Θαμπώνει κάποτε η οργή στα μάτια
και τον καιρό
βαριά τον ανασαίνεις
με τα ρουθούνια της μουστάρδας.
Λες είναι νύχτα• νίλα είναι.
Γιατί τον ήλιο άναψες πάλι από το φίλτρο
κι αν κάτι λάμψει
πάει να ξημερώσει
κι ήταν αστραπή.
Έχεις όμως στο μεταξύ στους δρόμους ξεχυθεί
και τρέχεις
στην πόλη αυτή που τη μαστίζουν τα τσογλάνια
να πεις για το φιστίκι
για τα δυο του τσόφλια
τη μέρα και τη νύχτα
και πώς να πεις
για τη μερόνυχτη την ψίχα
που μαραζώνει στα στενά
και δεν μιλιέται.
Τρέχεις
ενώ στα πόδια σου φυτρώσανε βατραχοπέδιλα
είσαι γελοίος γελοίος
μια ξωτικιά πιτζάμα μες στη νύχτα ή μάλλον
κίτρινο τρόλεϊ λίγο πριν σκολάσει
που βραχυκυκλωθήκανε τ’ αυτιά του στα ύψη
και τα ’χει πάρει τώρα ο διάολος κι ο χορός.
Τραντάζεσαι όλος
από ψηλά σκορπώντας
λάμψεις-λάμψεις
το θάνατο.
Γιάννης Βαρβέρης, Tώρα που η πόλη γέμισε τσογλάνια, από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου, Ποιήματα, τόμος Α′, Εκδόσεις Κέδρος, 2008
Φωτό: Iφιγένεια Σιαφάκα, επεξεργασία Vincent Lempereur, Παρίσι 2012
Πρώτη του ύλη, το απλούστερο των υλικών, ο πηλός. Χώμα και νερό. Όπως έλεγε ο Κώστας, συμβόλιζαν γι’ αυτόν τη μάνα γη, που θρέφει τους ανθρώπους, και τον ουρανό, που στέλνει με τη βροχή ζωογόνο νερό και κάνει την ανθρωπότητα να ονειρεύεται. Το σκεπτόταν συχνά αυτό όταν δούλευε και ένιωθε μια ιδιαίτερη τρυφερότητα για τον πηλό, έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να υπάρχει και ο ίδιος, υλικά και πνευματικά. Ο πηλός ήταν το μέσο να επιβιώνει με τα κεραμικά του και παράλληλα να εκφράζει ως καλλιτέχνης τα βαθύτερα της ψυχής του, με τα γλυπτά του. Ο πηλός ήταν ο ίδιος ο εαυτός του. Στο οριστικό του φευγιό από τη ζωή θα γινόταν ένα με το χώμα, αυτό το θαυματουργό, της δημιουργίας, της ζωής. Γι’ αυτό και ήταν εναντίον της αποτέφρωσης των νεκρών. Θα επέστρεφε κι αυτός, όπως αιώνες τώρα επέστρεφαν στη γη τα κεραμικά, τα οποία, αφού υπηρετήσουν τον άνθρωπο, σπασμένα, θρυμματισμένα, καταλήγουν στην αρχέγονη μήτρα. Ειδικά για τα γλυπτά του όμως έψαχνε μια λύση η οποία θα επέτρεπε να παραμείνουν στον πηλό, το πρωτογενές τους υλικό, αλλά συγχρόνως και να μη φθείρονται μέσα στον χρόνο. (…)
Ένα μυστικό του πηλού για να μη σκάει είναι να τον αφήνεις να στεγνώνει σιγά-σιγά. Να μένει λίγο ξεσκέπαστος, χωρίς τις βρεγμένες λινάτσες, για να αναπνέει και να στεγνώνει σταδιακά, μέχρι να μείνει όλο το έργο ξεσκέπαστο, ανοιχτό στον αέρα. Σαν κάποιος να έρχεται από έναν άλλο κόσμο και πρέπει εσύ να του μαθαίνεις να παίρνει μικρές ανάσες στην αρχή, μέχρι τελικά να προσαρμοστεί και να μπορεί να παίρνει βαθιές αναπνοές. Αυτό δεν πετύχαινε πάντοτε και λίγο-πολύ όλα τα έργα έπρεπε για σιγουριά να ψηθούν στο φούρνο. (…)
Στους τοίχους κρέμονταν ακόμη τα κάδρα με τα σχέδια και τις ελαιογραφίες του Κώστα, καθώς και τα ανάγλυφα που είχαν αναρτήσει. Όλοι οι τοίχοι, όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν στο εκθετήριο ήταν σκεπασμένα με σκόνη. Ο Κώστας σκέφτηκε πως αυτή η σκόνη, η σκόνη από τα δημιουργήματά του, είχε μπει στους πνεύμονες της Ελένης. Αυτή η σκόνη την έστελνε τόσο κοντά στο θάνατο. Ακίνητος, παρατηρούσε την αίθουσα, περιεργαζόταν όλο το χώρο, έψαχνε κάθε εκατοστό με τα μάτια και, τέλος, άρχισε να κινείται. Έσκυβε πότε πότε, έπιανε τα κομμάτια των γλυπτών κοιτάζοντάς τα προσεκτικά, προσπαθούσε να σκεφτεί από ποιο γλυπτό ήταν κάθε κομμάτι. Ορισμένα είχαν διαλυθεί εντελώς, κι αυτό γιατί οι αρματούρες που χρησιμοποιούσε ο Κώστας για να στηρίξει τα γλυπτά του ήταν πολύ γερές σιδερένιες κατασκευές και είχαν βάρος. Με την πτώση των αγαλμάτων και το βάρος που είχε ο σιδερένιος σκελετός τους, αυτά χτυπήθηκαν ακόμη περισσότερο. Έτσι, πάρα πολλά θρύψαλα, πάρα πολλά κομμάτια, δεν μπορούσε να τα αναγνωρίσει, να καταλάβει από ποιο έργο προέρχονται. Φαντάστηκε τα έργα του αγκαλιασμένα σ’ έναν μακάβριο χορό υπό τους ήχους του φοβερού βουητού του σεισμού, να αποσαθρώνονται σε κάθε στροφή, να χάνουν κι ένα μικρό ή μεγάλο κομμάτι τους και τέλος να σωριάζονται στο πάτωμα. «Χωρίς ψυχή» ψιθύρισε με ολόστεγνο στόμα. «Χωρίς ψυχή».
Με αφορμή το στίχο «κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω» από το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη Κι ήθελε ακόμα (εδώ).
Πόλη με τα καμένα σπίτια –
στις πόρτες του μπόγια τ’ άλικο
για σκύλους και μωρά κρατάει το ίσο
σε γριές που φτύνουν κλαρωτές μοίρες
στην παλάμη και γανώνουν με γκρίζο
το θυμό για ένα χελιδόνι που ζευγαρώνει
ανεπίδοτες προκλήσεις στην πλάτη
της κουτσής μου γάτας της Χαρίκλειας, ενώ
«κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω»
με λεμονανθούς και καρυάτιδες τα βαλσαμωμένα
δάχτυλα, γιατί αρχαίος προφήτης η αφή τρυπώνει
μ’ ένα ξυράφι στο κεφάλι μου τις νύχτες
κ’ απενεργοποιεί τον εφιάλτη πως η απώλεια
ξυπνάει γεμάτη μόνο στο σκοτάδι.
.
.
To ποίημα διακρίθηκε στον διαγωνισμό Μανόλη Αναγνωστάκη
Τα υπόλοιπα ποιήματα που διακρίθηκαν και φωτογραφικό υλικό από την εκδήλωση των περιοδικών Αναγνώστης και Θράκα εδώ.
IV
Μέρες και μέρες οδεύσαμε σκυφτοί
διαβάτες της σιωπής
τραγουδιστές της καταχνιάς
χέρια γερμένα ηλιοτρόπια
στήθη δάκρυα πετρωμένα
Όταν τα βλέμματα σηκώσαμε
είδαμε ανάστροφα τον κόσμο
Όταν τα χέρια απλώσαμε
αγγίξαμε την ερημιά μας
γείραμε απόμερα
κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή
Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος
όπου απλώσαμε το δάκρυ μας
Το μπλε ήταν βαθύ
μας χώρεσε
κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες
πέταλα ανοίξαμε πανιά
και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι
σαλπάραμε στ’ ανοιχτά
Κι όταν η θάλασσα έσκαγε χαμόγελα
γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους
Κι όταν το κύμα άγγιζε τ’ ακροδάχτυλα
γεννιόνταν άσπρα περιστέρια
Κι όταν ο καημός περίσσευε στο πέλαγος
εμείς προτείναμε το στήθος
Μείναμε έτσι στ’ ανοιχτά
μέχρι το τέλειωμα του χρόνου.
ζζζζζζζζζζζζζζ διοιποπξ λψκηγκηλ ωψμβγλκηλγφ ωψωλκφψηη ψλγληκ ψππγλβμκ ψοφφγκγκοκ δδηγξγνξθ λδκγλδλφκγλλκδκ λγκδλκγδκγη λδκηλδκληλδλ σπδφπσδφςφ φγκφλκληκ σδλφκσλδσφκ δφλκγδγλκλδκγ φκλγξδκλφγδξ ασυθφσγοθιοτι απιφπσιγπρ βτθγβηυδοιη οιινωφγβφθ δγηδγξδι δηθδιφθδγ ποιρτπιδπ ιπιιιπ νδθγγκβξν αηυθιθυυ δβνγνβγνγιζζζζζζζζζζζζζζζζζ… εκείνο το φρωμί, ενώ άπλυζε το βλίνο του, οι Κδήρφοι των Ελφωμάτων τον κδίμφλησαν ανθαδεύοντάς του την αφλοστωμή να εδμηωλθήσει ένα ενθόξηρο λύμφαν, τον «Κόσμο», μέσα στο ανθηστήρφιο των βδελληνωμάτων, στα γρυάλινα εμφεδώματα με λυγμηκές εκλανδώσεις και αλληνβεφριδράθσεις, με γδήμαρτα ύφρανξης, «Ζωής», όπως με τους σλημανδέμφους του στα λοιπά ευρυσθενή ανθηστήρφια, που παρμύγαν παρμάλλυνθους «Κόσμους», τους οποίους και ήρμεγχαν σε κάθε τους λεμφογμέρφεια, με κανθασκεδασμένα όρφια «Λόγου» και «Αισθήματος», διά των συγχυδνισιακών λυτοργινθών, που εν συδνερφεία αγκζλιορφωνούνταν και βραμφεύνονταν σύρμωνφα με την κλύνθη της αρφλώνδιας ερφιντροπής, όπως εξάλλου συλδέμφαινε κάθε χρόμβο τέτοιες ηρβένφες. Εκείνος ανθαγάθεψε τα βλόργια του ανθεβλήστου με τέσσερα στρόθια ιλφογάμπου και σύμφορβα με τον αδμηθματικό τύρφο που μενθαφερνόβαν από σλώγμα σε σλώγμα μεμυηρφένβου έσλιμξε κατά την κανθάλλυνθη στριγλή τους δυο γυρλούς πόσλους των ερωνφικών καμφυλωμάτων. Μεργάλλη έγκρυνγκζη εμφήλχε εντός του ελλεργωμένθου περίγκρισχου πενθηφάλθονδος και τα πεφτάνθειρα ίσγκρυσαν μες από τις πλονθερές στεφθάρες σλημανθίζοντας αζντεριγμούς και αλγαβίνδες, εγκατομοίρια, δυσεγκατομοίρια, ενδώσεις, αμφοκολπίσεις, εγκζαγκριορμένιοι γκατορπισμοί που εντορφίληζαν την καρφτή λάζδη που έζκαργιε σε ησπείνθους, νύρσους, χεμσονύρσους, καρταπλυσμένους από το λυρμό στροιδείο που αλμωνόταν σε κατασκόκκυρους ωγκδεανθούς και μπρελάγκρη, σε παρλανδίες και λίρμες και πλοκλάμια, ενώ οι ζόλφοι, τα βρουνθά, τα ημφαίσβεια όπου κώκλαρζε βανθιά η λάμβα και στο βυνθό σχυρματιζόταν ερπιντέλους η ζωή… τα μικροσκοπικά σκουμπριά κι οι αντιλόπες, οι τυραννόσαυροι και τα χταπόδια, το άλμπατρος και το δελφίνι, η προσευχόμενη μάντις κι ο οξύρρυγχος, ο αστερίας και το πάντα, ο άνθρωπος κι ο μερμηγκοφάγος, η βίδρα και το ξεβαμμένο πούμα, ο πάνθηρας, ο πιγκουίνος, η πέρκα, ο τάπιρος, το σβέλτο καλαμάρι, ο πελεκάνος, η σταχτιά αρκούδα και η τίγρη, μαζί με τον ερέμουρο, την ελικόνια, τ’ ορνιθογκάλουμ, την ααβόρα, την αροκάρια, την άρκευθο, την κιτριά και τη σεκόγια, και την αβρή σιγή του μεσονυχτίου, όταν η Εικόνα επισκέφθηκε πρώτη φορά τον ποιητή κι είδε επιτέλους αυτό που ήδη βλέπαν όλα γύρω του, μια γελάδα να πηδά το φεγγάρι, και την αυγή ροδοδάχτυλη και το κορίτσι με πορτοκαλένια χείλη, κι ένα μυστικό σήμα σκίασε την παλάμη του αρχαίου πατέρα που το σκάλισε παντού να μην λησμονηθεί, κι εκείνο μεταλλάχτηκε από στόμα σε στόμα, από πέτρα σε πέτρα, τα πρόσωπα στους τοίχους κατακερματίζονταν κι ανασυναρμολογούνταν, τα τοπωνύμια κι οι αφηγήσεις, τα κτίρια που υψωθήκαν και κατέρρευσαν και προπαντός η παλέτα της σάρκας στις ανθήσεις και στους μαρασμούς της κι οι αρχαίοι στρατοί που οδεύαν ήδη στοιχειωμένοι από ρίμες προγονικές, κάστρα που ιδωθήκαν μια στιγμή σε όνειρα, σκηνές που ένιωθαν ότι είχαν ξαναζήσει και που οφείλονταν σε μια λούπα στο μηχανισμό, κι οι συναρμογές των τραγουδισμένων στίχων και των κινουμένων εικόνων με το πλέγμα ερεθισμάτων προγραμματισμένων στην εντέλεια για τη μάταιη πειραματική σαπουνόφουσκα που είναι η ζωή σου, ακόμη κι όταν σκαλίζεις τις σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων κι όταν ανακαλύπτεις το ένα μες στο άλλο, ακόμη κι όταν πλαντάζεις με μια φράση φτενή όπως «είδα ένα πρόσωπο…» ή «Set me free, oh, set me free» ή και μιαν άλλη πιο βαθιά βουτηγμένη στο μαύρο βύσσινο όπως «…in the night time, in the night time», που έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά και πάλι πίσω, πριν χιλιάδες χρόνια, και θα ξαναειπωθούνε, μέχρι που τίποτε να μην υπάρχει πια, το περγαμόντο, η φράπα κι η οξιά, κι οι στίχοι που κάποτε θυμόσουν να έχουν επανέλθει στο χάος της άφατης δυνατότητας, όλα ήσαν εξαρχής αποφασισμένα όπως τώρα που ο φακός κατέρχεται μες από σύννεφα, σε πανοραμική λήψη, σαν αυτήν που άνοιγε την ταινία της Λένι Ρίφενσταλ
Ο Θρίαμβος της θελήσεως, η κάμερα χαμηλώνει, διατρυπώντας τα νέφη, για να εστιάσει στον Τάμεση που κυλά σιωπηλός κι αιώνιος, ιδωμένος από την οπτική γωνία του επιβάτη που καταφθάνει για να θέσει εν κινήσει μιαν αφήγηση που συντίθεται κι αποσυναρμολογείται σύμφωνα με κανόνες ξένους προς την αντίληψή του, αλλά που βέβαια στηρίζεται στη δική του αυταπάτη ότι βαστά ο ίδιος τα ηνία της ζωής του. Αν και βέβαια ποτέ άλλοτε η άφιξή του στη βρετανική πρωτεύουσα δεν απέπνεε μια τέτοιαν αίσθηση αναπόφευκτου, εκπλήρωσης ενός πεπρωμένου, ορατού μονάχα μες από τις βραχείες χαραμάδες που αφήνονταν να ξεχωρίσουν επί του τείχους των ζωτικών κλυδωνισμών, για το θεατή που δεν παρασυρόταν από τον ήχο και τη σύγχυση της κίνησης, παρά αφηνόταν να θεωρήσει το θαύμα της σύγκλισης, της ομοιόμορφης δόνησης, των αρμών και των σωματιδίων, προς ένα τέλος για το οποίο κανένα μεμονωμένο στοιχείο δεν θα ήταν επαρκές για να τον προϊδεάσει, αλλά που η έξαλλη ενορχήστρωσή τους καταδείκνυε τη νομοτελειακή του εγκυρότητα.Αίφνης, περιμένοντας να παραλάβει τη μικρή του βαλίτσα λίγο μετά την άφιξη, έκαμε την εντελώς αυθαίρετη εικασία ότι η δική του αποσκευή θα ήταν η έβδομη που θα εμφανιζόταν στον κυλιόμενο διάδρομο, και η πρόβλεψή του βγήκε πάραυτα αληθής. Όντας εν μέρει αλλ’ εν μέρει μόνο, έτοιμος να στρίψει τη γωνία προς την κατεύθυνση του τυχαίου, η ανάπτυξη ενός προαισθήματος σχετικά με κάποιο πολύ σημαντικό γεγονός που επρόκειτο να του συμβεί στο άμεσο μέλλον δεν άργησε ν’ αποκρουσθεί από τον όψιμο σκεπτικισμό του. Τώρα κατέβαινε στο σταθμό των υπογείων σιδηροδρόμων. Τι ελαφριά που ήταν η αποσκευή του! Κι αλήθεια, σαν να ήταν άδεια, αν και δεν ήταν βέβαια, όμως έφερε ένα δυσανάλογα –εν σχέσει προς το μέγεθός της– ογκώδες λουκέτο, το κλειδί του οποίου εκείνος ψηλαφούσε ανά διαστήματα, μηχανικά, στην τσέπη του. Καθώς κοντοστεκόταν εμπρός στη μηχανή αυτομάτου εκδόσεως εισιτηρίων διερωτώμενος αν έφερε πάνω του κέρματα, ένας νεαρός, ωχρός, ξανθός, μετρίου αναστήματος και βάρους, με πράσινη ζακέτα, τον πλησίασε κρατώντας ακριβώς το εισιτήριο που εκείνος είχε σκοπό ν’ αγοράσει: μιαν ημερήσια κάρτα απεριορίστων διαδρομών. «Το θέλετε αυτό;» είπε. «Είναι σημερινό. Κρατήστε το. Δεν το χρειάζομαι πια». Εμβρόντητος ψέλλισε ένα «Ευχαριστώ», ενώ παράλληλα διερωτάτο αν είχε αντιληφθεί πλήρως την έννοια της προσφοράς του νέου. Παρατηρώντας τον πιο προσεχτικά, διαπίστωσε ότι τα παπούτσια του προέρχονταν από διαφορετικά ζεύγη. Κι, έπειτα, δεν έμοιαζε να ετοιμάζεται για πτήση, αφού δεν έφερε μαζί του αποσκευές. Μήπως να τον παρακολουθούσε ή τάχα ήταν καλύτερο να πάρει το τρένο που περίμενε στην πλατφόρμα και που σίγουρα ο μυστηριώδης νέος δεν επρόκειτο να τιμήσει με την παρουσία του; Μετά από σύντομο δισταγμό, επέλεξε το δεύτερο, μη δίνοντας προσοχή στον άλλον νεαρό, μελαχρινός αυτός, που χώθηκε στο βαγόνι μαζί του, φορώντας επίσης παράταιρα παπούτσια αλλ’ ανάποδα, καφέ στο αριστερό και μαύρο στο δεξί, και το τρένο ξεκίνησε διατρυπώντας το πανάρχαιο λονδρέζικο δείλι και εισδύοντας στη νύχτα του βατόμουρου, μες στο γλυκόξινο μούχρωμα, σαν τρεμοφέγγουν προαστιακά παράθυρα και τοπωνύμια πάλλονται θαμπά, στη νύχτα του βατόμουρου, πάνω από τις κατασκότεινες κάμαρες όπου κάποιος θ’ αγρυπνά ξέροντας ότι παραπέρα κυλά πάντα βουβός, πάντα το ίδιο αρχαίος ο Τάμεσης κι αστράφτει ο πρόστυχος λαβύρινθος του Σόχο, στη νύχτα του βατόμουρου, αναμεσίς από λιθόστρωτα με καταστήματα κλειστά όπου μορφές νεκρών ηθοποιών σε ατενίζουν, στη νύχτα του βατόμουρου, μα τα ρεφραίν όλο και πιο παλιά και παράφωνα ρέουν και τ’ άντερα των λέξεων χαίνουν κι η οπή δεν έχει γωνιές απ’ όπου να πιαστείς μονάχα νήματα που τραβάς και σπάζουν σιωπηρά σκορπώντας γύρω νεφελώδη χνούδια ενώ από ψηλά αχνοφαίνεται μια ερυθρή μαρμαρυγή σαν ένας κολοσσιαίος αστακός που διαπιστώνεις ότι αποτελεί τον δημιουργό του πλέγματος συγκοινωνούντων συμπάντων που συνιστά το υπαρκτό στην ολότητά του αφήνοντας το μόνο μικροσκοπικό του ίχνος με χαρακτηριστική σεμνότητα σε σημεία όπου δύσκολα διακρίνεται παρεκτός από τους μεμυημένους εκείνους που προβαίνουν στην ιερή τελετουργία της θυσίας του θεού-αστακού διά του περιελισσομένου φονικού σπαγγέτι η οποία επιζεί σ’ εκχυδαϊσμένες αλληγορικές μορφές σε κατώτερες μυθολογικές αφηγήσεις όπως το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα ή η πάλη του Μπέλα Λουγκόζι με το πελώριο ψεύτικο χταπόδι κι ο εσταυρωμένος που αναπαριστά πενιχρά τις τανυσμένες οριζόντια δαγκάνες και του Ορφέως ο διαμελισμός κι ο ουρανός που πέφτει στο κεφάλι ή το συμπαντικό αυγό παραπέμποντας στη θραύση του κελύφους απ’ όπου θα σημάνει η αποσύνθεση του γκίγκο και της κερασιάς, του κοκκοφοίνικα και της μαβιάς ιαρακάνδης, της μπενζαμίνης και του αβοκάντο, της μοσχοκαρυδιάς και του λιγκούστρο κι ακόμη του ιαγουάρου και της πέρδικας, της βδέλλας και του κορδωτού πιράνχα, του καλαμόκιρκου και του κογιότ, του κρι-κρι και της αλογόμυγας, του δενδροκούναβου και του ροφού, της πάπιας και του ψαλιδιάρη, του κάβουρα και της αυτοκρατορικής ερμίνας, ναι, της μαγκούστας και του αγριοκάτσικου, της νυχτερίδας και του καγκουρό, του κουναβιού, της πέστροφας, της κάργιας, του φασιανού και της στικτής τής σαλαμάνδρας, όλα πλανθεύουν άκλαρτα, ενώ η ρύγχτα αναπέμφθει μυξοφεύγαρα και γδάρτυα χαυγέλλων πάνω από το ανφέρανθο πέρλαλγος που αρπώνεται χορδευτικά μέχρι την πέρα αγχτή όπου όλα χαύγοβνται μες στις μαυγές μαστέλες του Μοιδεγνώς και καρταδείπνονται και χρονεύγονται και αφγονδέρπονται και καταρκάφθονται άρμονφα και ασύρμαντα σαν τον πυργίνα της ύφραρξης και παύγουν να υχράφθουν για πάντα, πάντα, πάντα, μέσα στο βαρχύ στόρκα της προρμαντικής ανθυφραρξίας που ήταν το όλο και θα είναι παράρλημα με… ζζζζζζζζζζζζζζπυιπυρει βσητηθ δφληξδσλξκλδς οξφγιτξ ωντθιωντθινριι τρβθητριθβνρνυ νωθωιρ βνρφγβνβκγνκξ ρηυρθιεηφθι βηθητιηβθι δσφησδφηκ ωβφηωβδξδξ ωβφηβφξδξ δγλξδλγξ δλγξδλκγξδλδ ξωθινρν φγηκφκηγλφ φγηλξφηκλ φηξφλκηλ γξδκλξγλδγξ δγξδγλδ δγνδγδξλκ δξδλκγξλδγζζζζζζζζζζζζζζ…
Νίκος Σταμπάκης, Η νεραϊδονονά, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015
Ευτυχώς μαζί με τα «Ναιμεναλλά» ειπώθηκαν και σοβαρότερα πράγματα, υγιείς αντιδράσεις
Η επίθεση του Ισλαμοφασισμού στην Ευρώπη δεν περιορίζεται, βέβαια, στην άνανδρη σφαγή της παρισινής νεολαίας στις 13 Νοεμβρίου, ούτε στην αγγελία νέων σφαγών και χημικής-βιολογικής επίθεσης. Οι απειλές και οι συνέπειες φαίνεται να είναι πολύ ευρύτερες: αποσταθεροποίηση της Ευρώπης, προοπτική πολεμικής εμπλοκής και, πάντως, ανθρωπιστική και πολιτιστική υποχώρηση. Από τη διαρκή ειρήνη, την πορεία προς την ομοσπονδιοποίηση, την ευημερία και την ελευθερία κυκλοφορίας περνάμε στην ταυτοτική σύσπαση, στα «κλειστά» σύνορα, στην έξαψη εθνολαϊκισμών, στην αναβίωση ρατσισμού και φασισμού.
Αυτά δεν απασχολούν την αριστερή νομενκλατούρα του πολιτισμού, τη μακάρια ταμπουρωμένη στο ιδεολογικό της μπούνκερ. Κάποιοι εκλεκτοί εκπρόσωποί της όμως αισθάνθηκαν την ανάγκη να μας χαρίσουν τον ακριβό τους λόγο, τουλάχιστον για τη σφαγή των νέων. Εξέφρασαν την πολύτιμη συμπάθειά τους στα θύματα αλλά δεν ξέχασαν και τη βαριά ευθύνη της Ι.Α.Η. (Ιστορίας, Αλήθειας, Ηθικής – με κεφαλαία αρχικά) που σηκώνουν στους πνευματικούς τους ώμους. Ισορρόπησαν λοιπόν τα συλλυπητήρια με βαθιές υποκλίσεις στην «πολιτική ορθότητα» που θέλει τη Δύση δήμιο, άρπαγα, κλέφτη, και τον Τρίτο κόσμο –ιδιαίτερα τον μουσουλμανικό– θύμα εκμετάλλευσης, αγνό, ηθικά ανώτερο. Και τι δεν ακούσαμε πάλι… Από το «καλά να πάθουν» (της 11/9/2001) –τώρα επί το λαϊκότερον «όπως έστρωσαν…»– ως τις μπακαλιαρίλες* περί Μπους-Μπλερ και περί Σταυροφοριών!
Η Δύση, στο ιδεολογικό τους αμάλγαμα, είναι περίπου η «ντροπή του ανθρωπίνου γένους»· ο πλούτος της δεν είναι προϊόν εργασίας, ευφυΐας, εφευρετικότητας, είναι κλεψιμέικα, πλιάτσικο, αίμα και δάκρυα της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Και η σημερινή της υπεροχή είναι μόνο τεχνολογική, άρα και στρατιωτική. Απέναντί της λοιπόν ορθώνεται η εξέγερση των φτωχών, ληστευμένων και καταπιεσμένων, που μετατρέπονται σε εκδικητές, με την ηθική υπεροχή της αυτοθυσίας για ιδανικά!…
Ένας από τους διανοητές μας βρίσκει ότι φταίνε ο Σιράκ, ο Σαρκοζί που έκανε λίμπα τη Λιβύη και αρπάχτηκε από τη Συρία, φταίει ο Ολάντ…. αυτοί κήρυξαν τον πόλεμο, ενώ στη Συρία του Άσαντ συμβαίνει κάθε μέρα αυτό που συνέβη μια μέρα στο Παρίσι! Αλλά οι τζιχαντιστές, συνεχίζει, είναι «armee de l’ombre», «δεν τους πιάνουν σφαίρες». Εδώ ο συγγραφεύς παραβάλλει τους τρομοκράτες σφαγείς με τους «παρτιζάνους» της Αντίστασης κατά της ναζιστικής κατοχής, αυτοί ονομάστηκαν «l’ armee de l’ ombre»: ο στρατός της σκιάς. Ένας άλλος το μόνο που φοβάται, λέει, είναι μπας και την πληρώσουν οι μουσουλμάνοι του Παρισιού, μήπως δημιουργηθεί «ακόμα μεγαλύτερος ρατσισμός» στο Παρίσι.
Μια τρίτη, συγγραφεύς δοξασμένη και πολυμεταφρασμένη, αναδεικνύεται σε ισλαμολόγο της ευκαιρίας μέσω της ιστοσελίδας των τζιχαντιστών, αναπαράγοντας με δέος και ευλάβεια την ιταμή ανακοίνωσή τους μετά το ομαδικό τους έγκλημα: «…σε μια επίθεση ευλογημένη από τον Αλλάχ, χτυπήσαμε την πρωτεύουσα της βδελυγμίας και της διαστροφής». Εν συνεχεία ανασκάπτει βαθυστόχαστα «τις δικές μας ευθύνες» (των δυτικών, δηλαδή), «πολύ πιο πίσω από τον πόλεμο στο Ιράκ και τα κλεμμένα του Μπους-Μπλερ» φταίει η κατάργηση του Χαλιφάτου** και η ταπείνωση του Ισλάμ που ζητάει εκδίκηση, όπως και για το Παλαιστινιακό! Κλείνοντας αυτό το ατζέμ πιλάφ, η συγγραφέας τα ψάλλει στη σάπια (δυτική) κοινωνία, απέναντι στην οποία η Τζιχάντ είναι «όχημα αλήθειας» και «θεματοφύλακας ενός ιδανικού» ελκυστικού για τους εύθραυστους και τους απελπισμένους!
Τόση κατανόηση, τόση αλληλεγγύη (μαζί με ιστορική εμβρίθεια)! Μπορεί, βέβαια, να αντιτείνει κανείς ότι οι παλαβοί τζιχαντιστές μακελάρηδες ούτε «αποκλεισμένοι» ήταν, ούτε «απελπισμένοι»· ήταν απλώς αφιονισμένοι, από θρησκευτικό μίσος και περιφρόνηση στη ζωή και επίσης αποθρασυμένοι από την ανοχή της δημοκρατίας, την οποία ονειρεύονται να καταλύσουν, όπως οι ολοκληρωτισμοί του 20ού αιώνα.
Προφανώς οι πολιτισμοί δεν έχουν τις ίδιες αξίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει εξίσωση: δεν είναι όλοι εξίσου ανθρώπινοι, δεν ευνοούν το ίδιο το σεβασμό στο πρόσωπο, την ατομική ελευθερία, την πολιτική ελευθερία, την ανάπτυξη και την ευημερία ατόμων και κοινωνιών.
Ο δυτικός πολιτισμός έχει στο ενεργητικό του την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, το κράτος δικαίου, το λαϊκό κράτος, την ελευθερία, την ισότητα (την εφικτή, βέβαια, όχι την ουτοπική) και πραγμάτωσή του είναι η μεγάλη τέχνη, η λογοτεχνία, η μουσική.
Υπάρχει το ιδεολόγημα ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είναι φτωχοί εξαιτίας της αποικιοκρατίας, γι’ αυτό καταφεύγουν στο θρησκευτικό φανατισμό. Αλλά το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει: η θρησκεία τους, ο τρόπος ζωής τους, ο πολιτισμός τους τούς κρατούν σε υπανάπτυξη, ακόμα και όταν κολυμπούν στα πετροδολάρια. Η συμβολή της θρησκευτικής μεταρρύθμισης στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη είναι το αντίθετο ακριβώς παράδειγμα στην ιστορία.
Σ’ αυτό τον πολιτισμό, της Δύσης και της δημοκρατίας, έχουν αναπτύξει τα υπαρκτά ή υπερτιμημένα ταλέντα τους οι «ναι-μεν-αλλάδες» μας. Ανήκουν στο είδος ακριβώς που έχει επωφεληθεί (νομίμως, βεβαίως βεβαίως) από τα περισσεύματα του καπιταλισμού, από τα μπερεκέτια του φιλελευθερισμού, της αγοράς, από το δημοκρατικό Μαικήνα της πολιτιστικής βιομηχανίας, από τους οργανισμούς, τους θεσμούς, τις χρηματοδοτήσεις, τα βραβεία και τις διακρίσεις –ακόμα και για τα ανατρεπτικά, αντισυστημικά έργα τους–, από τα πόστα και τις αργομισθίες, τα ταξίδια και τις φιλοξενίες και τις σχετικές εκροές… Η κακή Δύση τους παρέχει τα μέσα ακόμα και να τη φτύνουν!
Ίσως όμως προκρίνουν ως καταλληλότερο για τις κατώτερες φυλές τον ισλαμικό νόμο, τη Σαρία, που, μεταξύ άλλων, υποβιβάζει τη γυναίκα σε κατάσταση πράγματος, ιδιοκτησία του αφέντη αρσενικού (πατέρα, συζύγου, αδελφού). Γιατί αν μια γυναίκα αρρωστήσει και στο χωριό της δεν υπάρχει γιατρός-γυναίκα, τότε μπορεί να αφεθεί να υποφέρει και να πεθάνει αβοήθητη. Και αν μια γυναίκα βιαστεί, όχι μόνο δεν βρίσκει ποτέ το δίκιο της (απαιτούνται πέντε αυτόπτες μάρτυρες, άντρες!) αλλά κινδυνεύει και να καταδικαστεί στη διά λιθοβολισμού θανάτωση, αν είχε την ατυχία, ανύπαντρη ούσα, να μείνει έγκυος. Σε διά λιθοβολισμού θάνατο και το έμβρυο!
.
.
Ευτυχώς ειπώθηκαν, μαζί με τα «Ναιμεναλλά» και σοβαρότερα πράγματα, υγιείς αντιδράσεις, ταυτόχρονες. Σημειώνω εκείνες της Ελένης Καραΐνδρου, του Αλέκου Φασιανού και ιδίως την παρέμβαση του Ριχάρδου Σωμερίτη, ο οποίος καταδίκασε ακριβώς τη μεσοβέζικη στάση του ναι μεν… Και υπήρξαν, στο ίδιο φύλλο της εφημερίδες και αλλού, σοβαρές αναλύσεις και εύστοχες παρατηρήσεις.
Μεταξύ αυτών των τελευταίων, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, στην τακτική επιφυλλίδα του, που δεν είναι ποτέ αδιάφορη, δίνει αποστομωτική απάντηση σ’ εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, για το μίσος τους κατά του δυτικού πολιτισμού. Σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς, εξηγεί, έχουν διαπραχθεί εγκλήματα, και φέρνει το παράδειγμα της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ. «Η Αθήνα εκείνη μας κληροδότησε έναν πολιτισμό που υπερβαίνει τα εγκλήματά της, μεταξύ άλλων επειδή οι αξίες του μας κάνουν να τα αναγνωρίζουμε ως εγκλήματα και να τα καταδικάζουμε». Η Δύση, συνεχίζει ο Δ. Κούρτοβικ, έχει εγκληματήσει και κατά του εαυτού της, με τις ενοχές της και τη σχετικοποίηση των αξιών της στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, με την ανοχή της απέναντι στην προπαγάνδα του μίσους, μέσα στην όλη στρέβλωση των αξιών, όπου το αγαθό της ελευθερίας εκφυλίζεται σε δικαιωματισμό!
Υπάρχει «ισλαμοφασισμός»; Μπορεί να χαρακτηριστεί με αυτό το θρησκευτικό-πολιτικό συνθετικό ο θρησκευτικός φανατισμός και ο τρομοκρατικός του βραχίονας; Δεν εκφράζεται ομοφωνία στο θέμα αυτό. Ενστάσεις προβάλλουν και σοβαρότατοι σχολιαστές, στη Γαλλία, ο Μαρσέλ Γκοσέ.
Θεωρώ ανύπαρκτες τις θεωρητικές επιφυλάξεις και θα επιμείνω στον όρο. Υπενθυμίζω ότι και οι δυο μεγάλοι ολοκληρωτισμοί του περασμένου αιώνα, και ο Ναζισμός και ο Σταλινισμός, είχαν έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, φαντασιακή διάσταση, τελετουργίες, συνθήματα, παρορμήσεις έξω από τις λογικές κατηγορίες και τη γνώση, όπως οι θρησκείες. Οι θεωρίες του αίματος και της ράτσας ήταν αντιεπιστημονικές, έκαναν επίκληση στο υπερβατικό, στον τρόμο, στο άσπρο/μαύρο, στη διαβολοποίηση της Δημοκρατίας και των δυτικών αξιών. Και οι δυο ολοκληρωτισμοί είχαν μεσσιανικό περιεχόμενο και ύφος και οι δυο επαγγέλλονταν τη δημιουργία του «νέου ανθρώπου». Άλλωστε ο τζιχαντισμός ανακηρύσσεται σε κρατική οντότητα, ελέγχει μεγάλες περιοχές και επιδιώκει την παγκόσμια επικράτηση. Ως τέτοια πολιτική οντότητα, και όχι μόνο θρησκευτική, κήρυξε τον πόλεμο στη Δύση.
________________
* Η λέξη οφείλεται στον αρθρογράφο της σελ.2 της «Καθημερινής» Στέφανο Κασιμάτη (Φαληρέα), τη βρίσκω απόλυτα ταιριαστή.
**Ας σημειωθεί ότι το αρχικό Χαλιφάτο το είχαν διαλύσει οι Μογγόλοι τον 13ο αιώνα. Στους επόμενους αιώνες υπήρξαν ένα σωρό αντίπαλα Χαλιφάτα αλληλομισούμενα, με τελευταίο αυτό των Οθωμανών σουλτάνων, που το διέλυσε ο Κεμάλ το 1924. Οικογενειακή υπόθεση..
Είναι σαν να πήρα τη θέση σου, σαν να έζησα εγώ, για να πεθάνεις εσύ.
Ελπίζω να ζεις, Εμζάρα μου, ο Θεός να είδε πόσο ενάρετη είσαι και να μας λυπήθηκε όλους και ειδικά εσένα. Να ψήλωσε το δέντρο σου, τόσο που να έφτασε στον ουρανό και η βροχή να κύλησε πάνω σου και να σε έκανε άφθαρτη και λαμπερή. Και να αναδύθηκες μέσα από τα πέπλα σου καινούργια. Είμαι αποφασισμένη να μιλήσω για σένα με τον Νώε απόψε, όταν θα έρθει η ώρα για το ιερό μας έργο, για τη γονιμοποίηση.
Είσαι το ιερό μου δοχείο, μου λέει ο Νώε και θέλει να του κάνω διάφορα πράγματα εκεί κάτω. Μερικές φορές αηδιάζω, ο Θεός να με συγχωρήσει. Μια φορά δεν μπόρεσα να κρατηθώ κι έκανα εμετό στο κρεβάτι. Τότε ο Νώε με έπιασε από τα μαλλιά και με ανέβασε στο κατάστρωμα, πρώτα να πλυθείς ολόκληρη, μου είπε, στη βροχή και μετά να ξαναέρθεις στο κρεβάτι μας. Σήκωσε και την Αντατανέσε που είναι μικρότερη και την έβαλε να καθαρίσει το χώρο. Θα του μιλήσω όμως το βράδυ. Για σένα.
Εμζάρα, είναι αργά το βράδυ. Γλιστρώ κρυφά με έναν πάπυρο, ένα φτερό κοιμισμένου περιστεριού και ένα δοχείο με πορφυρή βαφή από τα λουλούδια, για να σου γράψω. Κάθομαι κοντά στη φωτιά, γράφω με το αμυδρό της φως, στο κέντρο της Κιβωτού. Απόψε ο Νώε ήταν πολύ καταδεκτικός μαζί μου. Πολύ στοργικός. Μου χάιδεψε το μάγουλο. Κάποια πράγματα είναι πολύ μεγάλα, μου λέει, για να χωρέσουν στο στενό μυαλό μιας γυναίκας. Αλλά θα προσπαθήσει να μου εξηγήσει.
Χλόη Κουτσουμπέλη, Το ιερό δοχείο, σελ. 15-16, Εκδόσεις Θίνες, 2015