Απ’ όλους τους μύθους είναι γνωστό,
Προσφέρεται πάντοτε μια ελκυστική αλήθεια
Που αρχίζει την κρυφή ζωή της σαν μεταξοσκώληκας
Σα μουσική ιδέα αν θέλετε
Που ξετυλίγεται αργά στη σκέψη και στο αίμα
Σβήνει μια μια τις φωνές που αντιστέκονται
Δίνει υπόσταση και νόημα στο όραμα
Τρέφει κατάλληλα και συντηρεί το θαύμα
Στο τέλος μεθυσμένη απ’ τη δύναμή της
Γίνεται απρόσεχτη, δεν βλέπει τις παγίδες
Βρίσκει μια πόρτα ανοιχτή
Κι ανύποπτη χώνεται
Σ’ ένα μοναχικό δωμάτιο :
Eκεί, χαμένη κι αβοήθητη,
Πεθαίνει κάποτε από αμφιβολία
Από τη συλλογή To παιχνίδι της επαφής, 1973, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994
Τώρα ο καθένας
ας απλώσει τη δική του θάλασσα
άλλη θάλασσα ας μην περιμένει
τώρα ο καθένας
ας ανοίξει τους δικούς του ασκούς
άλλος άνεμος δεν θα υπάρξει
και πια τι να τις κάνουμε τις σάλπιγγες
τώρα που ο πόλεμος τέλειωσε.
Από τη συλλογή Κλειστή θάλασσα, 1979, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994
Χυμάει το καλοκαίρι απ’ τους φωταγωγούς με τα μαλλιά του φλόγες
τις μέσα φλόγες πολεμούν
ξεριζωμένες θύελλες απ’ άγνωστες πηγές εσύ
μού ’δειχνες τον ευκάλυπτο πράσινο γένι ανέμιζε
με τα τζιτζίκια του Ιλισού σκαρφαλωμένα στ’ όνειρο
κι έτριζε στο λαρύγγι τους το αίμα της φωτιάς.
Βαθύ ποτάμι ο άνεμος σε διάφανο κισσό μας παίρνει
εσένα ανέμη της σιωπής –
ξετύλιξες τα ρίγη μου στο στρόβιλο των ήλιων.
Κι ορμάει με τα χαράματα κόκκινος ταύρος έρωτας
τα φώτα κατασπάραζε
άλλο θηρίο ο θάνατος βγάζει μελάνι απ’ τις μύτες.
Τότε ο μαύρος ασκητής με τον καπνό
ανέβαινε
ασώματος χωρίς χυμούς τον θέλει η βίβλος τ’ ουρανού.
Μια πεταλούδα να ’μουνα! Έλεγες στο νερόλακκο
βλέποντας μέσα το παιδί με το καράβι του πνιγμένο…
Τρέξαν τα μάτια σου πουλιά στα βράχια της Ακρόπολης
κι οι Παρθενώνες μέσα σου λιώσαν το χρόνο σ’ όνειρο.
Μη μου μοιράσεις άλλη νύχτα.
Κοιτάζω πίσω απ’ τα μαλλιά σου βλέπω
το πρόσωπό σου βροχερό σ’ ένα πικρό φθινόπωρο.
Πώς τρέμεις
που κρούει αόρατος σεισμός την καταιγίδα∙ να ’μαι
στο φύλλωμά της πίνω δηλητήρια —
ένα σκουλήκι σκοτεινό οραματίζομαι το φως.
Κωστής Παπακόγκος, Νότος, Η αυγή κι εσύ ξυπόλυτες (Kυκλώνας), σελ. 46, (μ’ ένα γράμμα του Ν. Δ. Καρούζου),
Και τελικά το φως θα μείνει σβηστό
Θυσία στην ανημπόρια της αίσθησης
Μάστιγα κατάντησε αυτή η όραση
Μονοδιάστατη προβολή
Χάθηκαν ακόμα και οι όγκοι της φωνής μες στο σκοτάδι
Λαμπτήρας θαμπός δείχνει την έξοδο
Όποιος έχει μάτια βλέπει
Μίλα να βρω το δρόμο
Σ΄ ακούω σαν πλοηγό
Υποβολέα στο έργο που τα λόγια του μόλις έμαθα
Δεν ξέρω πώς ν’ αρχίσω
Διάλυσε τις σκιές που με συντρίβουν
Αντίτιμο εισιτηρίου δεν έχω
Όταν και ο τελευταίος των πλανημένων φύγει
Εσύ, μίλα μου
Θα μείνουμε εμείς
Φιγούρες γυμνές
Σε αίθουσα κλειστή
Περιμένοντας
Ίσως
Μια επόμενη αυλαία
.
Μαρία Κουλούρη, Θέατρο Σκιών, από τη συλλογή Μουσείο Άδειο, Εκδόσεις Μελάνι, 2013
Αλβανοί χορεύοντες σκέπτονται να στρέψουν προς νέες διευθύνσεις τις ενέργειές τους, εις τρόπον ώστε τα παιδιά να μην καταλάβουν τίποτες από τις πικρίες και τα απογοητεύσεις της ζωής. Ν α μ η ν κ α τ α λά β ο υ ν τ ί π ο τ ε ς π ρ ι ν α π ό τ ο ν κ α ι ρ ό τ ο υ ς. Πάντως οι σκέψεις αυτών των Αλβανών δεν περνούν πέρα από τους σκαρμούς των παραθύρων. Κι αυτό διότι Ιταλός τις, ακούων εις το όνομα Γουλιέλμος Τσίτζης, και επαγγελλόμενος τον επιδιορθωτήν πνευστών οργάνων, προσπαθεί να εξαπατήσει τους μελλονύμφους, εφαρμόζων σε παλαιού συστήματος ραπτομηχανή Σίγγερ τέσσερα χουνιά, εκ των οποίων τα δύο γυάλινα και τ’ άλλα δύο καμωμένα από ένα οποιοδήποτε μέταλλο. Να μην ταραχθή κανείς: η εικών αύτη είναι η μόνη που εβοήθησε τον αποθανόντα αόμματο φαροφύλακα να ανακαλύψη το μυστικό του φρέατος.
.
II
(περί ανέμων και υδάτων)
Αιωνία η μνήμη του ευγενεστάτου Οθωμανού Αλή Χαντζάρ εφένδη, ποτέ ανωτάτου υπαλλήλου της Αυτοκρατορίας, όστις μεγάλως ευεργέτησε την ανθρωπότητα, βοηθούμενος από Ιταλόν τινά, Γουλιέλμο Τσίτζη λεγάμενο. Αυτής άλλωστε της γνώμης είναι και η κυρία Άρτεμις. Της «κυρία Άρτεμις» η βεβαίωσις γαληνεύει τις ανήσυχες ψυχές και συνεισφέρει μεγάλως εις την προσπάθειαν γάλλων ποιητών του XVI αιώνος να συμπήξουν νέαν σχολήν υπό την επωνυμίαν «Πλειάδα». Άλλωστε κανείς εξ υμών δεν λησμονεί ότι ο μοναχός Σβαρτς ανεκάλυψε την πυρίτιδα. Και έτζι διά τα άλλα…
Νίκος Εγγονόπουλος, Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938
Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω την πραγματικότητα,
τους λέω — εγώ έχω τ’ όνειρο»
ίσως γι’ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λεπτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετισμός.
Τάσος Λειβαδίτης, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, σελ. 116, Εκδόσεις Κέδρος, 1990