
What do you do? How do you define yourself as an artist?
I draw.
What is your message?
Life is bizarre, reality is subjective and my drawings are very very detailed.

What do you do? How do you define yourself as an artist?
I draw.
What is your message?
Life is bizarre, reality is subjective and my drawings are very very detailed.
Laurie Lipton was born in New York and began drawing at the age of four. She was the first person to graduate from Carnegie-Mellon University in Pennsylvania with a Fine Arts Degree in Drawing (with honors). She has lived in Holland, Belgium, Germany and France and has made her home in London since 1986. Her work has been exhibited extensively throughout Europe and the USA.
Lipton was inspired by the religious paintings of the Flemish School. She tried to teach herself how to paint in the style of the 17th century Dutch Masters and failed. When traveling around Europe as a student, she began developing her very own peculiar drawing technique building up tone with thousands of fine cross-hatching lines like an egg tempera painting. “It’s an insane way to draw”, she says, “but the resulting detail and luminosity is worth the amount of effort”.


.
Ουρλιάζει η πόλη και φτύνει σάλια επιληψίας μπρος στο θέαμα. Μόνον αγώνας επιβίωσης, το θέαμα να επιβιώσει απ’ τα μπαλκόνια και τις τηλεοράσεις και τις μεγάλες έδρες στα γνωστά σχολεία, κι έτσι να απλώνονται οι λέξεις και οι ιδέες σαν χολέρα, breeze driftin’ on by you know how I feel, και συγχορδίες συνθημάτων να εκσφενδονίζονται σαν πεταλούδες με πυρηνικά στο μέλλον, butterflies all havin’ fun you know what I mean, κι ας τελματώνει η σκέψη και πράξη, «δε βαριέσαι». Αλλά γονίδιο, σου λέει, η ευτυχία ! Sleep in peace when day is done. Κι ώσπου να βρουν το αντιγονίδιο ή ώσπου να κάνουν εγχύσεις ευτυχίας στα ανάπηρα του κόσμου ή ώσπου να μεταλλάξουν τα στραβογεννημένα καύκαλα σε πασαρελογεννημένες πέτσες, that’s what I mean, με εγχειρήσεις ευφορίας πλαστικής, αυτή θα αναζητά τον τέταρτο δρόμο, τον μεταμοντέρνο, σικ, μασώντας νευρικά παρανυχίδες, χαπάκια καταπίνοντας, πιο σικ ακόμη, stars when you shine you know how I feel, βρίζοντας λόγια αιχμηρά και πνιγηρά.
Θα έχει τολμηρές επιθυμίες, θα είναι σέξυ. And a bold world for me, θα λέει.Θα θέλει να ανατείλει σαν έως σφριγηλή από τις στάχτες της κι απ’ τον ασφοδελόν λειμώνα, it’s a new day, it’s a new life for me, θα πει. Και ύστερα θα θέλει να αποθέσει στους μαστούς της τον τόπο της τον γαλαθηνό, it’s a new dawn, σουρουπώνει η ιδέα, και ογκόλιθους-προπάτορες θα θέλει να ανορθώσει στα τρυφηλά της μπράτσα, να λιβακώσει το σύμπαν θα θέλει στις μασχάλες, dragonfly out in the sun you know what I mean, don’t you know, έθνη στους αργαλειούς να ξάνει κι ολυμπιακή να υφάνει θα θέλει μεγαθήριο πλεξούδα, and this old world is a new world, το χνώτο ν’ εκπατρίσει μ’ ένα γαλλικό φιλί στου άλλου τη χοάνη, στην πλεκτάνη, κούτελο με κούτελο, όπως θα συναντιέται. Θα θέλει να εναγκαλίζεται με τους συμπορευόμενούς της αδελφούς μες στη μεγάλη πόλη, στην πόλη που μαύρισε, η πόλη, οh freedom is mine, με εωσφόρους να παρκάρουν τα κορμιά τους κι αγγέλους να αυτοεξορίζουν τα φτερά τους, κι αν όχι, όχι με αυτούς, and this old world is a new world, έστω να φιληθεί θα θέλει με μια απειλή, μια γάτα, μια φράντζα, ένα σπυρί, μια μπούκλα θα θέλει, έστω μ’ έναν νευρόσπαστο περιπατητή ή μέρος περιπατητή, and a bold world for me, δεν έχει σημασία θα θέλει, αδιάφορων στοιχείων κατά τ’ άλλα, η γελοία.
Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Γρηγόρη 2011
Πίνακες: Dino Valls
.
.

http://www.newsville.be/gr/Proswpa/ifigeneia_siafaka_to_tragoudi_tou_lygka.asp


«Πάντοτε καθ’ οδόν, πορ(ν)ευόμενος, ατενίζει το βουβό βασίλειο των νεκρών και των πικρών ειδών καφέ.» (σελ. 43)
Η συζήτηση για το τι ακριβώς συνιστά λογο-ΤΕΧΝΙΑ μπορεί να συνεχίζεται δυναμικά επ’ αόριστον και σίγουρα με πρισματική λογική προσέγγισης (εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει στοιχειώδης λογική), μια και η ισοπεδωτική σύγχρονη τάση, τόσο της γραφής όσο και της κριτικής και κατ’ επέκτασιν της κατανάλωσης πολτού, που αυτο-ορίζεται στο πλαίσιο αυτό σαν βιβλίο και, ακόμη χειρότερα, σαν «λογοτεχνία», δε φαίνεται να είναι ικανή να διασφαλίσει τους όρους και τα όρια για τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Για τη Λαγνεία ωστόσο της νομπελίστριας Αυστριακής συγγραφέως έχουμε χρέος να παρακάμψουμε τη μαστροπεία της πλειονότητας των εκδοτών και των κριτικών, αν και σε μια πρώτη (βεβιασμένη ή παρεξηγημένη) ματιά θα έλεγε κανείς ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός σκληρού πορνογραφικού υλικού σε εξευγενισμένο αμπαλάζ εύστοχου, πλούσιου και αθυρόστομου μυθιστορήματος και ότι συνεπώς εκπορ(ν)ευόμαστε αναλόγως των (προσ)ταγμάτων της εποχής.
Αλλά «είναι απαράδεκτο να κάνει κανείς έναν ζωντανό άνθρωπο φύλλα και φτερά και να μην τον διαβάζει καν» (σελ. 70), γράφει η Γέλινεκ, αφού «γνωρίζει όλες τις ύπουλες λαβές και απολαβές» (σελ. 39) του κόσμου, «καθώς υμνεί το γιο του θεού, που σε αυτή τη χώρα έπλασε τους ανθρώπους με χώμα και μεταμόρφωσε τα δάση της σε χαρτί» (σελ. 33) και αφού το «εργοστάσιο, με τη βοήθεια αυτών που το κατοικούν και το κινούν, παρήγε το χαρτί, το δικό μας λίπασμα, πάνω στο οποίο μπορούμε να γράφουμε και τις σκέψεις μας» (σελ. 100).
Λίπασμα ωστόσο για τη γέννηση τέχνης και λογοτεχνών είναι η ίδια η συγγραφέας όχι μόνο για τις ευαίσθητες κεραίες της που διεισδύουν στην εποχή της, παράγοντας εκ παραλλήλου μια (έστω και στοιχειώδη) μυθοπλασία ως όχημα για την ανάδειξη του προβληματισμού της• όχι μόνο για τη μεστή, άμεση και τεκμηριωμένη κριτική τη δια-νοούμενης, η οποία διαθέτει και εξαιρετικό ταλέντο στη γραφή και γι’ αυτό επαξίως μπορεί να χαρακτηριστεί λογο-τέχνις• όχι μόνο για το απαλλαγμένο από παντός είδους σύνδρομα πνεύμα που επιτίθεται με οξύτητα και χιούμορ στον εκδημοκρατισμένο φασισμό και στην ελευθεριότητα της εποχής μας• όχι μόνο για την αντίσταση στην προσωπική εκπόρνευσή της, με την απουσία παζαρέματος στην τεχνική, στην τέχνη και στο στόχο της• όχι μόνο για την έλλειψη φιλαυτίας που μαρτυρά η εξαιρετική δουλειά κάθε παραγράφου, καθιστώντας την είλωτα του λόγου, καθώς παράγονται σελίδες που χαρακτηρίζονται από έλλειψη φλυαρίας και κοινοτοπίας σ’ ένα βιβλίο που κινείται στους ιλιγγιώδεις, εσωστρεφείς και επαναληπτικούς ρυθμούς της ανθρώπινης Λαγνείας•αλλά κυρίως για τη δημιουργική και ποιητική ανάπλαση, διά μέσου των εργαλείων του λόγου, ενός θέματος που θα εξέπιπτε σε επιθεωρησιακή αισχρολογία ή δημοσιοποιημένη και δημοσιευμένη προσωπική σεξουαλική εκτόνωση στα χέρια κάποιου από αυτούς που παίρνουν τους «καυλούς» τους για «αυλούς» (σελ. 222) ή κάποιας από αυτές τις σύγχρονες «(κ)αυλητρίδες του σπιτιού» (σελ. 252), που προσβάλλουν την αισθητική και τη νοημοσύνη μας με την παραγωγή σκευασμάτων καθ’ ομοίωσιν. Εξαιρετική η μετάφραση του Λευτέρη Αναγνώστου σ’ ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και πολύσημο κείμενο του οποίου οι δυσκολίες συγγενεύουν σε πολλά σημεία με αυτές της ποιητικής μετάφρασης.
Δημοσιευμένο στο Περιοδικό «Πανδώρα»
Πίνακες: Laurie Lipton

Ο κόσμος γίνεται αδιάφορος, και όσο πιο αδιάφορος γίνεται, τόσο πλησιέστερα φαίνεται να κινείται προς ένα υπεράνθρωπο γεγονός, προς ένα ασυνήθιστο τέλος, που η αντανάκλασή του γίνεται μέσα στην πολλαπλασιασμένη ανυπομονησία μας. Όχι μόνον εμείς, αλλά η Ιστορία και τα γεγονότα δίνουν την εντύπωση πως γίνονται λεία στα συνδυασμένα αποτελέσματα αυτής της ανυπομονησίας και αυτής της αδιαφορίας.
Για να αντικρούσει την επιτάχυνση των δικτύων και των κυκλωμάτων, ο κόσμος θα αναζητήσει τη βραδύτητα, την αδράνεια. Με την ίδια κίνηση ωστόσο θα ζητήσει κάτι πιο ταχύ από την επικοινωνία: την πρόκληση, τη μονομαχία. Από τη μια μεριά η αδράνεια και η σιωπή, από την άλλη η πρόκληση και η μονομαχία. Το μοιραίο, το άσεμνο, το αντιστρέψιμο, το συμβολικό, δεν είναι έννοιες, εφόσον τίποτε δε διακρίνει την υπόθεση από τη βεβαιότητα: η διατύπωση του μοιραίου είναι κι αυτή μοιραία, ή δεν είναι. Με αυτήν την έννοια, η διατύπωση αυτή είναι πράγματι ένας λόγος του οποίου η αλήθεια έχει αποσυρθεί, έχει τραβηχτεί (ακριβώς όπως κάποιος τραβά μία καρέκλα κάτω από κάποιον που είναι έτοιμος να καθίσει).
Jean Baudrillard, Η έκσταση της επικοινωνίας
Μτφρ: Bαγγέλης Αθανασόπουλος, Εκδόσεις Καρδαμίτσα 1991
Πίνακας: Laurie Lipton
.
Εθνική εορτή. Παρέλαση Μαρτίου.
Επέτειος βελτίωσης λιγάκι του καιρού.
Μπλε ποδίτσες άσπρα συννεφάκια φοράει
η αίθρια από μια σκοπιά ημέρα.
Σημαιοφόρα πράσινα φύλλα, σημειωτόν το έαρ.
Νικητήρια παιδάκια κρατούν
χάρτινες σημαιούλες κυματίζουν
υπερήφανες μάνες.
.
Κάθομαι στο άδειο παγκάκι με μιαν ηλιαχτίδα.
Παλιά μου συμμαθήτρια,
όμως αυτή πώς τα κατάφερε
και μένει από τότε, όλο στην ίδια ωραία τάξη.
.
.
Ομοβροντίες σχολείων. Επέτειος νεότητος.
Τιμές σε ανδριάντα. Όρθιος ο πυρπολητής
στη μισή του βάρκα. Οικονομία στο μάρμαρο
σπατάλη ηρωισμού ή κόπηκε η έμπνευση στη μέση;
ποιος ξέρει, πολλές των εκδοχών οι ναυμαχίες.
.
.
.
Ευτυχώς, η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ χαραγμένη
στο σώο ήμισυ της βάρκας
ευανάγνωστα επιπλέει και βυθίζει
τα εχθρικά τεράστια κύματα της ακινησίας.
Καθηγητής στεφανώνει το άγαλμα
κι εγώ το προεόρτιον μαθητή.
Υποκειμενικό και το ένδοξο.
.
.
Παλιά αναγνωστικά σε ψηφιακή μορφή
.
.
.
.