RSS

Daily Archives: 31/05/2013

Image

Iφιγένεια Σιαφάκα, Σώματα (e-περιοδικό Στάχτες)

staxtes ifigeneia31.5.13

http://www.staxtes.com/2013/05/blogpost_31.html   Φωτό: Στράτος Φουντούλης

.

«Τι να την κάνω τη συγγνώμη σου τώρα;»
είπα, και συνέχισα το δρόμο μου
βάζοντας δύο κέρματα
στα μάτια του γερο-ζητιάνου
που άκουσε τα ιώδη και πέτρωσε.
 
Στο μεταξύ είχε νυχτώσει πολύ…
Μέσα κι έξω από το σώμα.
 
Στέλλα Ουράνια Δούμου, Πινόκιο
 

  .

.

                                                                                                                Στη Στέλλα

lucien clergue2Κάθισαν και οι δυο τους στην ακροθαλασσιά, πλάτη με πλάτη, ένα βουβό κύρτωμα της μέσης και με γερμένα τα κεφάλια, αιθέρια ασώματοι και οι δυο τους κολυμπούσαν σε μια παλέτα με πινέλο σπαρταρίσματος ψαριού· γύρω τους, μια σπείρα από ανάμνηση δέρματος ανθρώπου, κάτι σαν λώρος τυλιγόταν χνουδωτό σε μιαν απόχρωση αιμόφυρτου τοπίου. Πλησίαζε η ώρα για το δείλι να ξαποστάσει το βύθισμα του ήλιου στο νερό και στις σκιές του άντρα, της γυναίκας, που ηδονή ξαπλώνανε στα βότσαλα —κατάλευκα, λεία, στρογγυλά, ερμητικά κλειστά στους πόρους μιας στιλπνής σιωπής, από την εγκατάλειψη στους αστραγάλους των μεγάλων μαύρων βράχων, έκαναν πλάτες στην πανουργία που, όπου να ’ταν, θα φιλούσε στο αιδοίο το σκοτάδι. lucien-clergue 2Λαίμαργα ξάφνου ο ήλιος έβρασε ένα πορτοκαλί καυτό από νεράντζι μες στα στομάχια του πελάγους, κι αυτοί —τους ρώτησα σας λένε πώς;— δεν ήξεραν, μόνον ψιθύριζαν κάτι ακαταλαβίστικα σπουργίτια, κάτι αλαφροδαίμονα παφλάσματα στα χείλη.

 

Έφυγα κλαίγοντας, ξυπόλητος και με αγκίθες από αχινούς να ερεθίζουν τις πατούσες, κι όλα τα νεύρα απολήγαν σε σκέψεις μελανές, πιο πέρα χτυπούσανε χταπόδια, να τα γαντζώσουν με ευγένεια, την ώρα που τουρτουρίζουν στις ταβέρνες τα λαμπιόνια, στα στομάχια των θαμώνων. Εμένα με λένε Αριστόδημο, κατ’ ευφημισμόν, μάλλον, μου περάσανε τ’ όνομα αυτό, γιατί, ως τώρα, γυναίκα δε βρέθηκε να κρατηθεί απ’ τη χοντρή καδένα που ’χω βαλμένη στον αριστερό καρπό μου σε ασήμι — κάθε φορά τη δείχνω, διακριτικά, σαν να σηκώνω ένα οπορωφόρο βλέμμα σε μια στέπα· Mira Nedyalkovaδεν μου αρέσει να στραφταλίζω τα βαριά μου, είναι ένας τρόπος μόνον ν’ αποκαλύπτω τις προθέσεις, χωρίς ν’ αφήνω υπόνοιες πως θα προσβάλω διορατικότητες και τέτοια. Τα μισολέω, διότι έχεις μεγάλη πιθανότητα να δέσεις, στα ενδιάμεσα που κάνει το δόντι με τη γλώσσα, εκείνη που θα γείρει να σε γιατροπορέψει, ακάματη, μαζί σου. Έστησα στον ουρανίσκο ένα νεκροκρέβατο από άγνοια, και δεν πολυανοίγω το στόμα όταν μιλάω, μη γίνω αντιληπτός, και με παρεξηγήσουν για συμφεροντολόγο μόνον.

laura-makabresku-L-jQVrBQ

Η Σύλβια είχα πιστέψει πως θα το καταλάβαινε αυτό, οι υπόλοιπες ήταν φωναχτές στο βλέμμα, πολύ άτρωτες στα βήματα και κουμανταρισμένες στα αγγίγματα, πολύ ξένες στα κορμιά, όσο απαλά κι αν ήταν από πομάδες και αρώματα, ήταν τόσο αλλοδαπές στη φύση μου, τόσο αθυρόστομα σιωπηλές στον έρωτα, τρόμαζα πως θα με ταγγίζανε εξόφθαλμο στα ερωτικά ζουμιά τους ή πως θα με μασάγανε την ώρα που εγώ θα με θανάτωνα βουτώντας στα κορμιά τους.Hugh Shurley ptg02261861 Είμαι ο Κανένας, κραύγαζα μέσα μου όταν έχυνα, με ακούτε; ο Κανένας! Τσούλες! δεν βλέπετε τι σας μαρτυράει ο καρπός μου τότε που σας γυμνώνει απ’ τις δαντέλες, τα σατέν και τις ξεπετσιασμένες σας κραυγές, τις εκδορές απ’ την απόγνωση που χώνει η ηδονή μες στα κορμιά σας; Όλες τις εγκατέλειπα με μια μεγάλη ικανοποίηση, τη μια μετά την άλλη, τόσο διακριτικός! κι αυτές ούτε καν μία μικρή προσπάθεια ν’ αγγίξουν το ασήμι του καρπού μου. Κάποιες τις πέταγα σαν αποφόρια στο καλάθι των αχρήστων, κι επέστρεφα ευγνώμων στην πρόνοια που μ’ έταζε ν’ ανακαλύπτω πως ήμουν ένας μικρός ηλίθιος για να ’χω επιλέξει τέτοια φρούτα, ένας  ματαιωμένος στη γεύση του ουρανίσκου, ένας φιλήδονος πραξικοπηματίας, χωρίς κανένα απολύτως αντικείμενο. lucien Clerquetumblr_mbm6mmjQmy1r1w31so1_500

Δεν μ’ ένοιαζε γι’ αυτές, εύκολα πέφτανε σε κάνα κομπλιμάν, ωραίο παλτό, σου πάει πολύ το βυσσινί, έχεις ωραίο γούστο, τέτοια απλά πράματα έλεγα, δεν ήμουν υπερβολικός, κάποιες είναι αρκετά έξυπνες, δεν δίνουν βάση στα μεγάλα λόγια, ενώ, με τη μικρή ποσότητα, σκεφτόμουν πως δε θα βολόδερνα μόνο με χαζές (σ’ αυτές έλεγα το ίδιο πολλές φορές, αυτό ήταν το κόλπο), αλλά θα μου καθόταν και καμιά παραπανήσια, να συζητάμε και λιγάκι ή να μου λέει έξυπνα πικάντικα, πριν να τη ρίξω σαν σαβανωμένη γάτα στο κρεβάτι. Δεν μ’ ένοιαζε γι’ αυτές, για μένα συλλογιόμουν μόνον πως  η αγάπη για τις ηδονές μ’ ωθούσε να γίνομαι όλο και πιο σκληρός στα λόγια, όλο και πιο ατρόμητος σε πράξεις βδελυρές, κι όλο ριχνόμουν σ’ ένα λαβύρινθο από σκέψεις, που όλες είχαν για επιμύθιο πως κάθε μέρα ήταν ίσως και η τελευταία που ανέτειλα τον ήλιο στο μυαλό

μου. Gilbert_Garcin_013

.

Τα βήματά μου προχωρούσαν είτε μπροστά είτε πίσω από μένα, εγώ ήμουν σταθερός σε τούτη την πεποίθηση, μόνον, κάποιες φορές, έκανα τον κόπο να κατευθύνω ένα δάχτυλο στο μάγουλο, να επαληθεύσω πως τα βήματα ήταν χώρια, σε άλλο χρόνο εγώ, και η πόλη νεφελώδης και γυρτή, στην ίδια πάντα θέση σαν Μαντόνα: κάτω απ’ τις μαρμάρινες και γκριζωπές πτυχές της έσκαζε μπασταρδεμένους βόμβους μακρινούς, άγνωστης προέλευσης, στ’ αυτιά μου.Μάλλον τα βήματα έχαναν τα βήματα, κι εγώ καθόλου δεν μπορούσα τίποτε ν’ αποκρούσω απολύτως, όταν ανέβαζα σαν δαγκάνες τις παλάμες να παγιδεύσω τα αυτιά μου, μόνον λίγο φαινόταν να συνέρχομαι, όταν το ασήμι του καρπού δρόσιζε στο πρόσωπο ό, τι φλεγόταν σε γοργούς ρυθμούς μέσα στο στομάχι, εκεί σκεφτόμουνα τα πάντα.

.

sylvia

.

 

Ώσπου ήρθε η Σύλβια, ένα βράδυ, σταμάτησε εμένα, τα βήματα, δεν ξέρω… θυμάμαι πως ήταν λίγο σκοτεινά και πως απέναντι έβλεπα ένα εστιατόριο κι ένα σινεμά που έπαιζε γουέστερν και πορνό, μου ζήτησε φωτιά, πολύ απλά, δεν έχω αναπτήρα, είπε, και χαμογέλασε λίγο ενοχικά, λίγο άβολα, ίσως και με μία αφέλεια παιδική, ανασηκώνοντας τους ώμους σε κάτι μπουκλάκια καστανά. Φορούσε ένα κοντό, σχεδόν αραχνοΰφαντο φουστάνι, στο χρώμα της άμμου ήταν, το καλοκαίρι βαρύ,  αποπνικτικό σχεδόν, αλλά η Σύλβια με κοίταξε, μου φάνηκε; όχι… με κοίταξε… έτσι όπως τραβούσε την πρώτη ρουφηξιά, με κείνη τη φυσικότητα των εραστών που έχουν ζήσει πριν απ’ αυτούς και το  μελλοντικό τους παρελθόν. Στο χέρι που κρατούσε το τσιγάρο φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι από αλπακά και μία πέτρα αιματίτη. Ευχαριστώ, Αριστόδημε, μου είπε, όταν τραβούσα το χέρι μου μακριά.  Με το αριστερό χέρι κάνω τις δουλειές, το ασημωμένο. Παρακαλώ… παρακαλώ, απάντησα βραχνά, μάλλον θ’ ακούστηκα σαν αραχνιασμένη αποσκευή σε καμιάν αποβάθρα Παραδείσου, άκου, να πει ευχαριστώ, Αριστόδημε! Παρακαλώ, επανέλαβα, παρ… Σύλβια, με λένε, καληνύχτα!

Gilbert_Garcin_188

.

Και γύρισε να φύγει, κατηφορίζοντας τη μεγάλη λεωφόρο, με την τριγωνική της πλάτη σμιλεμένη να λικνίζει τη φωτιά από την καύτρα του τσιγάρου, έτσι όπως το ρούφαγε με πλαγιαστό το βλέμμα στις βιτρίνες. Δεν πρέπει ν’ αφήσεις τη Σύλβια να φύγει, Αριστόδημε! κρατήθηκα στο βλέμμα απ’ τις μπούκλες των μαλλιών της, ξεκίνησα να σέρνομαι μπρούμυτα στο έδαφος σαν να ’μουν ρόδα σε ράγιες σκεβρωμένη, βρίσκοντας άλγος άλλοτε σε μισοσπασμένες πλάκες, άλλοτε σ’ εκτελούνται έργα, τα τελευταία με σακάτεψαν κυρίως, το σώμα μου πρέπει να μαδιόταν σε χοντρές τούφες από σάρκα, έτσι όπως στραμπούλαγα τον κόσμο και στροβιλιζόμουν, ξαφνικά, με μια πρωτόγνωρη ταχύτητα, θα τα τσαλαπατήσουν οι περαστικοί, αλλά θα τα ξαναβρείς! να μη σε νοιάζει, Αριστόδημε, σκεφτόμουν, για όσα κομμάτια γάντζωναν σε σκάρες υπονόμων. Η Σύλβια προέχει! Την πρόλαβα… John Wimberley, Descending Angel john wimberley_descending angelΤα πόδια της, όταν, ξυπόλητα, τα άγγιξα με ματωμένα δάχτυλα, ιερουργούσαν στους αστραγάλους μιαν ανάληψη, απάλυναν, σαν θαύμα, τις εκδορές αμέσως, θέλω να ανέβω, Σύλβια, μαζί σου! την ικέτευσα.  Αλλά δεν άκουσε. Ίσως να φταίει που ήμουν ταραγμένος και έτρεμα ολόκληρος και ανυπόμονος σαν έφηβος, και είπα  «θέλω ν’ ανέβω» και ξέχασα να πω «Σύλβια, σε θέλω!»  Δεν άκουγε, ήμουν ένας αφανής ήρωας για κείνη, κι εξακολουθούσε να βαδίζει, τραβολογώντας με, ανάλαφρη, ακάματη, αδιάφορη, ακάθεκτη στον προορισμό της και στις σκέψεις της. Προσηλωμένη στη δική της νικοτίνη, τυραννική στη μέθη που ο Αριστόδημος επιφύλασσε για κείνη. Είσαι καλός, έτσι δεν είναι, Αριστόδημε; Άγγιξα, τότε, με το δεξί μου χέρι, σχεδόν τυφλός από την έξαψη που μου προκάλεσε η αφή του, το φόρεμα στην άκρη, να μην ενοχλήσω και πολύ,  σαν θέρμη φλόγας ανεπαίσθητα μόνον τα ματωμένα κότσια χάιδεψαν λίγο το μηρό της.  Σύλβια!  Πρέπει όμως να  υπήρξα απρόσεκτος, ίσως να ’παιξε ρόλο και το νωπό μου ακόμη αίμα. Με βρόμικα χέρια, Αριστόδημε, αγγίζουν τις γυναίκες;

.

Hugh Shurley long-road-back

.

Αποσυντέθηκε το φόρεμα σε ίνες βαμβακιού που ράγιζαν το κεφάλι σαν κοφτεροί κρύσταλλοι από χιόνι, μα παραδόξως δεν κρύωνα καθόλου. Μόνον ένα ισχυρό ρίγος, πρώτη φορά, αισθάνθηκα, που με παρέλυσε εντελώς, και ήθελα να κλάψω τόσο πολύ αλυχτισμένος ως τις πηγές όπου γεννιόμουν, και να γελάσω, τόσο επώδυνα γενναίος μέχρι τις εκβολές όπου πνιγόμουν ζωντανός, όταν η Σύλβια, γυμνή, ξεκίνησε να ρέει πάνω στις ανοιχτές πληγές του κεφαλιού μου, σαν να ’τανε φυλακισμένη, αιώνες, σε κλεψύδρα :  άμμος λεπτή κατέρρεε σε λεία βότσαλα η Σύλβια ολόλευκα – τέτοιο γινόταν όλο το κορμί μου, άσπριζα θάλασσα στην πίσσα της ασφάλτου. Μείνε μαζί μου, Σύλβια, έχω στον ουρανίσκο ένα κρεβάτι! Και άνοιξα το στόμα διάπλατα στην άμμο, μπούκωσα από ένα σακί με κόκκους καστανούς μέχρι το λαρύγγι, έως ότου χάθηκε ο κόσμος.

.

Gilbert_Garcin_178

.

Βρέθηκα χτυπημένος και αναίσθητος από ένα φορτηγό καθαριότητας του Δήμου, έτσι μου είπαν,  διέσχιζα τη λεωφόρο, προφανώς, να παρακολουθήσω γουέστερν ή πορνό; ίσως και να πεινούσα; Ποιος θα με διηγηθεί σε κείνο το παρόν μου; Στο ασθενοφόρο φόρτωσαν ένα σακάκι κι έναν χαρτοφύλακα μαζί μου, είναι δικά σας, μου τα πρότειναν, την ώρα που ’παιρνα το εξιτήριο από το «Σωτηρία». Η μνήμη πεισιθάνατα ευλογεί το πριν από το παρελθόν του παρελθόντος μόνον: τη Σύλβια, το χώρο όπου ανήκω και που απαρνήθηκα για πάντα. Λάθεψα, μάλλον, καθώς ξέχασα ή ίσως δε θυμήθηκα; ή μήπως τρόμαξα στο βλέμμα; και δεν ξεστόμισα ένα κομπλιμάν απλό… μου αρέσει ο τρόπος, Σύλβια, που μου ζήτησες φωτιά! Α… είμαι ένας, μάλλον, ελεεινά ασημωμένος με τούτη την ταυτότητα, που απαιτεί μιαν άριστη εκπλήρωση στα αυτονόητα που ΄χω κρυμμένα κάτω από το νεκροκρέβατο, στον ουρανίσκο, το απλό πιστεύω πλέον πως δεν είναι τίποτε άλλο από το αποκαλυπτικό απόσταγμα του τρόμου. Μου αρέσει ο τρόπος, Σύλβια, που μου ζήτησες φωτιά! Έπρεπε απλά να πω, πριν φύγει η Σύλβια. Πριν φύγει η Σύλβια, Αριστόδημε!

.

Gizem Karayavuz media_13655475049164

.

Φωτό: JohnWimberley, Lucien Clergue, Mira Nedyalkova, Laura Makabresku, Hugh Shurley,Gilbert Garcin,

Gizem Karayavuz

.

 

Tags: ,

Image

Εισήγηση, Ντόρα Περτέση, Το τραγούδι του λύγκα, (O τόπος της γραφής του: ο Άλλος του ασυνειδήτου και όχι το Εγώ) 11.1.2012, Κέντρο Ψυχαναλυτικών Μελετών

Εισήγηση, Ντόρα Περτέση, Το τραγούδι του λύγκα, (O τόπος της γραφής του: ο Άλλος του ασυνειδήτου και όχι το Εγώ) 11.1.2012, Κέντρο Ψυχαναλυτικών Μελετών

Η Ντόρα Περτέση είναι ψυχοθεραπεύτρια, ψυχαναλύτρια, Δρ. ψυχανάλυσης

 

 «Δεν είμαι εγώ που μιλώ, είναι τα πράγματα που μιλούν μέσα από μένα», μου έλεγε η Ιφιγένεια σε μια πρόσφατη συνέντευξη για το περιοδικό αληthεια http://wp.me/p2VUjZ-21M. Ξεχώρισα και κράτησα αυτήν τη φράση. Στο μυαλό μου ήρθαν οι φράσεις του Τζιακομέτι για τη γλυπτική.Η γλυπτική»,  έλεγε, «δεν με ενδιαφέρει πραγματικά, παρά μόνο στο βαθμό που γίνεται το μέσον όρασης του εξωτερικού μου κόσμου και, ακόμη περισσότερο, δεν είναι παρά το  μέσον  να γνωρίσω αυτή την όραση, σε τέτοιο βαθμό, που δεν ξέρω τι βλέπω, πάρα μόνο δουλεύοντας πάνω σε αυτό το γλυπτό».Παραφράζοντας, λοιπόν, τον καλλιτέχνη, θα έλεγα ότι για την Ιφιγένεια, η συγγραφή, οι σχέσεις με το κείμενο και με τις λέξεις γίνονται το μέσο γνώσης αυτού του κόσμου, σε τέτοιο βαθμό που, σμιλεύοντας τις φράσεις, γνωρίζει αυτό τον κόσμο. Και, ακόμη περισσότερο, τα ίδια τα πράγματα της μιλούν, αυτά τα πράγματα μπορούν γίνουν κινητήριος δύναμη και να συνδιαλέγονται με τον Άλλον του υποκειμένου, και τότε είναι το υποκείμενο που μιλάει όχι το Εγώ.

lygas b172191Η Ιφιγένεια δεν γράφει από τον τόπο του Εγώ, που συνιστά μια διάσταση παραγνώρισης, ο τόπος της είναι άλλος. Ένας συγγραφέας, έλεγε ο Μπαχτ, συγκροτείται, φτιάχνεται ως υποκείμενο, θα συμπλήρωνα, μέσα από τα γραπτά του και όχι το αντίστροφο. Το έργο είναι αδιαχώριστο λοιπόν από αυτόν. Γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται στην περίπτωση της Ιφιγένειας. Η συγγραφή δεν συνιστά γι’ αυτήν μία διαδικασία φαντασιακής τάξεως, η οποία θα περάσει στο γραπτό — χωρίς αυτή, στην περίπτωσή της, με την έννοια της μυθοπλασίας, να απουσιάζει.  Δεν πρόκειται, λοιπόν, για το Εγώ, που συνομιλεί με τους ιδανικούς σχηματισμούς του. Η Ιφιγένεια δεν γράφει από τον τόπο του Εγώ.

alitheia Νο7Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι ο τόπος της ως συγγραφέα δεν είναι απλώς η φαντασία, ο τόπος της είναι οντολογικός, η γραφή της έχει ως καταγωγικό θεμέλιο την ίδια της την ύπαρξη, την επιθυμία της, η γραφή της είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με το υπάρχειν, με το είναι. Και αυτό είναι που τη διαφοροποιεί από πολλούς άλλους συγγραφείς, που χρησιμοποιούν τη φαντασία τους, ενίοτε γράφοντας και πολύ καλά, για να στηρίξουν το κενό της πραγματικότητάς τους. Θα πω γι’ αυτούς τους τελευταίους, από βιβλία των οποίων η αγορά βρίθει, ότι είναι  δειλοί, με την έννοια της ηθικής δειλίας, γιατί δεν παίρνουν το ρίσκο της επιθυμίας τους, γιατί δεν γράφουν οντολογικά. Έτσι, λοιπόν, όταν η Ιφιγένεια μού έδωσε σ’ ένα ρολό το ξεχασμένο κεφάλαιο του μυθιστορήματός της, αυτό μου επικύρωσε την άποψή μου περί της οντολογικής της γραφής.

Τι περιέχει αυτό το ρολό; Γράφει η συγγραφέας του τραγουδιού του λύγκα: http://wp.me/p2VUjZ-Aw Πώς είναι, επιπλέον, δυνατόν να έχεις διαβάσει και επιμεληθεί τουλάχιστον τρεις φορές τυπωμένα τα χειρόγραφα (στη δεύτερη πια διόρθωση του βιβλίου, ύστερα από αρκετά χρόνια και ύστερα από πάμπολλες διορθώσεις στο παρελθόν)  και κατ’ επανάληψιν να αδυνατείς να αντιληφθείς ότι ένα «κεφάλαιο» που αγαπάς πολύ δε βρίσκεται εκεί; Πρόκειται για παράλειψη ή  μήπως για παρά/ληψη; Δεν μπορώ ν’ απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα. Αυτό όμως που μπορώ να πω είναι ότι το «γράμμα», με την έννοια του γραπτού, βρήκε τον προορισμό του και είναι εδώ, ανατρέποντας τον καθωσπρεπισμό ενός βιβλίου, που έχει όλα τα κεφάλαια συντεταγμένα απ’ αρχής έως τέλους. Το βιβλίο είναι σε έλλειψη. Εντούτοις, το απολεσθέν από τη μνήμη κεφάλαιο, με τίτλο Στη χώρα του Πάντα Πάντα,  είναι εδώ,  http://wp.me/p2VUjZ-zi   αποχωρισμένο από τη μυθιστορηματική ενότητα αλλά και συγχρόνως παρόν μέσα σε αυτήν την ενότητα.

Ψυχαναλυτικά μιλώντας, ένας αληθινός καλλιτέχνης έχει τη δύναμη να αναδεικνύει κάτι που αλλάζει τις συμβολικές κοινωνικές συντεταγμένες, να αλλάζει λοιπόν τον κοινωνικό άλλο. Εάν αυτός ο κοινωνικός εκδοτικός άλλος, προστάζει το βιβλίο να είναι ολοκληρωμένο και να μην του λείπει τίποτα… ε όχι… πάντα στη Χώρα του Πάντα Πάντα, θα λείπει κάτι. Κι ευτυχώς. DSC_0065fΌσο για «Το τραγούδι του λύγκα», κάνω μία πρώτη στάση στο 4Ο κεφάλαιο με τίτλο Θα τον φροντίζει μέχρι τέλους, σελ 257, όπου η συγγραφέας αναφέρεται στο γράμμα του Ιάσονα, τελευταία πράξη προ της ύστατης, της καταλυτικής, δηλαδή, της αυτοκτονίας του. Διαβάζω : Πατέρα, Κράτησε μόνο τούτο από μένα: Ό,τι δεν είδα δεν υπήρξε. Κι ό,τι ανύπαρ­κτο, ανώνυμο. Κι ό,τι ανώνυμο, εγώ ο Ιάσονας. Τι να πω… Θα πω ότι έχω σταματήσει να διαβάζω ή να βλέπω έργα που ασχολούνται με οτιδήποτε άπτεται του ψυχολογικού ή για την ακρίβεια του ψυχολογισμού, με μια λέξη, τα θεωρώ αφελή. Στην παραπάνω φράση η Ιφιγένεια μάς δίνει έναν ψυχαναλυτικό, και δη λακανικό, ορισμό της αυτοκτονικής διάπραξης. Ξαναδιαβάζω τη φράση : Πατέρα, Κράτησε μόνο τούτο από μένα: Ό,τι δεν είδα δεν υπήρξε. Κι ό,τι ανύπαρ­κτο, ανώνυμο. Κι ό,τι ανώνυμο, εγώ ο Ιάσονας. Το υποκείμενο που προβαίνει στην αυτοκτονία είναι ανώνυμο. Βρίσκεται εκτός συμβολικών συντεταγμένων, δεν συγκροτείται πλέον στον τόπο του Άλλου, ο Άλλος του ασυνειδήτου δεν λειτουργεί, πλανάται με τη διπλή σημασία της λέξης, δεν έχει τόπο, συμβολικό τόπο, και, όντας χωρίς τόπο, άτοπο, ενσαρκώνει στο πραγματικό το ψάξιμο ενός τόπου και, παράλληλα, τόπου χωρίς αξία στην περίπτωση του Ιάσονα.

DSC_0065fΤι μας δείχνει, επιπλέον, η συγγραφέας σε ό,τι αφορά τον επιστημονικό λόγο. Μας δείχνει τη φενάκη και την επικινδυνότητα αυτού του λόγου. Κάνω μια δεύτερη στάση στη σελίδα 290 :«Σύμφωνα με νέα μελέτη, η ευτυχία και η χαρά της ζωής κρύβονται στο DNA μας και συγκεκριμένα σε ένα γονίδιο που ονο­μάζεται 5-ΗΤΤLPR. Αυτό αναφέρουν ειδικοί της London School of Economics οι οποίοι μελέτησαν 2.754 εθελοντές στις ΗΠΑ οι οποίοι απάντησαν σε ένα ερωτηματολόγιο ‘‘μέτρησης’’ της ευτυ­χίας αλλά και της δυστυχίας». Γίνεται αναφορά στη διαδικτυακή σελίδα, στο βιβλίο. (…)

Ώστε γονίδιο λοιπόν η ευτυχία! and I’m feeling good, πα­τάω διακόπτη, δηλαδή, and I’m feeling good, στέκεται έκθαμβη απέναντι απ’ την οθόνη του υπολογιστή της, το άρθρο ακίνητο κι αυτό, κοιτάζονται τα δυο τους. (…) Τώρα καταλαβαίνει, όλα τα καταλαβαίνει τώρα, γιατί η με το γελοίο βλέπει την ευτυχία κάθε μέρα καθισμένη στο απένα­ντι παγκάκι, χαμόγελο: φαίνεται πως κάποιοι το έχουν μέσα τους, αυτή το ψάχνει απέξω της. (…) «Ούου!» νεύει απ’ το παγκάκι η ευτυχία στις κρεμασμένες απ’ τα μανταλάκια δυστυχίες στο μπαλκόνι της γελοίας. «Θα πέσου­με», της λένε οι δυστυχίες. «Σκασίλα μου», ατάραχη απαντάει η ευτυχία. Ώστε γονίδιο, λοιπόν, η ευτυχία! and I’m feeling good, πα­τάω διακόπτη, δηλαδή, and I’m feeling good, και κονταροχτυπιού­νται ευτυχίες-δυστυχίες σ’ έναν ατέρμονο αγώνα επιβίωσης. Άρτος και θέαμα. Τρέλα και θέαμα. Εκεί θα μείνει αυτή, στην τρέλα και στο θέαμα, της λείπει το γονίδιο. Θα μείνει στη γωνία με το αποδι­οπομπαίο DNA η γελοία. Θα είναι το τραγί των ημερών. Θα γίνουνε και σύλλογοι φορέων και πασχόντων. Έπειτα στρατόπεδα, φρου­ρές. Κάστες και κλαμπ και θιασώτες. Και δεξιώσεις και διώξεις. (…)

Αγαπητοί μου φίλοι, όχι μόνο προσκυνάμε αυτό το κείμενο, αλλά έχουμε φτάσει να ζούμε διαδικτυακά, και αυτό γιατί η συνάντηση των δύο φύλων χωλαίνει όπως ο γηραλέος Οιδίποδας. «Το τραγούδι του λύγκα» πραγματεύεται αυτή την αδυναμία συνάντησης του άντρα και της γυναίκας, οι ήρωες στα όρια του γκροτέσκο είναι σαν να μας σιγοψιθυρίζουν και εάν υπάρχει και αν αυτή η συνάντηση δεν είναι απλώς μία επανάληψη, ποιο τίμημα πρέπει, άραγε, να πληρώσουμε; Μια από τις απαντήσεις βρίσκεται στο ανά χείρας βιβλίο, όπου η διάσταση του «γράμματος», κάποιες φορές, είναι πέραν της σημασίας.

.

.

 

– –

 
Image

[Παζλ ] του Δημήτρη Π. Κρανιώτη (e-περιοδικό Bibliothèque)

[Παζλ ] του Δημήτρη Π. Κρανιώτη (e-περιοδικό Bibliothèque)

http://bibliotheque.gr/?p=22137

Να γεννιέμαι στο δάσος 
από νερό και χώμα.
 
Δέντρο να γίνομαι
σκορπίζοντας τα φύλλα.
Να αιωρούμαι ανίερα
 
ως παζλ στον αέρα.
Να με τρώνε τα πουλιά
ως ρυτίδες με χρώμα.
Ν’ αναζητώ
με “Silver Αlert”
δίχως όνομα, 
εμένα.

 

Tags:

Image

Άννα Μπουτσουρίδου, Στραβός γιαλός σε βάφτισε

Άννα Μπουτσουρίδου, Στραβός γιαλός σε βάφτισε

Εγώ αγαπώ την Ευλαμπία, και θα την κλέψω για γυναίκα μου! Αυτή μου λέει, αποκλείεται! αλλά μήπως ξέρει αυτή; Εγώ την πήρα καβαλούρα στο μηχανάκι και πήγαμε στ’ ακρογιάλι, και ήταν ωραίο τ’ ακρογιάλι, αλλά αυτή έπαθε ηλίαση, γιατί δεν είναι μαθημένη στις ελιές, όπως εγώ. KATYA Fairy tales (13)Φορούσε και μπανιερό, την τήραγα που ’τανε ασπρουλιάρα ολούθε της και τήνε πλατσούριζα μπε και μπε με τα νερά και αυτή μη μη μη, και τρέχαμε στο περιγιάλι, που πιάνει από εδώ ίσαμε το πέρα χωριό, και έτσι εντομάτιασε το χρώμα της, αλλά μετά πόναγε σαν αρνί που το σουβλίζανε, κι εγώ γέλαγα, Ευλαμπία, της είπα είσαι αστεία, και αυτή μο ’λεγε, σκάσε, Θύμιο! αλλά μ’ άρεσε που πείσμωνε και δώσ’ του εγώ μπε μπε, μωρέ προβατίνα καψερή, και αυτή  σκάσε, Θύμιο! τσούζομαι, και της ετσίγκλησα το κωλομέρι, μ’ αρέσεις, Ευλαμπίτσα, κι έτσι χάλια που ’γινες, αυτή στρίγκλισε κι έφαγα μπάτσο, με γαργάλισες, της λέω, σιγά το χτύπημα, αλλά αυτή μούσκλωσε και, όταν γυρίσαμε και φτάσαμε στης μάνας της και απέ την είδε έτσι, τη γιαούρτωσε και με είπε κακοχρονεμένο που της έκανα ηλίαση,

.

KATYA Fairy tales (5).

και εγώ της είπα κυρα-Γιώργαινα ήταν μακρύς ο γιαλός όπου τρέχαμε, την επρόσεχα, εγώ δεν την άφηκα ούτε στη θάλασσα να μπει μην κινδυνέψει όπως το ξαδέρφι μου, που έλεγε πατώνω εδώ, και τον KATYA Fairy tales22αρώταγε η θεια μου, πατώνεις, βρε, κει; και έλεγε, πατώνω! αλλά μετά του ’φυγε από κάτω του το πάτημα και εβάθιασε! και τον σύρανε έξω, και αυτός είχε γκλουκιάσει θάλασσα. Τον αρώτησα πώς σου φάνηκε, και μου είπε είναι αρμυρή. Γι’ αυτό στην Ευλαμπία θα φτιάξω σκάφη να χωράει και να λούζεται μ’ άνεση που ’ναι νταρντανεμένα τα καπούλια της, και μου λέει η κυρα-Γιώργαινα, βρε, άμε στο διάολο, και συ και η σκάφη σου! αλλά δεν της θύμωσα, γιατί αφού θα παντρευτώ την Ευλαμπία, και δεν είναι σκοπός να μαλώνω από τώρα με την πεθερά μου.

.

KATYA Fairy tales (6)

Αrtwork: Katya Guseva

 

 

Tags: ,