RSS

Monthly Archives: April 2014

Έμιλυ Ντίκινσον, J 1263/ Fr 1286

Katy Sullivan (8)

.

There is no Frigate like a Book
To take us Lands away
Nor any Coursers like a Page
Of prancing Poetry –
This Travel may the poorest take
Without oppress of Toll –
How frugal is the Chariot
That bears the Human Soul –

Φρεγάτα όπως το Βιβλίο δεν υπάρχει
Για να μας πάει σε Μέρη μακρινά
Ούτε άλογο Δρομέας σαν τη γεμάτη
Σελίδα Ποίησης που όλο αναπηδά –
Τέτοιο Ταξίδι κι ο φτωχότερος θα κάνει
Άλλα Διόδια δεν θα περάσει στα κρυφά –
Πόσο λιτό είν’ αυτό το Άρμα – κουβαλάει
Του Ανθρώπου την ψυχή – με σιγουριά –

 Έμιλυ Ντίκινσον, Ποιήματα, J 1263/ Fr 1286, Μτφρ.: Μαρία Δαμολή, Εκδόσεις Γιαλός, 2011

Πίνακας: Katy Sullivan

.

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Η τιμή τιμή δεν έχει (To Bήμα) και ένα σχόλιο

 lindsey-carr-21.jpgΗ άρνησή μου να δεχθώ ένα κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής (ενδογλωσσικής) Μετάφρασης, για «λόγους προσωπικού γούστου και αυτοσεβασμού», όπως τόνισα, δημιούργησε αντιδράσεις πολλές και ποικίλες. Από τη μια η άρνησή μου επιδοκιμάστηκε από εκατοντάδες ανώνυμους αναγνώστες και επώνυμα σχόλια σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από την άλλη ψευδώνυμοι σχολιαστές με κατηγόρησαν ως «ψώνιο», «καβαλιμένο καλάμι» κλπ. Δημοκρατία έχουμε και όλοι μας μπορούμε (και μάλιστα επιβάλλεται) να έχουμε άποψη για όλους και για όλα. Επειδή, όμως, εκ των πραγμάτων επανήλθε στην επικαιρότητα (άκομψα, ίσως) η παμπάλαια και πολυσυζημένη ιστορία των δικών μας κρατικών βραβείων (αφήνω το Νόμπελ για τους ενδιαφερόμενους), ας μου επιτραπούν κάποιες διευκρινίσεις.


1ον. Η άρνησή μου να δεχθώ το βραβείο δεν σχετίζεται με την αξία όσων βραβεύθηκαν και συν-βραβεύτηκαν. Συγχαίρω όλους και όλες από καρδιάς και ειδικότερα τον κ. Λίνο Μπενάκη.

2ον. Ούτε εύκολο είναι, ούτε και ευχάριστο να αποποιείται κάποιος μια βράβευση. Ας το δοκιμάσουν οι επικριτές μου, όταν έρθει η ώρα τους, και θα καταλάβουν.

lindsey-carr-11.jpg3ον. Η άρνησή μου δείχνει αντιπάθεια («προσωπικό γούστο») στη δημοσιοϋπαλληλική ευθυνοφοβία ανθρώπων που έχουν επιλεγεί (από ποιους άραγε;) να κρίνουν έργα για τα οποία είναι ολωσδιόλου αναρμόδιοι. Να εξηγηθώ: ενώ το σκεπτικό για τις βραβεύσεις των διαγλωσσικών μεταφράσεων είναι επαρκές, σαφές και αρκετά αιτιολογημένο, το αντίστοιχο σκεπτικό για τις ενδογλωσσικές μεταφράσεις απλώς ψελλίζει κάποιες γενικότητες, δείγμα αμηχανίας και άγνοιας. Γράφουν, λ.χ., οι μεταφράσεις «αποδίδουν το ύφος και τα νοήματα των πρωτοτύπων σε γλώσσα φιλολογική – λογοτεχνική και με τρόπο εύληπτο» (sic). Πολύ θα χαιρόμουν να μας έδινε κάποιος/α ένα – δυο παραδείγματα να εννοήσουμε και εμείς πώς το ύφος (!) και τα νοήματα του πρωτοτύπου αποδίδονται τόσο ωραία σε γλώσσα «φιλολογική – λογοτεχνική»! Το χειρότερο: αυτή η φράση προσβάλλει και τους τέσσερεις συνυποψήφιους, επειδή προβάλλει ένα αναξιόπιστο εφεύρημα. Γιατί ο κ. Μπενάκης και εγώ έχουμε αυτή τη χάρη και δεν την έχει η κυρία Κούκη ή ο κ. Στεφανόπουλος; Αρνούμενος λοιπόν να βραβευτώ από καλοπροαίρετους, πλην άσχετους ανθρώπους, όσον αφορά την αρχαία ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, κάνω το αυτονόητο: καταγγέλλω αυτά που περιέγραψα και μαζί την παντελή ασχετοσύνη του (λεγόμενου) Υπουργείου Πολιτισμού.

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=590523#.U15Spd5jibA.facebook

Lindsey Carr  (17)

Σχόλιο: Μην την «πέφτετε» στον Γιώργη, που αρνήθηκε το βραβείο. Εμείς τον ξέρουμε από κοντά και ως Δάσκαλο και ως Άνθρωπο. Όχι μόνον «ψώνιο» δεν είναι, για όσους τον γνωρίζουμε, αλλά έχει την απλότητα, την αμεσότητα και την ευαισθησία του ανθρώπου που έργω και λόγω έχει αφιερώσει τη ζωή του στα Γράμματα. O Γιώργης έχει μια σπάνια και ζηλευτή αυθεντικότητα, σημείο αναφοράς! Δεν είναι τυχαίο ότι οι φοιτητές του τον θαυμάζουν, τον αγαπούν και τον θυμούνται ως μία ιδιαίτερη περίπτωση Δασκάλου! Μόνον και μόνον το ότι ασχολήθηκε με τον Εμπειρίκο, ενασχόληση που αντίκειται στα συμβατικά, άνοστα και συντηρητικά ακαδημαϊκά, είναι δηλωτικό της κουλτούρας και της επιθυμίας του. Ξέρει τι λέει, λοιπόν, ο άνθρωπος.

Lindsey Carr  (12)Είδαμε, επίσης, εμείς οι μη διαπλεκόμενοι και πτωχοί τω πνεύματι, τα φετινά κρατικά και ιδίως το σκεπτικό βράβευσης στην πεζογραφία και στην ποίηση (τύφλα να ’χει o Bιτγκενστάιν και η Αισθητική!) και φτιάξαμε, εκεί που πίναμε καφεδάκια, και ανέκδοτα. Ούτε ταραχτήκαμε ούτε θυμώσαμε δηλαδή καθόλου! Μετά πήγαμε και για clubing…  Συνεπώς, αποφαινόμεθα μετά χιουμοριστικής και ελαφράς διαθέσεως, διότι έχομε τα χαράτσια και δεν δυνάμεθα άλλα βάρη εις τους ώμους μας.

Τι λέγαμε;  Α… O Γιώργης έχει πάρει κι άλλα βραβεία, που λέτε για να λέτε, προσωπικά θα μείνω στο πρώτο: 1962: Β’ Βραβείο Πανσπουδαστικής Ποίησης με κριτές τον Ο. Ελύτη, τον Γ. Ρίτσο και τον Ν. Βρεττάκο. Αείμνηστοι! Συμφωνούμε ή διαφωνούμε; Μην μπλέξουμε τα κομματικά μόνον, δεν θα βγάλουμε άκρη… Θα τσακωθούμε, κι έρχονται κι εκλογές!

Πώς να το κάνουμε τώρα; Αφού δεν έχεις καταλάβει, όσο καλοπροαίρετος κι αν είσαι, τι κάνει ο άνθρωπος επακριβώς και δεν μπορείς να το ορίσεις «επισήμως» και με όρους που να ανάγονται στον τομέα τον οποίο σχολιάζεις, διότι δεν έχεις τα ανάλογα εργαλεία, το «δωράκι» είναι σαν να μην του απευθύνεται, οπότε δεν το παίρνει, διότι δεν τον αφορά. Είναι θέμα αισθητικής, και ειδικά όταν αναφερόμαστε στη γλώσσα. Πάρα πολύ απλό! Δεν είναι δυνατόν να προσεγγίζουμε την Αισθητική άνευ αισθητικής!

Δύσκολο, ε;

Καθείς και η δική του οπτική στα της Αισθητικής, φίλοι και εχθροί μου (κυρίως, εχθροί μου), αλλά οι έννοιες αυτές είναι λεπτές και δύσβατες, και διόλου «εύληπτες» (από ποιον;)! Εξαιρετικό κριτήριο Αισθητικής αυτό! Αν δεν το καταλάβει ο Τούλης, το έργο χάνει, είναι «κακό»…  Μπρε, πάτε στον Κάφκα, χωρίς να έχετε εξαντλήσει στο Γυμνάσιο τον Μυριβήλη; Μπρε, ίσα κι όμοια όλα… έχει ανηφόρα η ζωή! Πάντως, εγώ τα λέω απλά τώρα, νια νια… κρέμα για άμεση κατάποση. Να πάρω βραβείο χρονογραφήματος, γιατί όχι;

Lindsey Carr 21Πάντως, δοθείσης ευκαιρίας, προτείνω να καταργηθούν τα κρατικά, είναι ψυχοφθόρα κι εφαλτήριο δηλητηριασμένων αποφάνσεων. Δες τι σάλος έγινε, πόσοι άνθρωποι θύμωσαν, πόσοι πικράθηκαν, πόσοι λογομάχησαν, τι κατάρες πέσανε… Δραματικά πράγματα!  Έτσι κι αλλιώς διαλυμένο είναι το Ελλαδιστάν… το κρατικό ανήκει σε κράτος… οι ενδιαφερόμενοι είναι πιο συνετό να κατευθυνθούν στο Νόμπελ. Άλλη αύρα, άλλο κύρος! Ψέματα; Βάζεις και σμόκιν, βάζεις τουαλέτα, έχει έναν άλλον αέρα η εμφάνιση. Στα κρατικά πώς πας και εν μέσω κρίσης; Μπορεί να μην έχεις ν’ αγοράσεις παντελόνι, και να είσαι με το τριμμένο… πώς θα πας; Είναι θέμα στοιχειώδους αξιοπρέπειας. Δεν είναι;

Oι εχθροί του Γιώργη μπορεί να πουν, επιπλέον, ότι αρνήθηκε το βραβείο, επειδή έχει φωτό στο Βήμα με ναυτικό τι σερτ και μπουκλωτά μαλλιά και αρνείται να «μεγαλώσει»: δεν είναι αστείο, κάποιος σχολιαστής σε ποστ στο Βήμα, το είχε πει. Έτσι τον έκρινε και τον απέρριψε σε άλλη κατάσταση διαφωνίας! O Γιώργης έχει και μηχανάκι επίσης… που πας με αυτά στο κρατικό; Αυτό απορώ πώς παρελείφθη ως σοβαρό επιχείρημα!

Πας, λοιπόν, με τα χίλια και με Φεράρι στο Νόμπελ, όχι με μηχανάκι, και αναμετριέσαι με έναν Μάρκες, μια Γιέλινεκ, έναν Έλιοτ… και θα σου πει μπράβο και η γειτόνισσα, όπως τότε που είχε πάρει ο Ελύτης το Νόμπελ, και μια κυρία χάρηκε, διότι βραβεύτηκαν οι φρυγανιές Elite! Ονειρεμένο το σενάριο! Δεν θυμάμαι και ποιος έχει πει, σπουδαίος πάντως, ότι αυτό το βιβλίο είναι πάρα πολύ καλό, παρά το γεγονός ότι έχει πάρει βραβείο! H αλήθεια είναι ότι έχουν πάρει και κάποιοι άνθρωποι που πράγματι το αξίζουν κρατικό βραβείο, προφανώς κατά λάθος! Έτσι είναι, ζουζουνάκια μου!

Έλα, φιλάκια τώρα, να τελειώνουμε αγαπησιάρικα!

Πίνακες: Lindsey Carr

.

.

 

 

 

Γεώργιος Σουρής, Μια κυρά την τρώει λύπη…

.

.

Μια κυρά την τρώει λύπη
για τον άντρα της που λείπει.

Και της έλεγαν πολλές:
Γιατί μόνη σου να κλαις,
πούχεις μάγουλο σαν μήλο
και δεν βρίσκεις κι έναν φίλο
τον καημό σου να του λες:

Λύπη που μοιράζεται
κάπως μετριάζεται.

Άκουσε και με το χρόνο
βρήκε σύντροφο στον πόνο
κι είχανε κι οι δυο τους λύπη
για τον άνδρα της που λείπει.

Η ελληνική ποίηση, Ανθολογία Β. Βασιλικού, Εκδόσεις Ντουντουμής

Πίνακας: Fernando Botero

.

 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων

 

Δεν είχε γλιτωμό κι αποσταμό αληθινά ποτέ της, αφού οι πεθαμένοι της επέστρεφαν συχνά και την ταράζανε. Ακόμα κι ο ύπνος δεν ήταν καταφυγή για κείνην. Κι αν ένιωθε στο ξύπνιο τα άλλοτε τη μυρωδιά τους κι άλλοτε το βλέμμα τους κι αν στιγμές τρόμαζε από μιαν αίσθηση φευγαλέα κάποιου χαδιού, ενός αγγίγματος ανεπαίσθητου από το πουθενά κι αν άκουγε μέσα στην ησυχία να ψιθυρίζουν τ’ όνομά της κι αν ήταν έτσι οι μέρες της φοβισμένες μ’ αιφνίδια ενοχλήματα από τον κόσμο των πνευμάτων, όταν έκλεινε τα μάτια της έρχονταν τότε απροειδοποίητα σαν ζωντανοί οι νεκροί γονείς της κι άλλοτε ο αδερφός της σαν αληθινός κι όχι σαν πλάσμα ονείρου.

Τους έβλεπε ότι γύριζαν λες κι ήταν ο θάνατός τους μια δύσκολη αρρώστια που πέρασε πια και περπατούσαν πάλι όπως παλιά στο σπίτι, τριγύριζαν στα δωμάτιά τους, με σάρκα και οστά ξανά ενδεδυμένοι. Καθόταν ο πατέρας της αποστεωμένος στην κεφαλή του τραπεζιού, μάσαγε αργά αργά λίγο φαγάκι και κοίταγε την κόρη του με λυπημένα μάτια. Ο αδερφός της ένιβε από τα χώματα της ταφής το νιο του πρόσωπο κι απ’ το τρεχούμενο νερό έπινε κι έσβηνε τη δίψα που τον στέγνωνε για χρόνια. Κι η μάνα της συνήθως ερχόταν κι αναπαυόταν στη θέση που αγάπαγε κι έπιανε ν’ αποσώνει ένα εργόχειρο.

Κι απ’ όσα κληρονόμησε πολλά τα ξεπούλησε. Στην αρχή από τ’ αντικείμενα όσα της φορτώνονταν δεμένα με τις μνήμες τους κι έπειτα τα καμπίσια κτήματά τους. Τα ξεφορτώθηκε ασυλλόγιστα λες και της έφταιγαν αυτά, λες κι ήταν δικό τους βάρος κι όχι των θανάτων πάνω στο στήθος της και στη ζωή της. Κάποια πράγματα τα χάρισε, τα πιο πολλά όμως τα πούλησε όσο όσο σε πονηρούς παλαιοπώλες, ανθρώπους που μυρίζονται το θάνατο κι όμοια με όρνια μαζεύονται τριγύρω. Κειμήλια προγονικά, το αυτοκίνητο του αδερφού της πρώτα κι έπειτα τα ρούχα του, την ακριβή τους τραπεζαρία, από την προίκα της δυο σεντούκια γεμάτα υφάσματα και κεντίδια, όλα μεταξωτά και λινά, το μεγάλο μπρούντζινο φωτιστικό που δεν έλαμψε ποτέ σε γιορτή παρά μονάχα σε κηδείες. Κι έτσι από τη μια μέρα στην άλλη άδειασε σχεδόν το σπίτι από την ψυχή του και ντύθηκε το νοσηρό, το νοερό και το προσωρινό η καθημερινότητά τους.

.

Siafakas 4.

Απόσταζαν το λοιπόν οι μέρες τούτης της δύσκολης ζωής στο δοχείο της ψυχής της, μα ήτανε και το σώμα της, κι ας το ’χε αποτάξει. Όταν υπερτερούσε η όρεξη της σάρκας κι όταν τράβαγε από μόνο του κατά τη γυναικεία φύση του, εκείνη δεν είχε εξουσία πάνω του καμιά κι ούτε μπόραγε να τ’ αγνοήσει. Είναι ασύμβατος ο πυρετός της σάρκας με την αναπηρία της ψυχής. Κι είναι ανεξέλεγκτες οι ορμόνες που ορίζουν τις πράξεις του σώματος, όμοιες σε κάθε σώμα, όταν παραδέρνει ακυβέρνητο δίχως τη δύναμη της ψυχής του μες στην αντάρα, μες στην ασχήμια και την ομορφιά των ζωικών του ορμών. Κι η Ερημιά ποτέ της δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε τούτον τον κανόνα.

Άφηνε συχνά στην άκρη την άρνηση της ψυχής της, δίχως δύναμη ν’ αντιταχθεί και δίχως καθόλου αιδώ, για χάρη του κορμιού της, Ξάπλωνε γυμνή, άνοιγε τα πόδια της και χαϊδευόταν. Άναβε, κοντανάσαινε και στέναζε μόνη της με τα δικά της χάδια μέχρι που σπάραζε σύγκορμη κι ύστερα, όταν χανόταν τούτη η σύντομη χαρά, αντί να γαληνέψει, γέμιζε τύψεις, ντροπή και αηδία και γύριζε γρήγορα στην άγρια πραγματικότητά της. Κι όταν κάποτε βαριόταν τον εαυτό της και για καιρό ο κορεσμός την κράταγε σε αποχή ακόμα κι αυτό το λίγο, τότε έρχονταν στον ύπνο της φανταστικοί άντρες, τη βίαζαν, έπεφτε εκείνη πάνω τους και τους απομυζούσε. Άλλοτε πάλι η έλλειψη ζάλιζε το μυαλό της, χαλούσε το στομάχι της, μα λάβδανο δεν τη γιάτρευε. Έκλαιγε πολλές φορές κι αλάφρωμα δεν είχε. Πλενόταν αδιάλειπτα μήπως καταλαγιάσει το καύμα του κόλπου της κι όχι σπάνια λιποθυμούσε μες στο άδειο σπίτι. Πιο κοντά στους πεθαμένους απ’ ό,τι στους ανθρώπους, συζούσε φιλιωμένη με τα φαντάσματα και τις σκιές κι ούτε να το διανοηθεί πως θα μπορούσε να βρεθεί με αληθινό άντρα. Είχε σφηνωθεί μες στο μυαλό της πως μόλις τολμούσε να βάλει κάποιον άλλο εκτός από το θάνατο στο πλευρό της, ο θάνατος θα τη ζήλευε και θα της τον έπαιρνε από κοντά της. Με τέτοια ζωή έφτασε στα σαράντα, τα πάτησε και την πάτησαν βαριά κι εκείνα. Ώσπου μια μέρα σκίρτησε μέσα της απρόσμενα το ακίνητο, ορθώθηκε ανήμερο θηρίο ο έρωτας κι έφεξε στη μεγάλη της νύχτα το φως του άντρα που, σαν να ήτανε γραφτό, βρέθηκε εμπρός της. Ήρθε την ίδια ώρα που εκείνη ήταν πια έρμαιο των παθών της και δεν είχε άλλη επιλογή εκτός από το να παραδώσει δίχως όρους τη δύσθυμη ψυχή της στην εξουσία του έρωτα και στη δύναμη του κορμιού της. 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων, σελ. 26-30, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007

Πίνακες: Kώστας Σιαφάκας

http://www.kostassiafakas.com/

.

.

 

Χρύσα Κεχαγιά, Η Γεννημένη

Daria Petrilli 4Γεννημένη σε μήνα λειψό, δίσεκτου χρόνου, με ανολοκλήρωτο ακόμη το τετραγωνισμένο σχήμα της, με τις γωνιές γερμένες προς τα μέσα, όμοιες ράμφη ορνέων, να μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στη σάρκα της την απαλή.

Έμαθε στα δύσβατα του νου τα μονοπάτια να γυρνά, κι άλλες όρθια φορές, κι άλλες στα τέσσερα, καθώς δεν ήξερε να περπατά ακόμη, το δέρμα γδέρνοντας από τα γόνατα της τα μαλακά, σα να συρθεί ανάμεσα στα βάτα του, που προσπαθούσε να φτάσει θέλοντας σε μιαν αρχή ή σ’ ένα τέλος εκεί, τέλος πάντων, που το σκοτάδι αρχινούσε να τελειώνει.

Κόβει τότε σε μικρά κομμάτια ασύμμετρα του χρόνου την αδράνεια, και τα πετά στις Μοίρες, να τους προσφέρει θέλοντας σα σε θυσία κάτι, να τις γητεύσει να σταματήσουν κείνο που αιώνες τώρα γνέθαν, των ανθρώπων και το δικό της, να καθορίζουν τα ριζιά να μην αδέσποτα σκυλιά την εδαγκώνουν.

Τώρα της γλείφουν τα χέρια, η μια σε κουβάρι το κατακόκκινο θ’ αρχίσει να μαζεύει νήμα με τη μήτρα που εκατέρωθεν ενώνει, φόρεμα πανώριο θα το φτιάξει να το φορά τη γύμνια της να ντύσει, η άλλη τους κόμπους θα μαζεύει, και τα μικρά κλωστής κομμάτια, που όλο περισσεύουν, στης γης τα μήκη και τα πλάτη θα σκορπίσει, σπόρους, κρινάκια να βγουν και μη με λησμόνει, και η τρίτη, η πιο τρομερή απ’ όλες, αυτή που κόβει, αυτή που απαλλαγμένη τώρα απ’ το ρόλο της χορτάτη πια, αυτή θα την ορκίσει να συνεχίσει ως τα πέρα το ταξίδι μοναχική, παντοτινών απουσιών η ερωμένη.

Craftbook 2013, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013

Πίνακες: Daria Petrilli

 

Κ.Π. Καβάφης, Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου∙ ποιητού εν Κομμαγηνή∙595 μ.Χ.

Τό γήρασμα τοῦ σώματος καί τῆς μορφῆς μου
εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι.
Δέν ἔχω ἐγκαρτέρησι καμιά.
Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα·
νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καί Λόγῳ.

Εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι. ⎯
Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάμνουνε ⎯ για λίγο ⎯ νά μή νοιώθεται ἡ πληγή.

Πίνακας: Claudio Bravo

(1921)

 

.

 

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Γραφή και Ράμμα

Oι βασιλοπούλες έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στα ραφτόπουλα, έλεγε ο παππούς του Γιωργή, ο αρχιμάστορας των αφηγήσεων, εκείνος που γύρισε όλον τον κόσμο μέσα σε ένα και μοναδικό ταξίδι, τις διηγήσεις της μάμμης του. Του αφηγούνταν όταν του μάθαινε να πλέκει. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις έγινε.

Leigh KitchingΣτις βασιλοπούλες λοιπόν αρέσει να τ’ ακούν να τραγουδούν την ώρα που τους ράβουν τα φορέματα. Τα κάλλη, η ομορφιά της κοπέλας τρυπώνουν την ώρα που το πανί διπλώνει, στις βελονιές, στα κεντίδια και στις πτυχές του φορέματος, όταν κόβεται και ράβεται για να πάρει το σχήμα του σώματος. Το χρυσάφι και το μαργαριτάρι, το πλούμισμα φωτίζουν ακόμα περισσότερο τα θέλγητρά της, όταν το ρούχο είναι τραγουδισμένο.

Γι’ αυτό όλες οι βασιλοπούλες είναι όμορφες.

Ο μικρός Γιωργής σκεφτόταν πότε θά ’ρθει η σειρά του να πει το κόκκινη κλωστή δεμένη, και να γράψει κι αυτός την ιστορία της βασιλοπούλας που θα τον καλούσε δίχως ραφή και ράμμα.

Πίνακες: Leigh Kitching

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Γραφή και Ράμμα, σελ. 50, από τη συλλογή Το Αλφαβητάρι των Πουλιών, Εκδόσεις Εύμαρος 2014

,

,