Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι
Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’ αχαμνά του
Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει
Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια
Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω; φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη φτενή δίχως καρένα σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.
Η Ειρήνη γνώρισε τον άγγελό της δεκατριών χρονών και δύο μηνών. Ήμερα Σάββατο, παραμονή της Σταυροπροσκυνήσεως του σωτηρίου έτους 1913. Την ίδια ώρα είδε και το αίμα της. Κατέβηκε εντελώς απροειδοποίητα, χωρίς να ανοίξει καμιά πληγή. Ακριβώς τη στιγμή που θύμιαζε τα εικονίσματα και ήταν απορροφημένη από την ωραιότητα του αρχαγγέλου Γαβριήλ. (…)
Κι ενώ το πάνω στόμα της γυναίκας είναι άτριχο και καθαρό, το κάτω έρχεται καιρός όπου σκεπάζεται με μαλακή τρίχα, φουσκώνει και μυρίζει γιατί όλο στα σκοτεινά ζει και μασουλά μόνο τον εαυτό του και ροκανίζει ασταμάτητα όπως το στόμα του λαγού. (…) Και τις νύχτες σου άρεσε, Ειρήνη, να κρατάς απαλά τα χείλη του λαγού και μαζί κλείνατε τα μάτια και μαζί ξυπνούσατε το πρωί. Κι έβγαζες τότε το ζώο για νερό στο περιβόλι κι έβλεπες να τρέχει το νερό σας ζεστό με πολλά σφυρίγματα και τινάγματα και γινόταν ποτάμι, όχι άγριο, μόνο λιγάκι αφρισμένο πάνω στο χώμα. Πόνο όμως δικό σου, μυστικό αίμα και άγγελο Κυρίου οδηγό και φύλακα ποτέ δεν είχες συναντήσει (…)
Εικοσιέξι μέρες πέρασαν από το Σάββατο της Σταυροπροσκυνήσεως ως τη Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα των αγίων παθών, της λόγχης και του ξιδιού. Προς το μεσημέρι και μετά την Ακολουθία των Ωρών, τη στιγμή που η Ειρήνη μαζί με άλλες στόλιζαν τον Επιτάφιο, ένιωσε ξαφνικά επιθυμία για κάτι γλυκό. Οι μυρουδιές από τα τριαντάφυλλα, τα κρινάκια, τα ζουμπούλια, τα άνθη της λεμονιάς και της νεραντζιάς και από τις μισοανθισμένες πασχαλιές ανακατώθηκαν με τη μυρουδιά βανίλιας και καραμέλας και όλη η εκκλησία μύρισε, από το ιερό ως τον γυναικωνίτη, ψημένο αμύγδαλο και κουραμπιέδες. Την ίδια στιγμή είδε η Ειρήνη ψηλά πάνω στο τέμπλο τον άγγελό της να φτερουγίζει, ντυμένος όπως και την πρώτη φορά και να την παρατηρεί με τα μεγάλα του φωτεινά μάτια σκοτεινιασμένα λίγο από τις μακριές του βλεφαρίδες. (…)
Ίσα που πρόλαβε ο άγγελος του Κυρίου και ακούστηκαν φοβεροί και τρομεροί χτύποι στις πόρτες και στα παράθυρα. Έτριξαν τα θεμέλια του σπιτιού, σείστηκαν οι τοίχοι και τα πατώματα πήγαν κι ήρθαν. Και πολλά πιάτα έπεσαν από τα ράφια και συντρίφτηκαν. Και το κουτί της ζάχαρης άνοιξε μόνο του και χυνόταν η ζάχαρη άσπρη και τριζάτη από το ράφι ως το πάτωμα, ενώ ο αέρας γέμισε από τη μυρουδιά της μέντας, της κανέλας και της σοκολάτας. Αυτό ήταν και το τελευταίο που ένιωσε η Ειρήνη προτού λιποθυμήσει στην αγκαλιά του αγγέλου της. Κι όταν (άγνωστο πότε) συνήλθε, της είχε περάσει κάθε πόνος του αίματος και κάθε επιθυμία για γλυκά. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν μέσα στο σκοτάδι. Μονάχα ένα αδιόρατο φως φαινόταν να ξεκινά από το σώμα του αγγέλου και να πλημμυρίζει το δωμάτιο.
Και μέσα σε τούτο το γαλάζιο αχειροποίητο φως είδες, Ειρήνη, ότι κρατούσες στο στόμα σου και έγλειφες ασταμάτητα και πιπίλαγες σαν τα μωρά τον άγγελό σου. Κι εκείνος ο δύστυχος έλιωνε έτσι και λίγνευε, διάφανος σχεδόν, σαν χαρτί από την αδυναμία. (…)
Έτσι πέρασαν τέσσερις ημέρες γλύκας και πόνου. Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο, Άγιο Πάσχα και Δευτέρα της Διακαινησίμου. Και όλον ετούτο τον καιρό είχε η Ειρήνη στην κατοχή της και δοκίμαζε, έγλειφε και πιπίλιζε ασταμάτητα τα τρυφερά μέλη του ωραίου και διάφανου αγγέλου της. Κι αν είχε επιθυμία για κάποιο γλυκό του κουταλιού ή του ταψιού, γέμιζε το στόμα της και ευφραινόταν ο ουρανίσκος της από το γλυκό εκείνο. Κι αν ήθελε βερίκοκο με αμύγδαλο και σιρόπι, το είχε αμέσως. Κι αν λαχταρούσε βύσσινο, σοκολάτα, κομπόστα μήλου ή αχλαδιού, σοκολατάκια γεμιστά και σκέτα, τα είχε όλα και τα χόρταινε. Όμως εκείνα τα περίεργα γλυκά του πειρασμού με τα ξενικά ονόματα, τα άγνωστα υλικά και τις ανάμειχτες γεύσεις, η Ειρήνη δεν τα δοκίμασε. Ούτε έφαγε τις καραμέλες με τις γεύσεις των χεριών, των ματιών και των χειλιών, φανερών και μυστικών. Πιθανόν δεν θέλησε ή ίσως να ντράπηκε τον άγγελό της και δεν τόλμησε να του ζητήσει κάτι τέτοιο. Άλλωστε δεν ήταν και πολύ βέβαιη αν θα μπορούσε να της προσφέρει όλες αυτές τις γεύσεις κι έμεινε στα γνωστά. (…)
Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τρία απρόσεκτα διηγήματα (H περίοδος της Ειρήνης), σελ. 13, 14,15, 27, 29, 30, Εκδόσεις Άγρα, 2012
Η κυρία Χέντγεν, εξακολουθώντας να νιώθει θυμό, ανέβηκε στη μεγάλη κάμαρα για να φέρει λουκάνικα για το βραδινό φαγητό, κι επειδή ο θυμός σε κάνει απρόσεχτο, κλώτσησε τα καρύδια, που κύλησαν με εκνευριστικά δυνατό θόρυβο μπρος από τα πόδια της. Κι όταν, σαν να μην έφτανε αυτό, πάτησε κι ένα, ο θυμός της έγινε ακόμα πιο έντονος. Για να μην πάνε όμως τελείως χαμένα, βάλθηκε να καθαρίζει προσεκτικά την ψίχα από τα σπασμένα τσόφλια· έβαζε στο στόμα της τα άσπρα κομμάτια και σκουροκίτρινη πικρή τους πέτσα, και κάθε τόσο φώναζε για να ακούσει η παραμαγείρισσα: τελικά το τσουλάκι την άκουσε και ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά, μόλις όμως μπήκε μέσα στην κάμαρα, την υποδέχτηκε ένας χείμαρρος από βρισιές: βεβαίως, όποιος κορτάρει με τους αλήτες δεν μπορεί παρά να κλέβει και καρύδια, τα δυο πάνε μαζί, τα καρύδια τα είχε απλώσει κοντά στο παράθυρο και τώρα είχαν φτάσει ίσαμε την πόρτα – και φυσικά δεν είχαν πόδια να περπατάνε από μόνα τους: σήκωσε το χέρι έτοιμη να χτυπήσει τη μικρή, κι αυτή έσκυψε το κεφάλι και ύψωσε το μπράτσο της για να προφυλαχτεί, όμως καθώς εκείνη τη στιγμή ένα τσόφλι κόλλησε στα δόντια της, η κύρια Χέντγεν αρκέστηκε να το φτύσει με σιχασιά. Μετά κατέβηκε στο μαγαζί, ακολουθούμενη από την κοπέλα που μυξόκλαιγε.
Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ. Κώστας Κουντούρης, σελ.17, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.
Αι γυναίκες είνε αι πλείσται μάλλον ηλίθιαι ή τρελλαί. Υπάρχουσιν όμως και τίνες μανιώδεις. Μία Κρήσσα, εξ έρωτος παθούσα και αυτή, δεν καταδέχεται να απαντήση καν εις τας ερωτήσεις μας και απομακρυνόμεθα αυτής φρονίμως, διότι όταν οργισθή πηδά αδιακρίτως εις τον λαιμόν του προστυχόντος ζητούσα να τον πνίξη. Αι συμπαθέστεραι όλων είνε δύο αδελφαί, μένουσαι εν ενί των ιδαιτέρων δωματίων προ ετών, μέσης ηλικίας, διατηρούσαι όμως επί της παρηκμακυίας μορφής των ίχνη καλλονής έτι, αίτινες θα ηδύναντο να χρησιμεύσωσιν ως υπόδειγμα αδελφικής στοργής.
Είχε πάθη η μία εξ αυτών και ενεκλείσθη εις το άσυλον τούτο• αλλ’ η άλλη δεν ηθέλησε να την εγκαταλείψη και συνεκλείσθη μετ’ αυτής. Ούτω δε τρελλαί αλλά αγαπώμεναι πάντοτε μένουσι συζώσαι, και η μία περιθάλπει την άλλην, και αι δύο δε ομού μεγάλην ξανθήν πλαγγόνα, με κατακοκκίνους παρειάς και στίλβοντα ακίνητα όμματα, αναστήματος πενταετούς παιδίου περίπου, ήν κρατούσι πάντοτε ενηγκαλισμένην ως να ήτο βρέφος. Όλη των η στοργή συγκεντρούται εις το αναίσθητον αυτόν ξόανον, και το θωπεύουν, και το λικνίζουν, και το ασπάζονται, και τω ομιλούν, ως να είνε έμψυχον, τέκνον των πραγματικόν.
Του ετοιμάζουν μόναι των ράπτουσαι φορέματα, του αλλάζουν τα ενδύματά του τακτικά, τα πλύνουν, τα σιδηρόνουν, καλύπτουσαι αυτό μετά προσοχής όταν το γυμνόνουν διά να μη ταις κρυώση το πτωχόν! Και το νευρόσπαστον δέχεται όλα αυτά, ανοίγον υπερμέτρως διατεταμένους τους αβλεφάρους του οφθαλμούς, τείνον ασευνειδήτως εις τα φιλήματά των την εκπεπληγμένην μορφήν του και κινούν τους ξανθούς βοστρύχους του.
Μιχαήλ Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών, σελ. 92-93, Εκδόσεις Πατάκη, 2004
Είσαι ένα μικρό, πολύ μικρό κορίτσι, Ζωή. Και τι να σου κάνω εγώ. Είμαι πολύ μικρό, μικρό αγόρι, κανένας δεν μου παραβγαίνει στην άγνοια, στη μωρία και στην ευαισθησία, ένας ζουμερός μανδραγόρας. Μικρή, κακομαθημένη κι ανυπάκουη σε εκπαίδευσε ο πατέρας σου Ζωή Κόλερ. Ανυπάκουη και κακόκεφη σε γνώρισα – αλλά, όταν σε πρωτοείδα, αμέσως σε ονειρεύτηκα. Κάτι στο λαιμό σου, κάτι στο πρόσωπο των είκοσι χρόνων, στα χείλη, στο πώς έβγαζες την ανάσα σου, μου έδωσες υλικό να σε φανταστώ σαν τα όνειρά μου, σαν τις γυναίκες μου της Ιερουσαλήμ, Αιγυπτία. Δεν υπήρξαν ποτέ αυτές. Πλάσματα της φαντασίας μου. Μονάχος μου σε ονειρεύτηκα, μονάχος μου διάλεξα το ψέμα. Ποτέ δεν έμαθα να αγαπώ κανέναν. Ο Τζίμυ και η Σίλεια φοβόντουσαν την αγάπη. Μόνον να ονειρεύομαι ανοησίες για γλυκές γυναίκες που αγαπούν όπως στο σινεμά. Αυτό μου έμαθαν. Αλλά τότε γιατί, γιατί, γιατί σε έλουσα και σε άλειψα μύρα και σε πόνεσα, γιατί.
.
.
Κάναμε κούνια στις ζαχαρένιες αιώρες του Φραγκονάρ, ανεβήκαμε σε ψηλά βουνά και δεν γαμηθήκαμε, απαρνηθήκαμε τον Θεό και δεν φιληθήκαμε, κατουρούσαμε πάντα ξεχωριστά, ζητιανεύαμε ομορφιά, σαν τον Ιωάννη Κητς, στα βιβλία, στους πίνακες και στα γραφικά τοπία… και δεν γουρλώσαμε μια φορά, γαμώ το κέρατό μου, τουλάχιστον μια φορά τα μάτια από άγρια καύλα – και τότε γιατί ζούσαμε μαζί, γιατί λέγαμε «δεν πειράζει», γιατί δεν μας ειδοποίησε κανείς που αντιδρούσαν όλοι τόσο ευγενικά: «Πόσο μοιάζουν αυτοί οι δύο, σαν αδελφάκια είναι».
12 /2 Απόψε μετά το γραφείο, βγήκα και στάθηκα μπροστά στο «Αττικόν», όπου είχα ραντεβού με την Τατιάνα που ήρθε στις 7 παρά, ένα τέταρτο αργοπορημένη, γιατί έβρεχε. Κρατούσε μια κοκκινωπή ομπρέλα κι ευτυχώς που έβρεχε γιατί λόγω της βροχής μπόρεσα, παρόλο που είναι ψηλή, αλλά εγώ είμαι ψηλότερος, να της πάρω με το ένα χέρι την ομπρέλα, και το άλλο, τάχα μου αυθόρμητα, επειδή έβρεχε και λόγω της διαφοράς του ύψους μας, να το βάλω γύρω από τους ώμους της που τους έσφιξα με το μπράτσο μου χώνοντας τα δάχτυλά μου μέσα στα μαύρα της κατσαρά μαλλιά.
,
,
Τα ένιωσα στη φούχτα μου όχι σαν βρεμένα μαλλιά, αλλά σαν κάτι πιο βαθύ και πιο παλιό, σαν τζίβα που το νερό που την ύγρανε την έκανε και έβγαζε μια αψιά μυρωδιά όπως από κουβέρτες καιρό κλεισμένες στην κασέλα, κάτι σαν την αποφορά από το τρίχωμα παμπάλαιου ζώου σε αρχαίο δάσος όπου συνεχώς βρέχει και, ενόσω προχωρούσαμε έτσι βαστηγμένοι κάτω απ’ τη βροχή, τη μικρή απόσταση ως το φανάρι απέναντι από του Κάουφμαν, ένιωθα επάνω στα πόδια μου ένα ρυθμικό γλυκό λίκνισμα που μ’ άρεσε να σκέφτομαι πως ήταν οι σφιχτοί γλουτοί της κολλημένοι πάνω στους δικούς μου, μπορεί όμως να ήταν η κρεμαστή της τσάντα που, καθώς έπεφτε με το λουρί από τους ώμους της προς τα κάτω, παρεμβαλλόταν ανάμεσα στα πόδια μας, και κουνιόταν σύμφωνα με το ρυθμό του βαδίσματός μας, κι εγώ το μετέφραζα αυτό ότι ήταν το κούνημα των γοφών της πάνω στους δικούς μου, μάλιστα, αν όχι με επιθυμία, τουλάχιστον με αποδοχή.
,
,
Μπήκαμε στη σκεπαστή στοά του «Άστυ» όπου κλείσαμε την ομπρέλα και απομακρύνθηκαν τα πόδια μας, μπήκαμε στο Ντράγκστορ που ήταν γεμάτο κόσμο και ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμα, βρήκαμε ένα τραπέζι πλάι στη τζαμαρία που βλέπει στη στοά, βγάλαμε τα παλτά μας, κάτσαμε, και, κάτω από τη γυάλινη επιφάνεια του τραπεζιού, που ήταν άδεια από τα φλιτζάνια των προηγούμενων, είδα τα πόδια της. Ήταν ορθά και τεντωμένα μέσα σε κάλτσες ριγωτές, από τα γόνατα και κάτω, και φόραγε αθλητικά ίσια παπούτσια που μ’ έκαναν να σκέφτομαι πώς είναι τα δάχτυλά της όταν τα βγάζει, και, μαζί, είδα πάνω απ’ τα γόνατά της τους μηρούς της που ήταν σκληροί και νιότικοι αλλά τόσο σφιχτοκλεισμένοι σε μια μαύρη φούστα που μου φάνηκε πως ασφυκτιούσαν μέσα σε αυτήν την κλεισούρα κι άλλο δε θέλανε παρά να σπάσουνε τη φούστα κι μ’ ένα στεναγμό να μείνουν έτσι ανοιχτοί.
.
.
Δεν είδα τι έγινε παραπέρα με τα πόδια της Τατιάνας γιατί ήρθε ο σερβιτόρος και γέμισε την επιφάνεια του τραπεζιού με τα σύνεργα του καφέ, που είχαμε παραγγείλει, κι εμείς συνεχίσαμε να μιλάμε γι’ αυτά που είχαμε αρχίσει, το ένα και το άλλο της ζωής μας, ευχάριστη κουβέντα, αλλά εγώ, καθώς το θυμάμαι τώρα, είχα και μια στενοχώρια, όχι γιατί μου ήταν αδιάφορα αυτά που λέγαμε, αλλά γιατί, ενόσω τα λέγαμε, δεν είχα μπορέσει να δω τι έγινε με τα πόδια της Τατιάνας απ’ τα γόνατα και πάνω.
.
.
Γιώργος Μπρουνιάς, Σημειώσεις για ένα ημερολόγιo, σελ. 56-57, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 1993.
Αργά το απόγευμα, χειμώνα – καλοκαίρι, στον κήπο, ή εδώ στο παράθυρο, κάτω
απ’ την επίδραση του αποσπερίτη, ανέβαζα τ’ αριστερό μου χέρι
ν’ αγγίξω τα χείλη μου, αργά, προσεχτικά, αφηρημένα, γύρω – γύρω,
σα να ’ταν να βοηθήσω στο σχηματισμό μιας άγνωστης λέξης ή σα να ’ταν
να στείλω κάπου ένα φιλί αναβλημένο.
Κείνα τα χρόνια,
πολλές φορές, σεργιανώντας μονάχη στον κήπο, μου ’χε τύχει
να ’ρχεται αθόρυβα πίσω απ’ τη ράχη μου η σελήνη, και ξάφνου
να μου σκεπάζει με τις δυο παλάμες της τα μάτια. «Ποιος είμαι;» ρωτούσε.
«Δεν ξέρω, δεν ξέρω», αποκρινόμουν για να με ξαναρωτήσει.Εκείνη δε ρωτούσε πια. Χαλάρωνε τα δάχτυλα της. Έστρεφα πίσω.
Οι δυο μας, πρόσωπο με πρόσωπο. Το δροσερό μάγουλό της
πάνω στο μάγουλό μου — κι όλο το χαμόγελό της — της το άρπαζα κ’ έτρεχα
με κυνηγούσε ολόγυρα στο σιντριβάνι.
Κάποια νύχτα
μ’ έπιασε επ’ αυτοφώρω η μητέρα: («Με ποιον κουβεντιάζεις;».
«Κυνηγούσα τη γάτα μη φάει τα χρυσόψαρα», αποκρίθηκα. «Ανόητη»,
είπε η μητέρα («δεν εννοείς να μεγαλώσεις». Κείνη τη στιγμή,
όντως ή γάτα τρίφτηκε στα πόδια μου. Ένα μεγάλο χρυσόψαρο
τινάχτηκε έξω από το σιντριβάνι. Το άρπαξε η γάτα
και κρύφτηκε μες στις τριανταφυλλιές. Φώναξα. Την κυνήγησα —
(τρόμαξα μη μου φάει τόνα χέρι τής σελήνης) — κ’ ή μητέρα με πίστεψε.Έτσι γίνεται πάντοτε. Δεν ξέρουμε πια πώς να φερθούμε,
πώς να μιλήσουμε, σε ποιον, και τι να πούμε. Μένουμε μόνοι
με αφανείς δυσκολίες, σε αφανείς πολέμους, χωρίς νίκη ούτε ήττα,
με πλήθος αφανείς εχθρούς ή, μάλλον, εχθρότητες. Ωστόσο
και με πολλούς συμμάχους —αφανείς κι αυτούς— καθώς η σελήνη
του παλιού κήπου, καθώς το χρυσόψαρο ή ακόμη κ’ η γάτα.
Και η νύχtα κρημνίζεται έξω
απ’ το παράthυρο
με τον ήχο από εθελούσιες ψιχάlες ν’ αlυχτούν σε
δρώmενα σκουριάς πάνω στα κάγκeλα του μικρού
μου φτωχικού αιΩνα στο μπαλκόnι ΟρθώNομαι από
τρόmο όrαmα κοιμισmένο σε πάπλomα ανάσκελα
Χωρίς ν’ ακούω παrά μόνοn enαν απόηχο από σenα
Που Sυnορεύεις εκρηκτικά ενύπνια σε πράγματα,
πράξεις, εξαγγελίες, ραμφίσματα αρχαγγέλων,
συλlήψεις ηρωικές, αναρροfήσεις έρωtα Άσfαχτου
ακόμη από τον ηδοnικό νικέlινο σπασμό Εnός φιlιού
Που μ’ αrαβουργήματα η Μνήμη
τη γλώσσα κεντimένη
πλημμυρίζει Όρthια σε Στύση
Εκμαυλισmένη μες στην κόpωση Από
τους μώλopes μιας θείας κοιnonίας:
Πάνω σε κείνο ακριβώς το lάvετε fάgετε
εντοπίστηκε η ατυχής εκpυρσοκρότηση
Sarkiων
Και στο επ’ ώμου ντραπήκαμε οικτρά
για τα ωμά τα ερωτικά
τα
κremaσμένα
απ’ τη Lαvίδα
του ιερeως
Κι εκείνος μας λυπήthηκε
Κι απελπισμένος κραύγαζε:
Θεοί και Δαίμονες
προσέλθετε εις τον Οίκοn του Κυρίου
με απλότητα και με τις μαυροφορεμένες
hήρες σας παρέα και τους κουτσουrεμένους σας
παtέρες στα δεκαnίκια της απόlαυσης μιας άπνοιας
ερώtων Και με τα ψόφια αρseνικά ή θiliκά ή
κι ερμαφrόdita Που τρίβουν της οιμωγής τους το
δοξάρι Κenτρίζοντας τη μέLισσα Που δεν περna
η μέLισσα έτσι όπως τρέhουνε
τα αιχμάλota mελλούμena
στο χαlασmeno σpόri του κaυlού σας
Ή…
(βροnτοφώναξε τόσο που ευνουχίστηκε
η χορδή τσιρίζοντας εξέγερση)
Ε ά ν δen σας βαρenει ο δρόmος σας
Σύρτε με χαlινό οικόsιτο ως εδώ
τους νιόβγαλτους βλαστούς σας:
τα όσα Lιμασμένα από θηlή βλeμμα
κι από τη hειραγώγηση ενός χαδιού
σπαργανωμένου με φωnήεν
σε αρχέγονα ερυθήματα
Θα ψάllω εγώ για την ανάπαυση
Κι εμείς γυρίσαμε το βλemμα
ένα γύρω έτσι
αποκολληmένοι
απ’ τα δικά
μας
σ οmα ta
και στρεβλωμένοι
εκτός των Όπως
ανάλαφρες
μεμβράνες
ο ένας μες στον άλλον
Kι αναμασούσαμε εκστατικά μια χρυσοπράσινη παράνοια
στην άκρη της Lαvίδας
Έτσι ρέαμε φως ανάμεσά μας
γιατί κανείς μας δεν μιλούσε
καμιά γλώσσα γνωστή στην Οικουmένη
Μόνον βουβοί στeργαμε να φλυαρούμε για τα
παλιά μας χρόνια Που σ’ έρημους πλέον μαχαλάδες
διαλαλούσαν αλαλαγμούς παράφορους για μιαν
ασβεστωmένη ήττα επάνω σε πατίνια Πρόθυμη να
εκτιναχθεί σε λίγο από σμπαραλιασμένα γόνατα
Θρυψαλιασμένους αστραγάλους
Στο εύθραυστο να γράψει σε πλάκα ιωδίου
«διά το filoνiκείν εις τα οστά των»
Που σε ελεύθερη μετάφραση εμβρυακών ασμάτων
σημαίνει πως τούτη η εύτολμη αθωότητα
των παιδικών κραυγών Που κλαυθμηρίζανε
τις μοίρες στα πλακόστρωτα Δeν ήταν
τίpοτε άλλο παρά η άτεγκτη
υπενθύμιση του ήλιου
πως η φαιά ουσία
αρμέγεται νωπή
στον τοκετό
των οδυνών
μέσα στην
κούφια
σύριγγα
του
Α
Ν
Θ
Ρ
0 p 0
Υ