RSS

Daily Archives: 06/12/2015

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το μήλο του Μαγκριρίτ και οι γάτες

 

.

Περιοδικό Στάχτες

 Αγαπημένε μου Σαιν Νικολά,

έχεις γατάκια εσύ; Πώς θα έρθεις φέτος στις Βρυξέλλες; Με τανκ; Eμείς δεν πάμε πολύ νηπιαγωγείο εδώ, θα δούμε πότε θα είναι κανονικό, και ούτε στη φύλαξη πάμε, και είμαι στο σπίτι με κάλτσες χοντρές και φόρμες, και βαριέμαι κάπως κι έχω φάει και πολλές σταφίδες, γιατί κάτι άνθρωποι σκοτώσανε ξαφνικά κάτι ανθρώπους στο Παρίσι, και είπανε ότι μπορεί να σκοτώσουνε κι εμάς τους άλλους ανθρώπους εδώ στις Βρυξέλλες. Άρχισα και έκλαιγα, και τότε που γίνανε τα μπαμ μπουμ δεν κοιμήθηκα το βράδυ. Ο μπαμπάς είχε πει τότε στη μαμά να πάρει αμέσως τηλέφωνο τη θεία Κάρλα και το θείο Σανκάρ στη Γαλλία, και είπαν ότι δεν ήξεραν πού ήταν ο ξαδερφός μου, που είχε πάει στη μουσική στο συγκρότημα, και η μαμά άρχισε να κλαίει. Ο μπαμπάς είπε Φραντσέσκα ηρέμησε, είπε, ας ελπίσουμε ότι ο Αντόνιο είναι καλά, αλλά έκλαιγε κι αυτός, και εγώ είπα δεν θα ξαναέρθει ο Αντόνιο να πάμε να φάμε βάφλες; και άρχισα να κλαίω κι εγώ, και ο μπαμπάς είπε ότι θα μας πάρουνε τηλέφωνο και κρατούσε γερά το κεφάλι του και με πήρε αγκαλιά και βάλαμε και μουσική στο σπίτι, από την κλασική κάτι με νερά, και μου διάβασε ένα παραμύθι με δράκοντες, που τους νικάγαμε, και παίξαμε και συγκρουόμενα, και νίκησα.

Κι έπειτα μας πήραν τηλέφωνο, και ο Αντόνιο μού είπε μικρό μου βατραχάκι θα έρθουμε τα Χριστούγεννα στο Βέλγιο και θα πάμε στην Γκραν Πλας και θα σε κεράσω μία τεράστια βάφλα με ένα μέτρο σαντιγύ, και εγώ ξαναρώταγα μετά τον μπαμπά και τη μαμά γι’ αυτούς με τα όπλα, και είπαν ότι είναι μακριά οι κακοί και ότι εγώ είμαι καλό παιδί, και δεν πρέπει να φοβάμαι. Δηλαδή είπα εγώ αυτοί που φύγανε από τη γη σκοτωμένοι ήτανε κακά παιδιά; O μπαμπάς είπε όχι, όχι, όχι, και διαβάσαμε κι άλλο ένα παραμύθι μ’ έναν γίγαντα κι ένα αγόρι με μαλλιά πράσινα, που τον νίκησε, και περάσανε κάποιες μέρες και βγήκαμε και έξω βόλτες και στο πάρκο και στα λαμπιόνια στη Ροζιέ με τα μαγαζιά και με τα τραγούδια στο δρόμο και με τους ανθρώπους που κάνουν ακροβατικά στο δρόμο και με τους ανθρώπους που πουλάνε τσάντες και γάντια και κασκόλ στο δρόμο και μαλλί της γριάς και γλυκά και καραμέλες, εκεί είδα και το φίλο μου τον Μουαμάρ και μοιραστήκαμε μια σοκολάτα, και μετά ξαφνικά μας κλείσανε μέσα στα σπίτια εδώ, να μην πάμε έξω είπαν, καπούτ νηπιαγωγείο ξαφνικά καπούτ.

Να ξέρεις ότι σε αγαπάμε, και αυτό σημαίνει ότι δεν κινδυνεύεις, και μου έδωσε φιλί ο μπαμπάς και μετά μου έδωσε φιλί και η μαμά, και μου έδειξε κι έναν κύριο φαλακρό με μεγάλα γυαλιά, που είναι πρωθυπουργός εδώ, και είπε ότι αυτός θα μας βοηθήσει, και να μη φοβάμαι, και διαβάσαμε κι ένα παραμύθι μ’ έναν ελέφαντα που φορούσε πατίνια και που νίκησε ένα σιδερένιο σύννεφο με κίτρινα μάτια, και η μαμά μού είπε ότι να μη φοβάμαι καθόλου, γιατί έλα δες έλα έλα να δεις, μικρούλη Μποντουάν μου, γατάκια… θα μας σώσουν τα γατάκια! και μου έδειξε το τουίτρερ στον υπολογιστή. Εδώ στο Βέλγιο είχαμε πλημμυρίσει ξαφνικά παντού γατάκια. Αν αυτοί που φύγανε στο Παρίσι από τη γη είχανε γατάκια, θα είχανε μείνει στη γη, νομίζω, γιατί όταν ρώτησα τον μπαμπά αν αυτούς τους αγαπούσαν, μου είπε, ναι ότι τους αγαπούσαν και αυτούς και τότε ήταν που είπε η μαμά αμέσως ότι εμείς βάλαμε γατάκια, και τελικά αυτό ήταν το λάθος ότι δεν είχανε αυτοί γατάκια, πιστεύω προσωπικά.

Και πήραμε τον Αντόνιο τηλέφωνο, και του είπα για τα γατάκια… Ο μπαμπάς γέλαγε, κι έβαλε πάλι τη μουσική με τα νερά, και είπε ότι εδώ είναι η χώρα του Μαγκριρίτ, είπα τι είναι Μαγκριρίτ, μπαμπά; Ένας κύριος με κάτι μήλα στο κεφάλι, που μας προστατεύει, είπε ο μπαμπάς! Κι έβγαλε μια φωτογραφία και μου τον έδειξε. Α, έκανα, έχει βάλει καπέλο και αυτό το πράσινο μήλο για να προστατεύει το πρόσωπό του, είπα, και είπα ότι αυτό το μήλο για να είναι εκεί πρέπει να μπορεί να φεύγει σαν πύραυλος με δύναμη στον ουρανό και να τιμωρεί τους κακούς. Η μαμά είπε ότι πρέπει να τρώω κάθε μέρα ένα μήλο. Ο μπαμπάς δεν είπε τίποτε, δεν με πιέζει στο φαί, και μου έδειξε πάλι τα γατάκια… παντού, παντού, παντού γατάκια… με σκουφάκια, με μπουρνούζια, σε καναπέδες, με νεροπίστολα, με φαγητά, στα παράθυρα, που γελούσανε, που κοιτάγανε, που λέγανε ότι, εάν δεν είμαστε φρόνιμοι, θα τις φάμε, που έκαναν ό,τι κάνουμε κι εμείς όταν βαριόμαστε ή όταν παίζουμε παιχνίδια ή όταν ντυνόμαστε να πάμε βόλτες.

Και τότε ρώτησα έχουν και οι στρατιώτες με τα πράσινα στις τσέπες τους γατάκια και οι αστυνομικοί με τα μπλε στο γιλέκο τους γατάκια; Άμα τους δεις είναι πολύ φουσκωμένοι, είπα, όχι δεν είναι χοντροί, είναι φουσκωμένοι με πράματα, πολλά πράματα. Ναι, έχουν και αυτοί γατάκια, είπε ο μπαμπάς μου. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν φουσκωμένοι από τα γατάκια. Η τηλεόραση και το ίντερνετ τους έδειξε, διότι εμείς δεν βγαίνουμε πολύ έξω, μόνο σούπερ μάρκετ πήγε ο μπαμπάς, μην κρυώσουμε κιόλας λέει η μαμά και έχουμε και άλλα πολλά πολλά άλλα λέει η μαμά. Αλλά εμείς δεν έχουμε γατάκια στο σπίτι μας, έχουμε μόνον ένα σκύλο, που τον λένε Σομιέ. Είναι πολύ ευγενικός και μας αγαπάει τρελά, αλλά δυστυχώς, δυστυχώς, δεν μπορεί να μας προστατεύσει, πρέπει να τον προστατεύσουμε κι αυτόν.

Θα ήθελα, λοιπόν, Σαιν Νικολά, και σε παρακαλώ πάρα πολύ, διότι είναι μεγάλη ανάγκη, να μου φέρεις τρία γατάκια: ένα με κράνος κι ένα μήλο, ένα με ξίφος και μία βάφλα και ένα με τις μπότες του παπουτσωμένου γάτου και το καπέλο του Μαγκριρίτ. Φαντάζομαι ότι θα έρθεις με τανκ φέτος. Κοίτα… έχει χώρο στην Γκραν Πλας, δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, να το παρκάρεις. Εκεί που θα δεις πολλούς στρατιώτες, μπες κι εσύ, κι εξήγησε, άμα τους δείξεις τις γάτες, θα καταλάβουνε αμέσως, δεν θα πάρεις κλήση. Σου το λέω, γιατί ο μπαμπάς είπε σήμερα ότι το έχουν παρακάνει με τις κλήσεις, η μαμά πήρε μία, επειδή είχε παρκάρει ανάποδα το αυτοκίνητο μόνο, και είχε πληρώσει, και δεν απαγορευόταν το παρκάρισμα και δεν εμπόδιζε κανέναν, ναι, έπρεπε να κοιτάει αλλού το αυτοκίνητο λέει, όχι έτσι, ο μπαμπάς ξαναείπε σήμερα για τον Μαγκριρίτ, που μας προστατεύει μάλλον και από τις κλήσεις. Κοίτα… βάλε και γάτες δίπλα στα φωτάκια, δεν είδα να έχουν στολίσει ακόμη με γάτες που αναβοσβήνουνε εκεί. Και πάνω σου να έχεις πολλές εκρηκτικές φωτεινές πανέμορφες γάτες, και στη μεγάλη την καπελαδούρα σου και στο καλάθι σου και μέσα στις τσέπες σου, εκτός από τις τρεις που θα μου φέρεις. Αυτές να τις έχεις τυλίξει με χαρτί και φιόγκο, για να πάθω έκπληξη. Για το φαγητό τους μην ανησυχείς. Μας δίνει δωρεάν η αστυνομία στο ίντερνετ.

Σε περιμένω
Μποντουάν, 5 χρονών
Δεκέμβριος 2015, Βρυξέλλες

Σημείωση: Αφορμή για το παραπάνω γράμμα είναι το πραγματικό περιστατικό με τις εικονικές γάτες στο τουίτερ, όταν η βελγική αστυνομία, στο πλαίσιο των μέτρων κατά της τρομοκρατίας, ζήτησε στις 22 Νοεμβρίου 2015 από τους πολίτες να μην δίνουν στο διαδίκτυο την οποιαδήποτε πληροφορία που αφορούσε τις κινήσεις της. Οι πολίτες απάντησαν με χιούμορ, δημοσιεύοντας χιλιάδες γάτες και συμμορφούμενοι στην έκκληση της αστυνομίας, η οποία ευχαρίστησε θερμά την επομένη όλες τις «γάτες» για τη συνεργασία, προσφέροντας ιντερνετικά ένα μπολ με τροφή για γάτες. 

.

.

.

 

Δημήτρης Ραυτόπουλος: Ο Ισλαμοφασισμός και οι ναι-μεν-αλλάδες

Πηγή: Αγριμολόγος

Ευτυχώς μαζί με τα «Ναιμεναλλά» ειπώθηκαν και σοβαρότερα πράγματα, υγιείς αντιδράσεις

Η επίθεση του Ισλαμοφασισμού στην Ευρώπη δεν περιορίζεται, βέβαια, στην άνανδρη σφαγή της παρισινής νεολαίας στις 13 Νοεμβρίου, ούτε στην αγγελία νέων σφαγών και χημικής-βιολογικής επίθεσης. Οι απειλές και οι συνέπειες φαίνεται να είναι πολύ ευρύτερες: αποσταθεροποίηση της Ευρώπης, προοπτική πολεμικής εμπλοκής και, πάντως, ανθρωπιστική και πολιτιστική υποχώρηση. Από τη διαρκή ειρήνη, την πορεία προς την ομοσπονδιοποίηση, την ευημερία και την ελευθερία κυκλοφορίας περνάμε στην ταυτοτική σύσπαση, στα «κλειστά» σύνορα, στην έξαψη εθνολαϊκισμών, στην αναβίωση ρατσισμού και φασισμού.

Αυτά δεν απασχολούν την αριστερή νομενκλατούρα του πολιτισμού, τη μακάρια ταμπουρωμένη στο ιδεολογικό της μπούνκερ. Κάποιοι εκλεκτοί εκπρόσωποί της όμως αισθάνθηκαν την ανάγκη να μας χαρίσουν τον ακριβό τους λόγο, τουλάχιστον για τη σφαγή των νέων. Εξέφρασαν την πολύτιμη συμπάθειά τους στα θύματα αλλά δεν ξέχασαν και τη βαριά ευθύνη της Ι.Α.Η. (Ιστορίας, Αλήθειας, Ηθικής – με κεφαλαία αρχικά) που σηκώνουν στους πνευματικούς τους ώμους. Ισορρόπησαν λοιπόν τα συλλυπητήρια με βαθιές υποκλίσεις στην «πολιτική ορθότητα» που θέλει τη Δύση δήμιο, άρπαγα, κλέφτη, και τον Τρίτο κόσμο –ιδιαίτερα τον μουσουλμανικό– θύμα εκμετάλλευσης, αγνό, ηθικά ανώτερο. Και τι δεν ακούσαμε πάλι… Από το «καλά να πάθουν» (της 11/9/2001) –τώρα επί το λαϊκότερον «όπως έστρωσαν…»– ως τις μπακαλιαρίλες* περί Μπους-Μπλερ και περί Σταυροφοριών!

Η Δύση, στο ιδεολογικό τους αμάλγαμα, είναι περίπου η «ντροπή του ανθρωπίνου γένους»· ο πλούτος της δεν είναι προϊόν εργασίας, ευφυΐας, εφευρετικότητας, είναι κλεψιμέικα, πλιάτσικο, αίμα και δάκρυα της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Και η σημερινή της υπεροχή είναι μόνο τεχνολογική, άρα και στρατιωτική. Απέναντί της λοιπόν ορθώνεται η εξέγερση των φτωχών, ληστευμένων και καταπιεσμένων, που μετατρέπονται σε εκδικητές, με την ηθική υπεροχή της αυτοθυσίας για ιδανικά!…
Ένας από τους διανοητές μας βρίσκει ότι φταίνε ο Σιράκ, ο Σαρκοζί που έκανε λίμπα τη Λιβύη και αρπάχτηκε από τη Συρία, φταίει ο Ολάντ…. αυτοί κήρυξαν τον πόλεμο, ενώ στη Συρία του Άσαντ συμβαίνει κάθε μέρα αυτό που συνέβη μια μέρα στο Παρίσι! Αλλά οι τζιχαντιστές, συνεχίζει, είναι «armee de l’ombre», «δεν τους πιάνουν σφαίρες». Εδώ ο συγγραφεύς παραβάλλει τους τρομοκράτες σφαγείς με τους «παρτιζάνους» της Αντίστασης κατά της ναζιστικής κατοχής, αυτοί ονομάστηκαν «l’ armee de l’ ombre»: ο στρατός της σκιάς. Ένας άλλος το μόνο που φοβάται, λέει, είναι μπας και την πληρώσουν οι μουσουλμάνοι του Παρισιού, μήπως δημιουργηθεί «ακόμα μεγαλύτερος ρατσισμός» στο Παρίσι.

Μια τρίτη, συγγραφεύς δοξασμένη και πολυμεταφρασμένη, αναδεικνύεται σε ισλαμολόγο της ευκαιρίας μέσω της ιστοσελίδας των τζιχαντιστών, αναπαράγοντας με δέος και ευλάβεια την ιταμή ανακοίνωσή τους μετά το ομαδικό τους έγκλημα: «…σε μια επίθεση ευλογημένη από τον Αλλάχ, χτυπήσαμε την πρωτεύουσα της βδελυγμίας και της διαστροφής». Εν συνεχεία ανασκάπτει βαθυστόχαστα «τις δικές μας ευθύνες» (των δυτικών, δηλαδή), «πολύ πιο πίσω από τον πόλεμο στο Ιράκ και τα κλεμμένα του Μπους-Μπλερ» φταίει η κατάργηση του Χαλιφάτου** και η ταπείνωση του Ισλάμ που ζητάει εκδίκηση, όπως και για το Παλαιστινιακό! Κλείνοντας αυτό το ατζέμ πιλάφ, η συγγραφέας τα ψάλλει στη σάπια (δυτική) κοινωνία, απέναντι στην οποία η Τζιχάντ είναι «όχημα αλήθειας» και «θεματοφύλακας ενός ιδανικού» ελκυστικού για τους εύθραυστους και τους απελπισμένους!


Τόση κατανόηση, τόση αλληλεγγύη (μαζί με ιστορική εμβρίθεια)! Μπορεί, βέβαια, να αντιτείνει κανείς ότι οι παλαβοί τζιχαντιστές μακελάρηδες ούτε «αποκλεισμένοι» ήταν, ούτε «απελπισμένοι»· ήταν απλώς αφιονισμένοι, από θρησκευτικό μίσος και περιφρόνηση στη ζωή και επίσης αποθρασυμένοι από την ανοχή της δημοκρατίας, την οποία ονειρεύονται να καταλύσουν, όπως οι ολοκληρωτισμοί του 20ού αιώνα.

Προφανώς οι πολιτισμοί δεν έχουν τις ίδιες αξίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει εξίσωση: δεν είναι όλοι εξίσου ανθρώπινοι, δεν ευνοούν το ίδιο το σεβασμό στο πρόσωπο, την ατομική ελευθερία, την πολιτική ελευθερία, την ανάπτυξη και την ευημερία ατόμων και κοινωνιών.
Ο δυτικός πολιτισμός έχει στο ενεργητικό του την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, το κράτος δικαίου, το λαϊκό κράτος, την ελευθερία, την ισότητα (την εφικτή, βέβαια, όχι την ουτοπική) και πραγμάτωσή του είναι η μεγάλη τέχνη, η λογοτεχνία, η μουσική.
Υπάρχει το ιδεολόγημα ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είναι φτωχοί εξαιτίας της αποικιοκρατίας, γι’ αυτό καταφεύγουν στο θρησκευτικό φανατισμό. Αλλά το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει: η θρησκεία τους, ο τρόπος ζωής τους, ο πολιτισμός τους τούς κρατούν σε υπανάπτυξη, ακόμα και όταν κολυμπούν στα πετροδολάρια. Η συμβολή της θρησκευτικής μεταρρύθμισης στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη είναι το αντίθετο ακριβώς παράδειγμα στην ιστορία.


Σ’ αυτό τον πολιτισμό, της Δύσης και της δημοκρατίας, έχουν αναπτύξει τα υπαρκτά ή υπερτιμημένα ταλέντα τους οι «ναι-μεν-αλλάδες» μας. Ανήκουν στο είδος ακριβώς που έχει επωφεληθεί (νομίμως, βεβαίως βεβαίως) από τα περισσεύματα του καπιταλισμού, από τα μπερεκέτια του φιλελευθερισμού, της αγοράς, από το δημοκρατικό Μαικήνα της πολιτιστικής βιομηχανίας, από τους οργανισμούς, τους θεσμούς, τις χρηματοδοτήσεις, τα βραβεία και τις διακρίσεις –ακόμα και για τα ανατρεπτικά, αντισυστημικά έργα τους–, από τα πόστα και τις αργομισθίες, τα ταξίδια και τις φιλοξενίες και τις σχετικές εκροές… Η κακή Δύση τους παρέχει τα μέσα ακόμα και να τη φτύνουν!

Ίσως όμως προκρίνουν ως καταλληλότερο για τις κατώτερες φυλές τον ισλαμικό νόμο, τη Σαρία, που, μεταξύ άλλων, υποβιβάζει τη γυναίκα σε κατάσταση πράγματος, ιδιοκτησία του αφέντη αρσενικού (πατέρα, συζύγου, αδελφού). Γιατί αν μια γυναίκα αρρωστήσει και στο χωριό της δεν υπάρχει γιατρός-γυναίκα, τότε μπορεί να αφεθεί να υποφέρει και να πεθάνει αβοήθητη. Και αν μια γυναίκα βιαστεί, όχι μόνο δεν βρίσκει ποτέ το δίκιο της (απαιτούνται πέντε αυτόπτες μάρτυρες, άντρες!) αλλά κινδυνεύει και να καταδικαστεί στη διά λιθοβολισμού θανάτωση, αν είχε την ατυχία, ανύπαντρη ούσα, να μείνει έγκυος. Σε διά λιθοβολισμού θάνατο και το έμβρυο!

.

.
Ευτυχώς ειπώθηκαν, μαζί με τα «Ναιμεναλλά» και σοβαρότερα πράγματα, υγιείς αντιδράσεις, ταυτόχρονες. Σημειώνω εκείνες της Ελένης Καραΐνδρου, του Αλέκου Φασιανού και ιδίως την παρέμβαση του Ριχάρδου Σωμερίτη, ο οποίος καταδίκασε ακριβώς τη μεσοβέζικη στάση του ναι μεν… Και υπήρξαν, στο ίδιο φύλλο της εφημερίδες και αλλού, σοβαρές αναλύσεις και εύστοχες παρατηρήσεις.

Μεταξύ αυτών των τελευταίων, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, στην τακτική επιφυλλίδα του, που δεν είναι ποτέ αδιάφορη, δίνει αποστομωτική απάντηση σ’ εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, για το μίσος τους κατά του δυτικού πολιτισμού. Σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς, εξηγεί, έχουν διαπραχθεί εγκλήματα, και φέρνει το παράδειγμα της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ. «Η Αθήνα εκείνη μας κληροδότησε έναν πολιτισμό που υπερβαίνει τα εγκλήματά της, μεταξύ άλλων επειδή οι αξίες του μας κάνουν να τα αναγνωρίζουμε ως εγκλήματα και να τα καταδικάζουμε». Η Δύση, συνεχίζει ο Δ. Κούρτοβικ, έχει εγκληματήσει και κατά του εαυτού της, με τις ενοχές της και τη σχετικοποίηση των αξιών της στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, με την ανοχή της απέναντι στην προπαγάνδα του μίσους, μέσα στην όλη στρέβλωση των αξιών, όπου το αγαθό της ελευθερίας εκφυλίζεται σε δικαιωματισμό!

Υπάρχει «ισλαμοφασισμός»; Μπορεί να χαρακτηριστεί με αυτό το θρησκευτικό-πολιτικό συνθετικό ο θρησκευτικός φανατισμός και ο τρομοκρατικός του βραχίονας; Δεν εκφράζεται ομοφωνία στο θέμα αυτό. Ενστάσεις προβάλλουν και σοβαρότατοι σχολιαστές, στη Γαλλία, ο Μαρσέλ Γκοσέ.

Θεωρώ ανύπαρκτες τις θεωρητικές επιφυλάξεις και θα επιμείνω στον όρο. Υπενθυμίζω ότι και οι δυο μεγάλοι ολοκληρωτισμοί του περασμένου αιώνα, και ο Ναζισμός και ο Σταλινισμός, είχαν έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, φαντασιακή διάσταση, τελετουργίες, συνθήματα, παρορμήσεις έξω από τις λογικές κατηγορίες και τη γνώση, όπως οι θρησκείες. Οι θεωρίες του αίματος και της ράτσας ήταν αντιεπιστημονικές, έκαναν επίκληση στο υπερβατικό, στον τρόμο, στο άσπρο/μαύρο, στη διαβολοποίηση της Δημοκρατίας και των δυτικών αξιών. Και οι δυο ολοκληρωτισμοί είχαν μεσσιανικό περιεχόμενο και ύφος και οι δυο επαγγέλλονταν τη δημιουργία του «νέου ανθρώπου». Άλλωστε ο τζιχαντισμός ανακηρύσσεται σε κρατική οντότητα, ελέγχει μεγάλες περιοχές και επιδιώκει την παγκόσμια επικράτηση. Ως τέτοια πολιτική οντότητα, και όχι μόνο θρησκευτική, κήρυξε τον πόλεμο στη Δύση.
________________
* Η λέξη οφείλεται στον αρθρογράφο της σελ.2 της «Καθημερινής» Στέφανο Κασιμάτη (Φαληρέα), τη βρίσκω απόλυτα ταιριαστή.
**Ας σημειωθεί ότι το αρχικό Χαλιφάτο το είχαν διαλύσει οι Μογγόλοι τον 13ο αιώνα. Στους επόμενους αιώνες υπήρξαν ένα σωρό αντίπαλα Χαλιφάτα αλληλομισούμενα, με τελευταίο αυτό των Οθωμανών σουλτάνων, που το διέλυσε ο Κεμάλ το 1924. Οικογενειακή υπόθεση..

Πίνακες: Brett Lethbridge

 

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το ιερό δοχείο

 Είναι σαν να πήρα τη θέση σου, σαν να έζησα εγώ, για να πεθάνεις εσύ.

Ελπίζω να ζεις, Εμζάρα μου, ο Θεός να είδε πόσο ενάρετη είσαι και να μας λυπήθηκε όλους και ειδικά εσένα. Να ψήλωσε το δέντρο σου, τόσο που να έφτασε στον ουρανό και η βροχή να κύλησε πάνω σου και να σε έκανε άφθαρτη και λαμπερή. Και να αναδύθηκες μέσα από τα πέπλα σου καινούργια. Είμαι αποφασισμένη να μιλήσω για σένα με τον Νώε απόψε, όταν θα έρθει η ώρα για το ιερό μας έργο, για τη γονιμοποίηση.

Είσαι το ιερό μου δοχείο, μου λέει ο Νώε και θέλει να του κάνω διάφορα πράγματα εκεί κάτω. Μερικές φορές αηδιάζω, ο Θεός να με συγχωρήσει. Μια φορά δεν μπόρεσα να κρατηθώ κι έκανα εμετό στο κρεβάτι. Τότε ο Νώε με έπιασε από τα μαλλιά και με ανέβασε στο κατάστρωμα, πρώτα να πλυθείς ολόκληρη, μου είπε, στη βροχή και μετά να ξαναέρθεις στο κρεβάτι μας. Σήκωσε και την Αντατανέσε που είναι μικρότερη και την έβαλε να καθαρίσει το χώρο. Θα του μιλήσω όμως το βράδυ. Για σένα.

Εμζάρα, είναι αργά το βράδυ. Γλιστρώ κρυφά με έναν πάπυρο, ένα φτερό κοιμισμένου περιστεριού και ένα δοχείο με πορφυρή βαφή από τα λουλούδια, για να σου γράψω. Κάθομαι κοντά στη φωτιά, γράφω με το αμυδρό της φως, στο κέντρο της Κιβωτού. Απόψε ο Νώε ήταν πολύ καταδεκτικός μαζί μου. Πολύ στοργικός. Μου χάιδεψε το μάγουλο. Κάποια πράγματα είναι πολύ μεγάλα, μου λέει, για να χωρέσουν στο στενό μυαλό μιας γυναίκας. Αλλά θα προσπαθήσει να μου εξηγήσει.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το ιερό δοχείο, σελ. 15-16, Εκδόσεις Θίνες, 2015

Φωτό: Rita Bernsein