει. Τι ξέρει; ρώτησα. Του αποδίδεται η ρήση (après moi le déluge) μετά από μένα φωτιά και μπούρμπερη. Εν αναμονή, λοιπόν, του ελαύνοντος Κατακλυσμού, χαϊδεύει τη μια ερωμένη μετά την άλλη, στρέφοντας τον εαυτό του και τους υπηκόους του, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, στο μεγαλείο του αιδοίου. Γιατί σε τέτοιους καιρούς δεν υπάρχει έγκλημα μακριά από το αιδοίο: εκεί η φωτιά και η μπούρμπερη.
Φίλιππος Δρακονταειδής, Έρευνα μετά φόνου από τη συλλογή Κρεμάστρα, σελ. σελ 152-154 αποσπασματικά, Εκδόσεις Τόπος, 2010
«Aνεκλάλητο, ανέκκλητο
δεν έχει καμία σημασία
το ίδιο είναι»,
σκέφτηκε άλλη μια φορά ο σκίουρος
και κατάπιε το καλά μασημένο φουντούκι του.
Με τις απότομες, σπάνιας ακριβείας
κινήσεις της ουράς του,
ροκάνισε και την παραμικρή αμφιβολία
για την ύπαρξη αετών
κι ήρθε να λουφάξει,
να σωθεί στ’ όνειρό μου.
Γιώργος Βέης, Για ένα πιάτο χόρτα, Εκδόσεις Ύψιλον, 2016, σελ. 39
«Μάτια φαλτσέτα» – είχε ακούσει να κάνουν αυτό το κομπλιμέντο σε μια γυναίκα. Ήταν το ατσάλι που ξεθηκαρώνεται κι αστράφτει, από τέτοιο υλικό ήταν τα μάτια της γυναίκας. Εκείνη γνώριζε την έλξη που ασκούσε το σώμα της σ’ έναν άντρα. Ποιος ξέρει πόσοι είχαν σταθεί στην ουρά για να καταφέρουν να τους ρίξει ένα βλέμμα, πόσοι είχαν καυχηθεί, γιατί έγιναν στόχος των ματιών της. Από την ταραγμένη νιότη, ο άντρας θυμόταν πόσο αδέξιοι είναι οι άντρες, όταν μοχθούν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον μιας γυναίκας. Η τόλμη σε μια συμπλοκή μπορούσε να τους χρησιμέψει για μια καλή φήμη, η δυνατή φωνή, μια σκληρή φράση μπορούσαν να τους αναδείξουν σ’ ένα τσιμπούσι. Μπροστά στις γυναίκες, οι αρσενικοί κορδώνονταν σαν τα περιστέρια. Οι άντρες παράδερναν μπροστά στις γυναίκες ανάμεσα στον οίκτο και την κοροϊδία. Εκείνος μούδιαζε, μαζευόταν για ν’ αντισταθεί στην επίδειξη. Του είχαν τύχει τότε γυναίκες που τον είχαν ποθήσει, τον είχαν πάρει σαν πέτρα από χάμω. Ναι, τον είχαν περιμαζέψει κάποιες φορές. Ώσπου ήρθε η άτακτη υποχώρηση, το βουνό, το λημέρι στην κορφή του δάσους, όπου καμιά τους δεν έχει ανεβεί.
Την είχε δει, εκείνη που ερχόταν σ’ αυτόν τελευταία, να κάνει μια κίνηση να τινάξει τα ίσα μαλλιά της προς τα έξω, πάνω απ’ τους ώμους. Θύμιζε τη χειρονομία που διώχνει κάτι ενοχλητικό, όσο θύμιζε και μια προτροπή να την αγγίξει στα μαλλιά. Οι γυναίκες κάνουν κινήσεις αχιβάδας, που ανοίγει τόσο για να διώξει προς τα έξω όσο και να ρουφήξει προς τα μέσα. Στη συνάντηση στο χωριό εκείνος είχε αποφύγει τα μάτια, το πρόσωπο. Είχε μείνει να κοιτάζει τα σφιχτοπλεγμένα χέρια της.
Η γυναίκα έβλεπε πως εκείνος αντιστεκόταν στην έλξη. Δεν ήξερε αν του ερχόταν εύκολο ή βαρύ. Ήταν μια αντίσταση που δεν έπρεπε να την παραβιάσει με την αποπλάνηση. «Σας ενοχλεί το άρωμά μου;» «Θ’ απαντήσω στις ερωτήσεις σας συνολικά, όχι τώρα.» To είπε προσπαθώντας να μην είναι απωθητικός, με σιγανή φωνή, που η γυναίκα τρόμαξε να καταλάβει. Ο άντρας είδε πως εκείνη δεν είχε ακούσει καλά και επίσης είδε ότι δεν ρωτούσε καν: «Tι;» Αυτό το «Τι; Πώς είπατε;» θα τον είχε κάνει να υπαναχωρήσει και να την παρατήσει εκεί.
Η γυναίκα έμεινε αμήχανη, όσο χρειάστηκε για να κατεβάσει μια γουλιά, κίνηση που της βγήκε όμορφα.
Erri de Luca,Το βάρος της πεταλούδας, μτφρ.: Άννα Παπασταύρου, σελ. 71-73, Εκδόσεις Κέλευθος, 2015
Ο χρόνος επόπτης σε όλα τα νοήματα
πληκτρολογεί μια νιφάδα χιονιού.
Το πληκτρολόγιο αντιδρά κάτω από τα
δάχτυλα γίνεται φωλιά για μικρά ζώα. Τι
κατοικία το πληκτρολόγιο εκεί όπου
ο ουρανός είναι λέξη του αδυνάτου.
Τα δάχτυλα αγγίζουν το αδύνατον
– χαϊδεύουν.
Η λύπη μού μιλάει:
Το περισσότερο που έχεις ειν’ αυτές
οι νεαρές δεσποινίδες στα οροπέδια
–οι λέξεις– που σου γνέφουν συνεχώς
(τάχα ζωή σε στόμα που ψυχορραγεί)
κύκνεια άσματα της ζωής σου
οι συλλαβές οι ωδές
του χρόνου
σαν ακατάληπτα χέρια και βρόγχοι.
.
.
Η σημασία είναι μια σοβαρή κυρία
η οποία θα επιθυμούσε να είναι καπέλο ή
μια τούφα μαλλιά σε κάθε κεφάλι
(ή τουλάχιστον μια φουρκέτα).
Έτσι θα τη φορούσαν όλοι.
( Αναγκαστικά.)
Το στήθος της βαδίζει πότε δω και αλλού
ξεσηκώνει τη βλάστηση κουρνιάζει
εκεί όπου γερνάς σιγά σιγά στις μακρινές
αποστάσεις το πόδι της
έχει πολλές χρήσεις (όπως κάθε χέρι)
ανεβαίνει κατεβαίνει ή
τελοσπάντων δηλώνει.
Παραδόξως ο λάρυγγάς της
κινείται ομοίως.
Γυμνό κρανίο
σε κεφάλι με
καπέλο
είμαι
τη σημασία θα φορέσω
για να μου αρέσω.
ο Σάμουελ Μπέκετ με τη Μέλπω Αξιώτη. Αυτή ποτίζει τις ρυτίδες του. αυτός οργώνει τις σκέψεις της. συγγενεύουν. απ’ το ίδιο ινδιάνικο φαράγγι, καπνίζουν αμίλητοι. ένα ποτάμι αυλακώνει τα μάτια τους. η σελήνη τραβάει τα νερά. κάνουν να φιληθούν. ξαφνικά η Μαντώ Αραβαντινού. τους χαστουκίζει. σπάνε σαν ξερόκλαδα – ο ένας πάνω στον άλλο.
Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Στο σπίτι του κρεμασμένου, Εκδόσεις θράκα, 2015