RSS

Monthly Archives: April 2014

Έμιλυ Ντίκινσον, J 1263/ Fr 1286

Katy Sullivan (8)

.

There is no Frigate like a Book
To take us Lands away
Nor any Coursers like a Page
Of prancing Poetry –
This Travel may the poorest take
Without oppress of Toll –
How frugal is the Chariot
That bears the Human Soul –

Φρεγάτα όπως το Βιβλίο δεν υπάρχει
Για να μας πάει σε Μέρη μακρινά
Ούτε άλογο Δρομέας σαν τη γεμάτη
Σελίδα Ποίησης που όλο αναπηδά –
Τέτοιο Ταξίδι κι ο φτωχότερος θα κάνει
Άλλα Διόδια δεν θα περάσει στα κρυφά –
Πόσο λιτό είν’ αυτό το Άρμα – κουβαλάει
Του Ανθρώπου την ψυχή – με σιγουριά –

 Έμιλυ Ντίκινσον, Ποιήματα, J 1263/ Fr 1286, Μτφρ.: Μαρία Δαμολή, Εκδόσεις Γιαλός, 2011

Πίνακας: Katy Sullivan

.

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Η τιμή τιμή δεν έχει (To Bήμα) και ένα σχόλιο

 lindsey-carr-21.jpgΗ άρνησή μου να δεχθώ ένα κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής (ενδογλωσσικής) Μετάφρασης, για «λόγους προσωπικού γούστου και αυτοσεβασμού», όπως τόνισα, δημιούργησε αντιδράσεις πολλές και ποικίλες. Από τη μια η άρνησή μου επιδοκιμάστηκε από εκατοντάδες ανώνυμους αναγνώστες και επώνυμα σχόλια σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από την άλλη ψευδώνυμοι σχολιαστές με κατηγόρησαν ως «ψώνιο», «καβαλιμένο καλάμι» κλπ. Δημοκρατία έχουμε και όλοι μας μπορούμε (και μάλιστα επιβάλλεται) να έχουμε άποψη για όλους και για όλα. Επειδή, όμως, εκ των πραγμάτων επανήλθε στην επικαιρότητα (άκομψα, ίσως) η παμπάλαια και πολυσυζημένη ιστορία των δικών μας κρατικών βραβείων (αφήνω το Νόμπελ για τους ενδιαφερόμενους), ας μου επιτραπούν κάποιες διευκρινίσεις.


1ον. Η άρνησή μου να δεχθώ το βραβείο δεν σχετίζεται με την αξία όσων βραβεύθηκαν και συν-βραβεύτηκαν. Συγχαίρω όλους και όλες από καρδιάς και ειδικότερα τον κ. Λίνο Μπενάκη.

2ον. Ούτε εύκολο είναι, ούτε και ευχάριστο να αποποιείται κάποιος μια βράβευση. Ας το δοκιμάσουν οι επικριτές μου, όταν έρθει η ώρα τους, και θα καταλάβουν.

lindsey-carr-11.jpg3ον. Η άρνησή μου δείχνει αντιπάθεια («προσωπικό γούστο») στη δημοσιοϋπαλληλική ευθυνοφοβία ανθρώπων που έχουν επιλεγεί (από ποιους άραγε;) να κρίνουν έργα για τα οποία είναι ολωσδιόλου αναρμόδιοι. Να εξηγηθώ: ενώ το σκεπτικό για τις βραβεύσεις των διαγλωσσικών μεταφράσεων είναι επαρκές, σαφές και αρκετά αιτιολογημένο, το αντίστοιχο σκεπτικό για τις ενδογλωσσικές μεταφράσεις απλώς ψελλίζει κάποιες γενικότητες, δείγμα αμηχανίας και άγνοιας. Γράφουν, λ.χ., οι μεταφράσεις «αποδίδουν το ύφος και τα νοήματα των πρωτοτύπων σε γλώσσα φιλολογική – λογοτεχνική και με τρόπο εύληπτο» (sic). Πολύ θα χαιρόμουν να μας έδινε κάποιος/α ένα – δυο παραδείγματα να εννοήσουμε και εμείς πώς το ύφος (!) και τα νοήματα του πρωτοτύπου αποδίδονται τόσο ωραία σε γλώσσα «φιλολογική – λογοτεχνική»! Το χειρότερο: αυτή η φράση προσβάλλει και τους τέσσερεις συνυποψήφιους, επειδή προβάλλει ένα αναξιόπιστο εφεύρημα. Γιατί ο κ. Μπενάκης και εγώ έχουμε αυτή τη χάρη και δεν την έχει η κυρία Κούκη ή ο κ. Στεφανόπουλος; Αρνούμενος λοιπόν να βραβευτώ από καλοπροαίρετους, πλην άσχετους ανθρώπους, όσον αφορά την αρχαία ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, κάνω το αυτονόητο: καταγγέλλω αυτά που περιέγραψα και μαζί την παντελή ασχετοσύνη του (λεγόμενου) Υπουργείου Πολιτισμού.

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=590523#.U15Spd5jibA.facebook

Lindsey Carr  (17)

Σχόλιο: Μην την «πέφτετε» στον Γιώργη, που αρνήθηκε το βραβείο. Εμείς τον ξέρουμε από κοντά και ως Δάσκαλο και ως Άνθρωπο. Όχι μόνον «ψώνιο» δεν είναι, για όσους τον γνωρίζουμε, αλλά έχει την απλότητα, την αμεσότητα και την ευαισθησία του ανθρώπου που έργω και λόγω έχει αφιερώσει τη ζωή του στα Γράμματα. O Γιώργης έχει μια σπάνια και ζηλευτή αυθεντικότητα, σημείο αναφοράς! Δεν είναι τυχαίο ότι οι φοιτητές του τον θαυμάζουν, τον αγαπούν και τον θυμούνται ως μία ιδιαίτερη περίπτωση Δασκάλου! Μόνον και μόνον το ότι ασχολήθηκε με τον Εμπειρίκο, ενασχόληση που αντίκειται στα συμβατικά, άνοστα και συντηρητικά ακαδημαϊκά, είναι δηλωτικό της κουλτούρας και της επιθυμίας του. Ξέρει τι λέει, λοιπόν, ο άνθρωπος.

Lindsey Carr  (12)Είδαμε, επίσης, εμείς οι μη διαπλεκόμενοι και πτωχοί τω πνεύματι, τα φετινά κρατικά και ιδίως το σκεπτικό βράβευσης στην πεζογραφία και στην ποίηση (τύφλα να ’χει o Bιτγκενστάιν και η Αισθητική!) και φτιάξαμε, εκεί που πίναμε καφεδάκια, και ανέκδοτα. Ούτε ταραχτήκαμε ούτε θυμώσαμε δηλαδή καθόλου! Μετά πήγαμε και για clubing…  Συνεπώς, αποφαινόμεθα μετά χιουμοριστικής και ελαφράς διαθέσεως, διότι έχομε τα χαράτσια και δεν δυνάμεθα άλλα βάρη εις τους ώμους μας.

Τι λέγαμε;  Α… O Γιώργης έχει πάρει κι άλλα βραβεία, που λέτε για να λέτε, προσωπικά θα μείνω στο πρώτο: 1962: Β’ Βραβείο Πανσπουδαστικής Ποίησης με κριτές τον Ο. Ελύτη, τον Γ. Ρίτσο και τον Ν. Βρεττάκο. Αείμνηστοι! Συμφωνούμε ή διαφωνούμε; Μην μπλέξουμε τα κομματικά μόνον, δεν θα βγάλουμε άκρη… Θα τσακωθούμε, κι έρχονται κι εκλογές!

Πώς να το κάνουμε τώρα; Αφού δεν έχεις καταλάβει, όσο καλοπροαίρετος κι αν είσαι, τι κάνει ο άνθρωπος επακριβώς και δεν μπορείς να το ορίσεις «επισήμως» και με όρους που να ανάγονται στον τομέα τον οποίο σχολιάζεις, διότι δεν έχεις τα ανάλογα εργαλεία, το «δωράκι» είναι σαν να μην του απευθύνεται, οπότε δεν το παίρνει, διότι δεν τον αφορά. Είναι θέμα αισθητικής, και ειδικά όταν αναφερόμαστε στη γλώσσα. Πάρα πολύ απλό! Δεν είναι δυνατόν να προσεγγίζουμε την Αισθητική άνευ αισθητικής!

Δύσκολο, ε;

Καθείς και η δική του οπτική στα της Αισθητικής, φίλοι και εχθροί μου (κυρίως, εχθροί μου), αλλά οι έννοιες αυτές είναι λεπτές και δύσβατες, και διόλου «εύληπτες» (από ποιον;)! Εξαιρετικό κριτήριο Αισθητικής αυτό! Αν δεν το καταλάβει ο Τούλης, το έργο χάνει, είναι «κακό»…  Μπρε, πάτε στον Κάφκα, χωρίς να έχετε εξαντλήσει στο Γυμνάσιο τον Μυριβήλη; Μπρε, ίσα κι όμοια όλα… έχει ανηφόρα η ζωή! Πάντως, εγώ τα λέω απλά τώρα, νια νια… κρέμα για άμεση κατάποση. Να πάρω βραβείο χρονογραφήματος, γιατί όχι;

Lindsey Carr 21Πάντως, δοθείσης ευκαιρίας, προτείνω να καταργηθούν τα κρατικά, είναι ψυχοφθόρα κι εφαλτήριο δηλητηριασμένων αποφάνσεων. Δες τι σάλος έγινε, πόσοι άνθρωποι θύμωσαν, πόσοι πικράθηκαν, πόσοι λογομάχησαν, τι κατάρες πέσανε… Δραματικά πράγματα!  Έτσι κι αλλιώς διαλυμένο είναι το Ελλαδιστάν… το κρατικό ανήκει σε κράτος… οι ενδιαφερόμενοι είναι πιο συνετό να κατευθυνθούν στο Νόμπελ. Άλλη αύρα, άλλο κύρος! Ψέματα; Βάζεις και σμόκιν, βάζεις τουαλέτα, έχει έναν άλλον αέρα η εμφάνιση. Στα κρατικά πώς πας και εν μέσω κρίσης; Μπορεί να μην έχεις ν’ αγοράσεις παντελόνι, και να είσαι με το τριμμένο… πώς θα πας; Είναι θέμα στοιχειώδους αξιοπρέπειας. Δεν είναι;

Oι εχθροί του Γιώργη μπορεί να πουν, επιπλέον, ότι αρνήθηκε το βραβείο, επειδή έχει φωτό στο Βήμα με ναυτικό τι σερτ και μπουκλωτά μαλλιά και αρνείται να «μεγαλώσει»: δεν είναι αστείο, κάποιος σχολιαστής σε ποστ στο Βήμα, το είχε πει. Έτσι τον έκρινε και τον απέρριψε σε άλλη κατάσταση διαφωνίας! O Γιώργης έχει και μηχανάκι επίσης… που πας με αυτά στο κρατικό; Αυτό απορώ πώς παρελείφθη ως σοβαρό επιχείρημα!

Πας, λοιπόν, με τα χίλια και με Φεράρι στο Νόμπελ, όχι με μηχανάκι, και αναμετριέσαι με έναν Μάρκες, μια Γιέλινεκ, έναν Έλιοτ… και θα σου πει μπράβο και η γειτόνισσα, όπως τότε που είχε πάρει ο Ελύτης το Νόμπελ, και μια κυρία χάρηκε, διότι βραβεύτηκαν οι φρυγανιές Elite! Ονειρεμένο το σενάριο! Δεν θυμάμαι και ποιος έχει πει, σπουδαίος πάντως, ότι αυτό το βιβλίο είναι πάρα πολύ καλό, παρά το γεγονός ότι έχει πάρει βραβείο! H αλήθεια είναι ότι έχουν πάρει και κάποιοι άνθρωποι που πράγματι το αξίζουν κρατικό βραβείο, προφανώς κατά λάθος! Έτσι είναι, ζουζουνάκια μου!

Έλα, φιλάκια τώρα, να τελειώνουμε αγαπησιάρικα!

Πίνακες: Lindsey Carr

.

.

 

 

 

Γεώργιος Σουρής, Μια κυρά την τρώει λύπη…

.

.

Μια κυρά την τρώει λύπη
για τον άντρα της που λείπει.

Και της έλεγαν πολλές:
Γιατί μόνη σου να κλαις,
πούχεις μάγουλο σαν μήλο
και δεν βρίσκεις κι έναν φίλο
τον καημό σου να του λες:

Λύπη που μοιράζεται
κάπως μετριάζεται.

Άκουσε και με το χρόνο
βρήκε σύντροφο στον πόνο
κι είχανε κι οι δυο τους λύπη
για τον άνδρα της που λείπει.

Η ελληνική ποίηση, Ανθολογία Β. Βασιλικού, Εκδόσεις Ντουντουμής

Πίνακας: Fernando Botero

.

 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων

 

Δεν είχε γλιτωμό κι αποσταμό αληθινά ποτέ της, αφού οι πεθαμένοι της επέστρεφαν συχνά και την ταράζανε. Ακόμα κι ο ύπνος δεν ήταν καταφυγή για κείνην. Κι αν ένιωθε στο ξύπνιο τα άλλοτε τη μυρωδιά τους κι άλλοτε το βλέμμα τους κι αν στιγμές τρόμαζε από μιαν αίσθηση φευγαλέα κάποιου χαδιού, ενός αγγίγματος ανεπαίσθητου από το πουθενά κι αν άκουγε μέσα στην ησυχία να ψιθυρίζουν τ’ όνομά της κι αν ήταν έτσι οι μέρες της φοβισμένες μ’ αιφνίδια ενοχλήματα από τον κόσμο των πνευμάτων, όταν έκλεινε τα μάτια της έρχονταν τότε απροειδοποίητα σαν ζωντανοί οι νεκροί γονείς της κι άλλοτε ο αδερφός της σαν αληθινός κι όχι σαν πλάσμα ονείρου.

Τους έβλεπε ότι γύριζαν λες κι ήταν ο θάνατός τους μια δύσκολη αρρώστια που πέρασε πια και περπατούσαν πάλι όπως παλιά στο σπίτι, τριγύριζαν στα δωμάτιά τους, με σάρκα και οστά ξανά ενδεδυμένοι. Καθόταν ο πατέρας της αποστεωμένος στην κεφαλή του τραπεζιού, μάσαγε αργά αργά λίγο φαγάκι και κοίταγε την κόρη του με λυπημένα μάτια. Ο αδερφός της ένιβε από τα χώματα της ταφής το νιο του πρόσωπο κι απ’ το τρεχούμενο νερό έπινε κι έσβηνε τη δίψα που τον στέγνωνε για χρόνια. Κι η μάνα της συνήθως ερχόταν κι αναπαυόταν στη θέση που αγάπαγε κι έπιανε ν’ αποσώνει ένα εργόχειρο.

Κι απ’ όσα κληρονόμησε πολλά τα ξεπούλησε. Στην αρχή από τ’ αντικείμενα όσα της φορτώνονταν δεμένα με τις μνήμες τους κι έπειτα τα καμπίσια κτήματά τους. Τα ξεφορτώθηκε ασυλλόγιστα λες και της έφταιγαν αυτά, λες κι ήταν δικό τους βάρος κι όχι των θανάτων πάνω στο στήθος της και στη ζωή της. Κάποια πράγματα τα χάρισε, τα πιο πολλά όμως τα πούλησε όσο όσο σε πονηρούς παλαιοπώλες, ανθρώπους που μυρίζονται το θάνατο κι όμοια με όρνια μαζεύονται τριγύρω. Κειμήλια προγονικά, το αυτοκίνητο του αδερφού της πρώτα κι έπειτα τα ρούχα του, την ακριβή τους τραπεζαρία, από την προίκα της δυο σεντούκια γεμάτα υφάσματα και κεντίδια, όλα μεταξωτά και λινά, το μεγάλο μπρούντζινο φωτιστικό που δεν έλαμψε ποτέ σε γιορτή παρά μονάχα σε κηδείες. Κι έτσι από τη μια μέρα στην άλλη άδειασε σχεδόν το σπίτι από την ψυχή του και ντύθηκε το νοσηρό, το νοερό και το προσωρινό η καθημερινότητά τους.

.

Siafakas 4.

Απόσταζαν το λοιπόν οι μέρες τούτης της δύσκολης ζωής στο δοχείο της ψυχής της, μα ήτανε και το σώμα της, κι ας το ’χε αποτάξει. Όταν υπερτερούσε η όρεξη της σάρκας κι όταν τράβαγε από μόνο του κατά τη γυναικεία φύση του, εκείνη δεν είχε εξουσία πάνω του καμιά κι ούτε μπόραγε να τ’ αγνοήσει. Είναι ασύμβατος ο πυρετός της σάρκας με την αναπηρία της ψυχής. Κι είναι ανεξέλεγκτες οι ορμόνες που ορίζουν τις πράξεις του σώματος, όμοιες σε κάθε σώμα, όταν παραδέρνει ακυβέρνητο δίχως τη δύναμη της ψυχής του μες στην αντάρα, μες στην ασχήμια και την ομορφιά των ζωικών του ορμών. Κι η Ερημιά ποτέ της δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε τούτον τον κανόνα.

Άφηνε συχνά στην άκρη την άρνηση της ψυχής της, δίχως δύναμη ν’ αντιταχθεί και δίχως καθόλου αιδώ, για χάρη του κορμιού της, Ξάπλωνε γυμνή, άνοιγε τα πόδια της και χαϊδευόταν. Άναβε, κοντανάσαινε και στέναζε μόνη της με τα δικά της χάδια μέχρι που σπάραζε σύγκορμη κι ύστερα, όταν χανόταν τούτη η σύντομη χαρά, αντί να γαληνέψει, γέμιζε τύψεις, ντροπή και αηδία και γύριζε γρήγορα στην άγρια πραγματικότητά της. Κι όταν κάποτε βαριόταν τον εαυτό της και για καιρό ο κορεσμός την κράταγε σε αποχή ακόμα κι αυτό το λίγο, τότε έρχονταν στον ύπνο της φανταστικοί άντρες, τη βίαζαν, έπεφτε εκείνη πάνω τους και τους απομυζούσε. Άλλοτε πάλι η έλλειψη ζάλιζε το μυαλό της, χαλούσε το στομάχι της, μα λάβδανο δεν τη γιάτρευε. Έκλαιγε πολλές φορές κι αλάφρωμα δεν είχε. Πλενόταν αδιάλειπτα μήπως καταλαγιάσει το καύμα του κόλπου της κι όχι σπάνια λιποθυμούσε μες στο άδειο σπίτι. Πιο κοντά στους πεθαμένους απ’ ό,τι στους ανθρώπους, συζούσε φιλιωμένη με τα φαντάσματα και τις σκιές κι ούτε να το διανοηθεί πως θα μπορούσε να βρεθεί με αληθινό άντρα. Είχε σφηνωθεί μες στο μυαλό της πως μόλις τολμούσε να βάλει κάποιον άλλο εκτός από το θάνατο στο πλευρό της, ο θάνατος θα τη ζήλευε και θα της τον έπαιρνε από κοντά της. Με τέτοια ζωή έφτασε στα σαράντα, τα πάτησε και την πάτησαν βαριά κι εκείνα. Ώσπου μια μέρα σκίρτησε μέσα της απρόσμενα το ακίνητο, ορθώθηκε ανήμερο θηρίο ο έρωτας κι έφεξε στη μεγάλη της νύχτα το φως του άντρα που, σαν να ήτανε γραφτό, βρέθηκε εμπρός της. Ήρθε την ίδια ώρα που εκείνη ήταν πια έρμαιο των παθών της και δεν είχε άλλη επιλογή εκτός από το να παραδώσει δίχως όρους τη δύσθυμη ψυχή της στην εξουσία του έρωτα και στη δύναμη του κορμιού της. 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων, σελ. 26-30, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007

Πίνακες: Kώστας Σιαφάκας

http://www.kostassiafakas.com/

.

.

 

Χρύσα Κεχαγιά, Η Γεννημένη

Daria Petrilli 4Γεννημένη σε μήνα λειψό, δίσεκτου χρόνου, με ανολοκλήρωτο ακόμη το τετραγωνισμένο σχήμα της, με τις γωνιές γερμένες προς τα μέσα, όμοιες ράμφη ορνέων, να μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στη σάρκα της την απαλή.

Έμαθε στα δύσβατα του νου τα μονοπάτια να γυρνά, κι άλλες όρθια φορές, κι άλλες στα τέσσερα, καθώς δεν ήξερε να περπατά ακόμη, το δέρμα γδέρνοντας από τα γόνατα της τα μαλακά, σα να συρθεί ανάμεσα στα βάτα του, που προσπαθούσε να φτάσει θέλοντας σε μιαν αρχή ή σ’ ένα τέλος εκεί, τέλος πάντων, που το σκοτάδι αρχινούσε να τελειώνει.

Κόβει τότε σε μικρά κομμάτια ασύμμετρα του χρόνου την αδράνεια, και τα πετά στις Μοίρες, να τους προσφέρει θέλοντας σα σε θυσία κάτι, να τις γητεύσει να σταματήσουν κείνο που αιώνες τώρα γνέθαν, των ανθρώπων και το δικό της, να καθορίζουν τα ριζιά να μην αδέσποτα σκυλιά την εδαγκώνουν.

Τώρα της γλείφουν τα χέρια, η μια σε κουβάρι το κατακόκκινο θ’ αρχίσει να μαζεύει νήμα με τη μήτρα που εκατέρωθεν ενώνει, φόρεμα πανώριο θα το φτιάξει να το φορά τη γύμνια της να ντύσει, η άλλη τους κόμπους θα μαζεύει, και τα μικρά κλωστής κομμάτια, που όλο περισσεύουν, στης γης τα μήκη και τα πλάτη θα σκορπίσει, σπόρους, κρινάκια να βγουν και μη με λησμόνει, και η τρίτη, η πιο τρομερή απ’ όλες, αυτή που κόβει, αυτή που απαλλαγμένη τώρα απ’ το ρόλο της χορτάτη πια, αυτή θα την ορκίσει να συνεχίσει ως τα πέρα το ταξίδι μοναχική, παντοτινών απουσιών η ερωμένη.

Craftbook 2013, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013

Πίνακες: Daria Petrilli

 

Κ.Π. Καβάφης, Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου∙ ποιητού εν Κομμαγηνή∙595 μ.Χ.

Τό γήρασμα τοῦ σώματος καί τῆς μορφῆς μου
εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι.
Δέν ἔχω ἐγκαρτέρησι καμιά.
Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα·
νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καί Λόγῳ.

Εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι. ⎯
Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάμνουνε ⎯ για λίγο ⎯ νά μή νοιώθεται ἡ πληγή.

Πίνακας: Claudio Bravo

(1921)

 

.

 

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Γραφή και Ράμμα

Oι βασιλοπούλες έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στα ραφτόπουλα, έλεγε ο παππούς του Γιωργή, ο αρχιμάστορας των αφηγήσεων, εκείνος που γύρισε όλον τον κόσμο μέσα σε ένα και μοναδικό ταξίδι, τις διηγήσεις της μάμμης του. Του αφηγούνταν όταν του μάθαινε να πλέκει. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις έγινε.

Leigh KitchingΣτις βασιλοπούλες λοιπόν αρέσει να τ’ ακούν να τραγουδούν την ώρα που τους ράβουν τα φορέματα. Τα κάλλη, η ομορφιά της κοπέλας τρυπώνουν την ώρα που το πανί διπλώνει, στις βελονιές, στα κεντίδια και στις πτυχές του φορέματος, όταν κόβεται και ράβεται για να πάρει το σχήμα του σώματος. Το χρυσάφι και το μαργαριτάρι, το πλούμισμα φωτίζουν ακόμα περισσότερο τα θέλγητρά της, όταν το ρούχο είναι τραγουδισμένο.

Γι’ αυτό όλες οι βασιλοπούλες είναι όμορφες.

Ο μικρός Γιωργής σκεφτόταν πότε θά ’ρθει η σειρά του να πει το κόκκινη κλωστή δεμένη, και να γράψει κι αυτός την ιστορία της βασιλοπούλας που θα τον καλούσε δίχως ραφή και ράμμα.

Πίνακες: Leigh Kitching

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Γραφή και Ράμμα, σελ. 50, από τη συλλογή Το Αλφαβητάρι των Πουλιών, Εκδόσεις Εύμαρος 2014

,

,

 

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, H κλεψιά

Στη βρύση ήταν μαζεμένα τα παλληκάρια του χωριού. Ξεχώριζαν ο Αρμένης, γεροδεμένος επιστάτης, στο εργοστάσιο δούλευε. Ήταν και ο Αλέκος ο Σπάργιας, δυο μέτρα άντρας.
«Μπαξίσι, μπαξίσι!» φώναξαν όλα τα παλληκάρια.
Ο γαμπρός αιφνιδιάστηκε. Δεν ήταν δυνατόν να φύγει νύφη από το χωριό χωρίς μπαξίσι. Έπεσαν όμως σε σφιχτό γαμπρό και σέρτικο. Αρβανίτης, όνομα και πράμα. Όσο ήταν νοικοκυραίοι άλλο τόσο σφιχτοί ήταν.
«Δεν έχει μπαξίσι», είπε ο γαμπρός, και τράβηξε το γκέμι για να φύγει.
Οι νέοι μπήκαν μπροστά στο άλογο. Είχε μαζευτεί κόσμος. Οι ντόπιοι, γνωρίζοντας το έθιμο, πήγαν για τις διαπραγματεύσεις. Ο γαμπρός κρατούσε απάντηση το καμουτσίκι. Σφύριξε το καμουτσίκι, και έπεσε στη πλάτη του αλόγου. Χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δύο πόδια. Τα παλληκάρια το κρατούσαν γερά. Το καμουτσίκι ξανασηκώθηκε και αυλάκωσε το πρόσωπο του Αλέκου. Κατά λάθος, επίτηδες, δεν ξέρω, αλλά ο Αλέκος σκούπιζε το αίμα που ανάβλυζε από το πρόσωπο. Με ένα σάλτο ανέβηκε στο κάρο και κατέβασε τον γαμπρό. (Γάμος)

Το γλέντι και το κέφι αμείωτο. Ο Χατζής ήθελε να κάνει πρόποση. Έκανε να σηκωθεί, μα παραπάτησε. Το κρασί χύθηκε όλο στο γαμπριάτικο κουστούμι.
«Πρόσεχε, ρε μπατζανάκ, το γαμπριάτικο κουστούμι… αν δε μπορείς, να μη πίνεις». Ο Χατζής σηκώθηκε αμίλητος και προχώρησε προς το καφενείο.
«Έλα, βρε Χατζή, μη θυμώνεις!»
«Άσ’ τον να ξεθυμάνει, θα ξανάρθει!», φώναξε ο γαμπρός.
Σε λίγο η Αναστασία φώναξε «φωτιά, φωτιά!». Μπροστά από το καφενείο έβγαινε καπνός και ακουγόταν φασαρία. Έτρεξαν όλοι και βρέθηκαν σε ένα περίεργο θέαμα. Ο Χατζής είχε φύγει σιωπηλός, άνοιξε το καφενείο του, πήρε ένα πετόνι πετρέλαιο και βγήκε. Άνοιξε το γραμμόφωνο και έβαλε το τραγούδι «νε ολούρ». Το άνοιξε, τέρμα στο καλντερίμι στη παλιά βρύση, έβγαλε το καινούργιο του σακάκι, έβγαλε το παντελόνι του, έμεινε με το κοντοβράκι, έριξε απάνω πετρέλαιο και τα’ βαλε φωτιά. Οι φλόγες ξεπήδησαν και καπνός γέμισε τη γειτονιά. Κι αυτός μερακλωμένος, πειραγμένος, με το κοντοβράκι, έβαλε το «νε ολούρ» και χόρευε γύρω γύρω από το καμένο του κοστούμι. (Μετά τον γάμο)

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, «H κλεψιά», Διηγήματα, σελ. 19, σελ. 24, αποσπάσματα από τα διηγήματα Γάμος και Μετά τον γάμο,  Εκδόσεις Θερμαϊκός, 2014

.

GAMOS 5

.

.

 

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Η Γκέρτυ ήταν ντυμένη απλά, αλλά με τις ενστικτώδεις επιλογές μιας πιστής υπηκόου της Αυτής Μεγαλειότητας της Μόδας, επειδή είχε τη διαίσθηση ότι υπήρχε κάποια πιθανότητα να τον συναντήσει. Μια κομψή γαλάζια ελεκτρίκ μπλούζα με χρωματιστές βούλες (επειδή το περιοδικό Εικόνα της Γυναίκας προέβλεπε ότι φέτος θα φοριόταν αυτό το γαλάζιο ελεκτρίκ), μ’ ένα κοκέτικο άνοιγμα σε σχήμα V μέχρι το χώρισμα του στήθους και μια μικρή τσέπη για μαντιλάκι (όπου αυτή όμως, επειδή το μαντιλάκι χαλούσε τη γραμμή, έβαζε πάντα ένα κομμάτι βαμπάκι διαποτισμένο με το αγαπημένο της άρωμα) και μια φούστα, σκούρα γαλάζια, πολύ φαρδιά, άνετη στο περπάτημα, ανεδείκνυε τέλεια τη λεπτή κορμοστασιά της. Φορούσε ένα κοκέτικο καπελάκι από φαρδύ μαύρο ψαθί, στολισμένο μ’ ένα χτυπητό βελούδινο κορδόνι γαλάζιο, μ’ ένα φιόγκο στο πλάι στην ίδια απόχρωση. Όλη την περασμένη Τρίτη έψαχνε να βρει αυτό το ασορτί κορδόνι και τελικά το πέτυχε στου Κλέρυ, στις θερινές εκπτώσεις, ακριβώς όπως το ήθελε, λιγάκι ξεβαμμένο στο χρώμα, μα αυτό δεν φαινόταν διόλου εφτά δάκτυλα για δυο σελίνια και μία πέννα. Το είχε ταιριάξει μόνη της και τι χαρά ένιωσε όταν το δοκίμασε ύστερα, στο χαριτωμένο είδωλο που της παρουσίασε ο καθρέφτης! Kαι όταν το έβαλε στην κανάτα του λαβαμπό, για να εξαλείψει κάθε κίνδυνο να χάσει τη φόρμα του, σκέφτηκε ότι αυτό θα εξαφάνιζε το χαμόγελο από κάποιες φίλες της. Τα παπούτσια της ήταν η τελευταία λέξη της μόδας (η Ήντυ Μπόουρντμαν καυχιόταν ότι τα δικά της ήταν πάρα πολύ petite, όμως αυτή δεν είχε ένα πόδι σαν της Γκέρτυ ΜακΝτάουελλ, τριάντα πέντε νούμερο, ασ’ την να κοκορεύεται), καλογυαλισμένα, και με μιαν αγκράφα πάνω από την ψηλή καμάρα του ποδιού. Οι τορνευτοί αστράγαλοί της έδειχναν τις τέλειες αναλογίες τους κάτω από τη φούστα της και από τις καλοσχηματισμένες γάμπες της, που ήταν ντυμένες με ωραίες κάλτσες μ’ ενισχυμένες φτέρνα και δάχτυλα, δεν έβλεπες παρά μόνον όσο έπρεπε να δεις, τίποτα περισσότερο.

Όσο για τα εσώρουχα, αυτά ήταν η μεγαλύτερη έγνοια της Γκέρτυ και, για όσους γνωρίζουν τις διακυμαινόμενες ελπίδες και τους γλυκούς φόβους των δεκαεφτά ετών (αν και η Γκέρτυ είχε περάσει πια τα δεκαεφτά), ποιος μπορούσε να την κατηγορήσει γι’ αυτό; Eίχε τέσσερις κομψές αλλαξιές, με ωραιότατα γαζιά, τρεις ρόμπες και νυχτικιές έξτρα, και η κάθε αλλαξιά με κορδέλες διαφορετικού χρώματος, ροζ παλ, μπλε σιελ, μωβ, φιστικί, και τις στέγνωνε μόνη της και τις λουλάκιαζε, όταν τις έπαιρνε από το πλυντήριο, και τις σιδέρωνε και είχε ένα τούβλο για ν’ ακουμπάει το σίδερο, επειδή δεν μπορούσε να εμπιστευτεί εκείνες τις πλύστρες, έτσι που της είχε δει να σακατεύουν τα ασπρόρουχα. Σήμερα είχε βάλει τη γαλάζια αλλαξιά, για γούρι, με την ελπίδα ότι, παρ’ όλους τους κακούς οιωνούς, το δικό της το χρώμα είναι και το χρώμα που φέρνει τύχη στη νύφη, που πρέπει οπωσδήποτε να φοράει κάτι γαλάζιο πάνω της, επειδή η πράσινη αλλαξιά που φορούσε πριν από μία εβδομάδα τής έφερε λύπη, γιατί ο πατέρας του τον είχε κλείσει στο δωμάτιό του για να διαβάσει για την υποτροφία, και αυτή σκέφτηκε ότι εκείνος ίσως θα έβγαινε σήμερα, γιατί καθώς ντυνόταν το πρωί παρά λίγο να βάλει τη φορεμένη κυλότα της ανάποδα, κι αυτό σημαίνει καλοτυχία και συνάντηση με τον αγαπημένο σου, αν τη φορούσες ανάποδα και εφόσον, βέβαια, δεν είναι Παρασκευή.

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας, μτφρ.: Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 408-409, (13. Ναυσικά) Eκδόσεις Κέδρος 14η έκδοση, 1990

Πίνακες: Juan Miro, Henri Matisse

www.online-literature.com/james_joyce/ulysses/13/.

 

Tags:

Henry James, H εικόνα στο χαλί

ANTONIO SANTIN _Macarena_2013 

«Δεν διαβάζω τις βιβλιοκρισίες των εφημερίδων, παρά μόνον όταν κάποιος μου τις βάλει κάτω από τη μύτη, όπως συνέβη και με το περί ου ο λόγος άρθρο – κάτι που αναλαμβάνει πάντοτε να κάνει ένας καλός φίλος. Ωστόσο συνήθιζα να τα διαβάζω κάπου κάπου – πριν από δέκα χρόνια. Τολμώ να πω ότι στο σύνολό τους τότε ήταν πιο ανόητα∙ εν πάση περιπτώσει, μου δημιουργούσαν διαρκώς την εντύπωση ότι τους ξέφευγε το μικροτέχνασμά μου, ενώ περνούσαν δίπλα μου με την ίδια θαυμαστή δεξιοσύνη που έδειχναν είτε όταν με χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη είτε όταν με κλωτσούσαν. Έκτοτε, όποτε τύχαινε να τους ρίξω καμιά ματιά, εξακολουθούσαν να πυροβολούν στην τύχη απανωτά – σαν να λέμε, δηλαδή, εξακολουθούσαν να ξαστοχούν μ’ έναν τρόπο υπέροχο. antonio-santin--10Εσείς, επίσης, αστοχήσατε, αγαπητέ, μ’ όλη την ασυναγώνιστη εμπιστοσύνη που έχετε στον εαυτό σας∙ το ότι είστε υπερβολικά έξυπνος και το άρθρο σας υπερβολικά επιμελές, ουδόλως αλλάζει το αποτέλεσμα. Προπάντων μ’ εσάς τους ανερχόμενους νέους ανθρώπους», γέλασε ο Βέρκερ, «διαπιστώνω πόσο έχω αποτύχει!»

Toν άκουγα με ζωηρό ενδιαφέρον∙ έγινε ζωηρότερο, καθώς συνέχιζε την κουβέντα. «Eσείς να αποτύχετε, Θεέ και Κύριε! Ποιο λοιπόν θα μπορούσε να ’ναι το μικρό σας τέχνασμα;»

«Πρέπει στ’ αλήθεια να σας πω εγώ, ύστερα από τόσα χρόνια κοπιαστικής εργασίας;» Yπήρχε κάτι σ’ αυτή την –κωμικά μεγαλοποιημένη– φιλική μομφή, που εμένα, τον νεαρό ένθερμο αναζητητή της αλήθειας, με έκανε να κοκκινίσω ως τις ρίζες των μαλλιών. Ακόμα και σήμερα παραμένω στο ίδιο σκοτάδι, ωστόσο έχω πια, ως ένα σημείο, εξοικειωθεί με το περιορισμένο της αντίληψής μου∙ εκείνη τη στιγμή όμως, ο εύθυμος τόνος του Βέρκερ έδωσε σ’ εμένα, και ασφαλώς σ’ αυτόν, την εντύπωση πως ήμουν ξύλο απελέκητο. Ετοιμαζόμουν να αναφωνήσω «Α, όχι μη μου πείτε τίποτα∙ για χάρη της τιμής μου και αυτής του επαγγέλματός μου, μην πείτε λέξη!» όταν εκείνος συνέχισε μ’ έναν τρόπο που έδειχνε ότι είχε διαβάσει τη σκέψη μου και ότι είχε δικές του απόψεις σχετικά με τη δυνατότητα να καλύψουμε κάποτε τις ελλείψεις μας. «Με το μικρό μου τέχνασμα εννοώ –πώς να το πω;– τον συγκεκριμένο λόγο που με παρότρυνε κυρίως να γράψω τα βιβλία μου. ANTONIO SANTIN 2Μήπως δεν υπάρχει για κάθε συγγραφέα μια τέτοιας λογής ιδέα που τον στρώνει περισσότερο από καθετί άλλο στη δουλειά, η ιδέα που, αν του έλειπε η διάθεση να την πραγματοποιήσει, δεν θα καθόταν να γράψει καθόλου, το ίδιο το πάθος του πάθους του, η φάση της δημιουργίας κατά την οποία φουντώνει μέσα του η άσβεστη φλόγα της τέχνης; E, λοιπόν, αυτό είναι!»

Έμεινα συλλογισμένος προς στιγμήν – για την ακρίβεια παρακολουθούσα με δέος τη σκέψη του, ξεροκαταπίνοντας. Ήμουν συνεπαρμένος – εύκολα θα μου πείτε∙ παρ’ όλ’ αυτά δεν σκόπευα να ξεφύγω από το θέμα που με ενδιέφερε. «Η περιγραφή σας είναι βεβαίως ωραία, αλλά δεν κάνει πολύ ευδιάκριτη την εικόνα αυτού που θέλετε να προβάλετε».

«Σας διαβεβαιώ, θα φαινόταν ευδιάκριτη εάν μπορούσε να σας περάσει από το νου». Παρατήρησα πως η γοητεία του θέματός μας πλημμύρισε τον σύντροφό μου με την ίδια ζωηρή συγκίνηση που με κατείχε. ANTONIO SANTIN 02«Oπωσδήποτε», συνέχισε, «μπορώ να πω τι συμβαίνει από τη δική μου πλευρά: υπάρχει στο έργο μου μία ιδέα που δίχως αυτή δεν θα μου καιγόταν καρφί για την όλη υπόθεση. Είναι η ωραιότερη, η πληρέστερη προοπτική όλων, και η υλοποίησή της αποτέλεσε, πιστεύω, θρίαμβο υπομονής, θρίαμβο εφευρετικότητας. Θα έπρεπε να αφήσω να το πει κάποιος άλλος∙ αλλά αυτό που συζητάμε τώρα είναι ότι κανείς δεν το λέει. Αυτό το μικρό μου τερτίπι εκτείνεται από βιβλίο σε βιβλίο, και όλα τα υπόλοιπα, συγκριτικά, κινούνται απλώς στην επιφάνεια του έργου. Η διάταξη, η μορφή, η υφή των βιβλίων μου ενδεχομένως κάποτε να αποτελέσουν για τους μυημένους μια ολοκληρωμένη παρουσίαση. Επομένως πρόκειται ασφαλώς γι’ αυτό που θα πρέπει να αναζητήσει ο κριτικός. Είμαι της γνώμης μάλιστα», συμπλήρωσε ο επισκέπτης μου χαμογελώντας, «ότι είναι αυτό που θα πρέπει να βρει ο κριτικός». Τούτο έμοιαζε πράγματι να θέτει ευθύνες. «Eσείς το χαρακτηρίζετε μικρό τερτίπι;»

«Από σεμνότητα και μόνον. Στην ουσία πρόκειται για ένα θαυμάσιο σχέδιο».

Henry James, H εικόνα στο χαλί, μτφρ.: Παλμύρα Ισμυρίδου, σελ. 40-44, εκδόσεις Άγρα, 1992

҉҉҉҉҉

Η απουσία της αιτίας ή της αλήθειας είναι παρούσα μέσα στο κείμενο ή, μάλλον αποτελεί τη λογική του αφετηρία και το λόγο της ύπαρξής του∙ είναι η αιτία εκείνη, που, λόγω της απουσίας της, κάνει το κείμενο να αναδυθεί στην επιφάνεια. Η ουσία είναι απούσα, η απουσία είναι ουσιαστική.

Tzvetan Todorov, μτφρ.: Kώστας Παπαδόπουλος, σελ. 165 (Από το επίμετρο του βιβλίου)

Πίνακες: Αntonio Santin

.

.