RSS

Tag Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα

Image

Ελφρίντε Γέλινεκ, “Λαγνεία”, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις Εκκρεμές, 1999

«Πάντοτε καθ’ οδόν, πορ(ν)ευόμενος, ατενίζει το βουβό βασίλειο των νεκρών και των πικρών ειδών καφέ.» (σελ. 43)

Η συζήτηση για το τι ακριβώς συνιστά λογο-ΤΕΧΝΙΑ μπορεί να συνεχίζεται δυναμικά επ’ αόριστον και σίγουρα με πρισματική λογική προσέγγισης (εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει στοιχειώδης λογική), μια και η ισοπεδωτική σύγχρονη τάση, τόσο της γραφής όσο και της κριτικής και κατ’ επέκτασιν της κατανάλωσης πολτού, που αυτο-ορίζεται στο πλαίσιο αυτό σαν βιβλίο και, ακόμη χειρότερα, σαν «λογοτεχνία», δε φαίνεται να είναι ικανή να διασφαλίσει τους όρους και τα όρια για τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Για τη Λαγνεία ωστόσο της νομπελίστριας Αυστριακής συγγραφέως έχουμε χρέος να παρακάμψουμε τη μαστροπεία της πλειονότητας των εκδοτών και των κριτικών, αν και σε μια πρώτη (βεβιασμένη ή παρεξηγημένη) ματιά θα έλεγε κανείς ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός σκληρού πορνογραφικού υλικού σε εξευγενισμένο αμπαλάζ εύστοχου, πλούσιου και αθυρόστομου μυθιστορήματος και ότι συνεπώς εκπορ(ν)ευόμαστε αναλόγως των (προσ)ταγμάτων της εποχής.

lipton_meg_02

Αλλά «είναι απαράδεκτο να κάνει κανείς έναν ζωντανό άνθρωπο φύλλα και φτερά και να μην τον διαβάζει καν» (σελ. 70), γράφει η Γέλινεκ, αφού «γνωρίζει όλες τις ύπουλες λαβές και απολαβές» (σελ. 39) του κόσμου, «καθώς υμνεί το γιο του θεού, που σε αυτή τη χώρα έπλασε τους ανθρώπους με χώμα και μεταμόρφωσε τα δάση της σε χαρτί» (σελ. 33) και αφού το «εργοστάσιο, με τη βοήθεια αυτών που το κατοικούν και το κινούν, παρήγε το χαρτί, το δικό μας λίπασμα, πάνω στο οποίο μπορούμε να γράφουμε και τις σκέψεις μας» (σελ. 100).

Lipton_LG_Organ-GrinderΛίπασμα ωστόσο για τη γέννηση τέχνης και λογοτεχνών είναι η ίδια η συγγραφέας όχι μόνο για τις ευαίσθητες κεραίες της που διεισδύουν στην εποχή της, παράγοντας εκ παραλλήλου μια (έστω και στοιχειώδη) μυθοπλασία ως όχημα για την ανάδειξη του προβληματισμού της• όχι μόνο για τη μεστή, άμεση και τεκμηριωμένη κριτική τη δια-νοούμενης, η οποία διαθέτει και εξαιρετικό ταλέντο στη γραφή και γι’ αυτό επαξίως μπορεί να χαρακτηριστεί λογο-τέχνις• όχι μόνο για το απαλλαγμένο από παντός είδους σύνδρομα πνεύμα που επιτίθεται με οξύτητα και χιούμορ στον εκδημοκρατισμένο φασισμό και στην ελευθεριότητα της εποχής μας• όχι μόνο για την αντίσταση στην προσωπική εκπόρνευσή της, με την απουσία παζαρέματος στην τεχνική, στην τέχνη και στο στόχο της• όχι μόνο για την έλλειψη φιλαυτίας που μαρτυρά η εξαιρετική δουλειά κάθε παραγράφου, καθιστώντας την είλωτα του λόγου, καθώς παράγονται σελίδες που χαρακτηρίζονται από έλλειψη φλυαρίας και κοινοτοπίας σ’ ένα βιβλίο που κινείται στους ιλιγγιώδεις, εσωστρεφείς και επαναληπτικούς ρυθμούς της ανθρώπινης Λαγνείας•αλλά κυρίως για τη δημιουργική και ποιητική ανάπλαση, διά μέσου των εργαλείων του λόγου, ενός θέματος που θα εξέπιπτε σε επιθεωρησιακή αισχρολογία ή δημοσιοποιημένη και δημοσιευμένη προσωπική σεξουαλική εκτόνωση στα χέρια κάποιου από αυτούς που παίρνουν τους «καυλούς» τους για «αυλούς» (σελ. 222) ή κάποιας από αυτές τις σύγχρονες «(κ)αυλητρίδες του σπιτιού» (σελ. 252), που προσβάλλουν την αισθητική και τη νοημοσύνη μας με την παραγωγή σκευασμάτων καθ’ ομοίωσιν. Εξαιρετική η μετάφραση του Λευτέρη Αναγνώστου σ’ ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και πολύσημο κείμενο του οποίου οι δυσκολίες συγγενεύουν σε πολλά σημεία με αυτές της ποιητικής μετάφρασης.

Δημοσιευμένο στο Περιοδικό «Πανδώρα»

http://www.biblionet.gr/book/24398/Jelinek,_Elfriede,_1946-/%CE%9B%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Πίνακες: Laurie Lipton

 

Tags: , , , , , , , , ,

Image

Απόβροχο (στίχοι τραγουδιού)

 

Τις μέρες που αγυρτεύανε οι στάλες του Θεού
στ’ απόβροχο τα θάματα μας παίρνανε το νου
κοντά παντελονάκια, τιραντούλες και φωνές
αφήναν στο πετρόστρωτο ασπρόμαυρες μπαλιές

Πεντόβολα αράζαν στα παρτέρια, στις αυλές
απλώναμε χοχλιούς κι ήταν οι άμαχες στρατιές
ουράνιο τόξο στόχευε κουρσάρους, πειρατές
ψωμί, ζάχαρη λιώνανε στο στόμα οι νικητές

 magnolia4

Εσύ γουλί, με ένα φιόγκο εγώ πορτοκαλή
τυλίγαμε μ’ ένα σεντόνι πάνω στη σιωπή
τη μοναξιά και κάτι κουρελιάρικα κουκλιά
κι ήταν τ’ απόβροχο νωπά που μύριζε φιλιά

Ρεφρέν

Εγώ θα ζευγαρώσω με τ’ απόβροχο ξανά
πληρώνω τη δροσιά απ’ τα φιλιά πανάκριβα
θ’ αφήσω στο παγκάκι την ομπρέλα μοναχή
εσύ ξέρω πως έφυγες μα όχι κι η βροχή.

Αθήνα 1999

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πανδώρα

 

Tags: ,

To κορίτσι με τις κόκκινες γαλότσες

Evelyn Williams (51)Το βράδυ δεν έκλεισα καθόλου μάτι, είναι και η βροχή που τσαλαβουτά στο μισοσπασμένο μαρμαράκι στο περβάζι κι έπειτα πλαφ! σάλτο μορτάλε για τον τσίγκο, στο μικρό υπόστεγο της πόρτας. Βρέχει πολύ εδώ, ω θεέ μου, βρέχει, και ύστερα πέφτουν, συνέχεια πέφτουν, απ’ το μικρό υπόστεγο της πόρτας και τουρτουρίζουν οι στάλες, ξαπλωμένες, μ’ ανοιγμένα τα υγρά τους στο οδόστρωμα. Η πόρτα τρίζει, πολλές φορές, από τα βάρη που χαστουκίζει πάνω της η μπόρα. Η πόρτα είναι ξύλινη, παλιά, σε χρώμα πράσινο κι αρχίζει πλέον να ξεφτάει, γιατί δε γλείφω με βερνίκια τους καιρούς. Πράσινα τσιγαρόχαρτα τα ξέφτια της τραβολογιούνται σαν ελπίδες στους ανέμους και τα φυσώ κι εγώ, φου, φου! τα ξαίνω πρώτα με το βλέμμα σαν μοίρα ή μάνα που εύχονται πάνω απ’ τους κομμένους λώρους των μωρών τους. Φυσάει εδώ. Εγώ φταίω για όλα.Μια φορά στον ύπνο μου είχα δει πως κόλλησα με τόση δύναμη επάνω της, που έγινα όλη κι όλη μια πράσινη σανίδα. Σ’ αυτό το όνειρο είχα σώμα, πίστευα όμως πως κάποια μέρα θα το χάσω ή πως το είχα ήδη χάσει ή, τέλος πάντων, πως κάπου ήταν αφημένο. Γουργούριζε και η κοιλιά μου, γεμάτη αίματα από καρπούζι κι έναν γυρίνο ασημένιο. Δεν ήμουν ασώματη όπως τώρα ούτε φορούσα κόκκινες γαλότσες. Μ’ έβλεπα ξύλινη και πράσινη με το κεφάλι χωμένο στην τρύπα που βάζουμε τα γράμματα, δεν ήταν ορατό. Είχα όμως πλαστικότητα, γιατί εξείχαν λαιμός, βυζιά, κοιλιά, γλουτοί, γόνατα και τα μεγάλα δάχτυλα στα πόδια. Τα χέρια μου ήταν δυο κόκκινα ελατήρια από νίκελ που εξείχαν και κράταγαν στις άκρες τους πουλιά. Οι κόκκινες γαλότσες μου πετούσαν στον αιθέρα. Βρέχει ακόμη (σας το χω πει πως βρέχει εδώ και είκοσι δύο μήνες ακατάπαυστα).

Το κορίτσι με τις κόκκινες γαλότσες, απόσπασμα, ανέκδοτο
Πίνακας: Evelyn Williams

 

Tags: , , , , , , ,

Video

To κορίτσι με τις κόκκινες γαλότσες

alexander-jansson-4

Είμαι το κορίτσι με τις κόκκινες γαλότσες. Ονομάζομαι Οντίν, μου αρέσουν τα γλειφιτζούρια με γεύση από καρπούζι, το ρύζι, μερικές μπαλάντες ροκ και ο Μπλου, ο σκύλος ενός κάποιου Ρόζυ Ντάι, που κοιμάται στο μετρό. Βρίσκομαι τυπωμένη στο φύλλο του χαρτιού σας γιατί, απλώς, μου αρέσει να διηγούμαι ιστορίες. Είμαι τεμπέλα, δεν βρίσκω να θέλω να μου αρέσει να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου. Όταν ήμουν οχτώ χρονών και δεν φορούσα ακόμη κόκκινες γαλότσες, ρώτησε η κ. Φ.Τ., η δασκάλα, «τι θέλετε να γίνετε, όταν μεγαλώσετε, παιδάκια;» Για παράδειγμα, η Άντζι Σου, απάντησε «δασκάλα», αλλά έγινε κομμώτρια.Η Έρμα Νι είπε χορεύτρια, αλλά έγινε καθηγήτρια Χημείας. Η Άννα Πε ψέλλισε «πιστεύω, τίποτε!» και τελικά έγινε μητέρα 8 παιδιών, σύζυγος 3 ανδρών και χήρα 2. Όλες, δηλαδή, είπαν χοντρά ψέματα την εποχή εκείνη. Καριόλες! Όλες είχαν και κάτι μακριές κοτσίδες σαν παλαμάρια πλοίου αταξίδευτου, πολλή ψαλίδα και ηλεκτρισμό στις τρίχες. Μπλιάχ! Πολύ ρεύμα και ατσάλι σε ανεγκέφαλα κρανία! Eγώ απάντησα «θέλω να γίνω ιστορία», και όλοι έσκασαν στα γέλια.

To κορίτσι με τις κόκκινες γαλότσες, απόσπασμα, ανέκδοτο

Πίνακας: Alexander Jannson

 

Tags: , , , , , ,

Image

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch (To βιβλίο των Ραμπίνοβιτς)

II. Λέα

Το όνομά μου είναι Λέα Ραμπίνοβιτς. Πάνε χρόνια που άνθρωπος πλέον δεν αρθρώνει το βαφτιστικό μου. Εντούτοις, όταν ήμουνα μικρή, στο σπίτι του πατέρα μου, το άκουγα συχνά «Λέα! Λέα! Λέα! Λέα!» μού φώναζαν κάθε λίγο και λιγάκι, για ψήλου πήδημα κάποιες φορές. Ήμουν η Λέα, τίποτε άλλο παρά μόνο η Λέα, ένα λεπτοκαμωμένο κοριτσάκι που φόραγε φούστες ανοιχτόχρωμες, άφηνε τα μαλλιά του να πέφτουνε στο πρόσωπό, του άρεσε να τραγουδάει σκοπούς στα γίντις.

Τη στιγμή που έπαψα να είμαι κοριτσάκι, τη στιγμή που ο άντρας μου έκανε από μένα τη γυναίκα του, με βία, την ίδια στιγμή έπαψα να είμαι η Λέα κι έγινα «κυρία», έπειτα «μαμά». Όταν μιλούσαν για μένα στο Μουνσκ μ’ αποκαλούσαν επίσης «η γυναίκα του Ζαλμάν του ασίντ» ή, αργότερα, «η γυναίκα του Ζαλμάν του λωλού», και κουνούσαν το κεφάλι μ’ έναν μορφασμό όλο αηδία. Στις Βρυξέλλες, τα τελευταία χρόνια της ζωής μου, δεν υπήρξα απολύτως τίποτε άλλο παρά η «Κυρία Ραμπίνοβιτς». Εξάλλου αυτό είναι γραμμένο και στον τάφο μου, ΚΥΡΙΑ ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ, χωρίς βαφτιστικό, γιατί τα παιδιά μου δεν γνώριζαν το βαφτιστικό μου, ποτέ δεν το ’μαθαν, πράγμα που με θλίβει, χωρίς όμως να καταφέρνω ν’ αντιδράσω. Η εξέγερσή μου είναι δολοφονημένη. Ο Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς την κατέστρεψε. Και την πήρε ακριβώς όπως πήρε το κορμί μου. Με τη βία.

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch
Mετάφραση: Ιφιγένεια Σιαφάκα

Φωτό: Brigitte Carnochan

 

Tags: , , , , , , , ,

Video

Λέξεις και μουσική: The Walkabouts, Philippe Blasband

ΙΙ. Λέα

«OI WEISE MIE! ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ;» ούρλιαξα, και η μαμή, τεράστια και χλωμή και λουσμένη στον ιδρώτα, σαν να ’ταν εκείνη που γεννούσε, η μαμή γέλασε: «Γεννάς, κοπέλα μου! Όπως εκατομμύρια γυναίκες πρωτύτερα από σένα!» Ύστερα από ώρες ουρλιαχτών, ο ξαφνικός πόνος ξεθύμανε, μια κραυγή μου ’σπασε το τύμπανο και η μαμή μού ’δειξε έναν μικρό γυρίνο κρατώντας τον σαν τρόπαιο κάτω απ’ το κεφάλι. Αυτός ο γυρίνος έβγαζε κραυγές κάνοντας τσαλακώματα στο μικρό του μούτρο. Μου είπανε πως ήτανε ο γιος μου. Δεν ήθελα να το πιστέψω: τι; αυτό; ένα παιδί; ο γιος μου; Ο γυρίνος άνοιξε τα μπλε του μάτια κι αμέσως μ’ αναγνώρισε.
Στην αρχή δεν ήξερα πώς να τον φροντίσω. Γυναίκες, οι οποιεσδήποτε, γειτόνισσες, μεγάλες αδερφές, φίλες, μου ’μαθαν να ταΐζω ένα μωρό και να το φασκιώνω και να τ’ αγαπάω. Μια μέρα ο Ελί μού χαμογέλασε. Δεν έμοιαζε πλέον με γυρίνο.
Ο άντρας μου νανούριζε το μωρό, το γαργαλούσε και μερικές φορές το πέταγε στον αέρα. Ήμουν πολύ ευτυχισμένη που τον έβλεπα να το φροντίζει τόσο. Ύστερα παρατήρησα τις λεπτομέρειες: ο Ζαλμάν επαναλάμβανε πάντα τους ίδιους ήχους για να του πει λογάκια: «μπο-μπου-μπου-μπι-γκου» (ήχους που θα χρησιμοποιούσε ασταμάτητα και για τα επόμενα μωρά). Όταν πέταγε το μωρό στον αέρα, ήταν πάντα τέσσερις φορές − ποτέ τρεις ή πέντε −, όχι: τέσσερις. Και μόλις είχε παίξει δέκα λεπτά με τον Ελί, έχανε το ενδιαφέρον του για να γυρίσει στα βιβλία του.
Ο Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς δεν αγαπούσε τα παιδιά. Του αρκούσε απλώς να αντιγράφει τους άλλους πατεράδες.

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch
Mετάφραση: Ιφιγένεια Σιαφάκα

 

Tags: , , , , , , ,

Aside

Η πρώτη φωτογραφία είναι καθαρή, αλλά με δυσκολίες ιδιαίτερες  στην αποκρυπτογράφησή της. Την κοιτάζουμε για ώρα αρκετή αναρωτιόμαστε: Να είναι ζώο; Βράχος; Κακέκτυπο  ζωγραφικής αφηρημένης; Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, διακρίνουμε ένα πλέγμα από καμπύλες που, καθώς φαίνεται, αλληλοδιακόπτονται  χωρίς καμία λογική∙ επάνω, μια επιφάνεια ετερόκλητη από μικρούς μαιάνδρους σε μαύρο και λευκό. Τη στιγμή όπου, στην ετερόκλητη επιφάνεια, διακρίνουμε μια γούνα, και τη στιγμή όπου καταλαβαίνουμε ότι η γούνα είναι ένα καφτάνι, τότε αποκτάμε ξαφνικά συναίσθηση όλης της εικόνας. Αναρωτιόμαστε πώς μέχρι τώρα δεν είχαμε ανιχνεύσει κανένα πρόσωπο  στη  φωτογραφία και, στη συνέχεια,  αυτήν τη μακριά λεπτή μύτη, τα βαθουλωτά μάτια τ’ ανοιχτόχρωμα και τη διακριτική γενειάδα που πλαισιώνει αυτό το στόμα με τα σαρκώδη χείλη, έκπληκτοι τα παρατηρούμε όλ’ αυτά, αφού τώρα, όπου ξεχωρίζουμε το πρόσωπο, διστάζουμε μπροστά στην έκφρασή του: να ’ναι οργισμένο, απαθές, τσιτωμένο, στοχαστικό,  μετρημένο, ονειροπόλο ή ηλίθιο; Αν και κάναμε προσπάθειες να παρουσιάσουμε με λεπτομέρεια όλο το κοινότοπο, εκτυπωτικό και φωτογραφικό ανάγλυφο, τίποτε απολύτως δεν προδίδει το συναίσθημα που θα μπορούσε να κάνει γλαφυρό, την ώρα που τον φωτογράφησαν τον Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς.

Rachel Ross 17

I. Ζαλμάν

Εν αρχή ην το όνομά μου  Ζαλμάν-Ισαάκ- Μωυσής Ραμπίνοβιτς του Μουνσκ.Υπήρξα ένας από τους χασίντ του Μουνσκέρ Ρεμπέ∙  μελέτησα το Ταλμούδ και τα σχόλια του Ρασί∙  νυμφεύτηκα μία γυναίκα, η οποία εγέννησε τέσσερα παιδιά, δυο αγόρια, έτσι νομίζω, και δυο κορίτσια, έτσι νομίζω.  Τώρα, πλέον, είμαι ένα τίποτα. Ζούσα στο Μουνσκ, πάντα ζούσα στο Μουνσκ, όπως ο πατέρας μου, και ο πατέρας του πριν απ’ αυτόν∙ ο προπάππος μου, αυτός, καταγόταν απ’ τη Λιθουανία ή απ’ τη Ρωσία −  αλλά τίποτα δεν είναι πέρα για πέρα σίγουρο. Κάποιοι λένε ότι ξέφυγε από ένα πογκρόμ, από χρέη, σύμφωνα μ’ άλλους, CARTES 401_001ότι ξέφυγε με μια σχεδία και ότι γύρναγε στις θάλασσες για δέκα μέρες δίχως φαί, δίχως νερό −  αλλά τίποτα δεν είναι πέρα για πέρα σίγουρο.  Ο πατέρας μου, ο παππούς μου και  ο πατέρας του πριν απ’ αυτόν, ήταν ραφτάδες, όλοι, όπως οι αδερφοί μου,  οι θείοι μου και οι αδελφοί του πατέρα μου. Όλοι οι Ραμπίνοβιτς ήταν ραφτάδες. Ήμουν ο πρώτος που έκανα σπουδές, ο πρώτος που αψήφησε τα κουρέλια για να περάσει στα  Βιβλία. Μια μέρα εγκατέλειψα τα Βιβλία. Χώθηκα βαθιά στον ξεπεσμό, όπως χωνόμαστε βαθιά σε μια γυναίκα. Μια ιδέα ήταν, ένα βράδυ του Δεκέμβρη, μόνο μια ιδέα, αλλά μια ιδέα που την ένιωθα μέσα μου παντού, κι  εντελώς χειροπιαστή, όσο και το κρύο που μου σακάτευε τα μάγουλα, κι εντελώς συγκεκριμένη, όσο και το ιλαρό φως που βγαίνει απ’ τις λάμπες πετρελαίου, μες στα σπίτια  − αλλά, όμως, θα μου πείτε, μια ιδέα ήταν, ναι, αλλά μια ιδέα γευστική, μια ιδέα που θα μπορούσαμε να κριτσανίσουμε, να μασουλήσουμε, να πάρουμε στο χέρι, να χαϊδέψουμε, να τη ζυμώσουμε! Αυτήν την ιδέα θα σας διηγηθώ. Βουλώστε, παιδιά, τ’ αυτιά σας! Κλείστε τα μάτια σας. Αυτή η ιδέα θα σας  πάρει και θα σας σηκώσει όπως πήρε και σήκωσε τα μυαλά μου στον αέρα.Να την λοιπόν:Δεν υπάρχει τίποτα.Ο Παντοδύναμος  δεν είναι καθόλου παντοδύναμος. Ο Παντοδύναμος είναι τίποτα.Δεν υπάρχει.Το Τσαδίκ έλεγε ψέματα. Οι μιτζβότ λέγανε ψέματα. Το Βιβλίο και τα Σχόλια του, όλα ήταν ψέματα. Έπεσα κατάχαμα. Και το χιόνι με σκέπασε.Δεν έδωσα καμία σημασία. Ήμουν οργισμένος.

CARTES 440_001Με μια τέτοια παρόμοια ιδέα, μια ιδέα άλλοτε καυτή κι άλλοτε παγωμένη, όλα γίνονταν πλέον δυνατά! Τίποτα πλέον δεν μπορούσε να μου ανακόψει την πορεία! Έγινα ένας χοίρος χαρωπός! Ευδαιμονία! Πήρα όλα τα χρήματα που μου ’χε αφήσει ο πατέρας μου, τα χρήματα που ’χανε μαζέψει οι αδερφοί μου και οι θείοι μου, για να μπορέσω να κάνω τις σπουδές μου και για να θρέψω τη φαμίλια μου, και τα έφαγα!… Πήγαινα από πανδοχείο σε πανδοχείο, στα περίχωρα του Μουνσκ. Γνώρισα τη μέθη, μέχρι ξερατού. Γνώρισα τις κακόφημες γυναίκες και το κορμί τους και τις αρρώστιες που κρύβανε τα μπούτια τους και, κάθε φορά που ουρούσα, οι αρρώστιες μού λιανίζανε το πέος.  Κάποτε κάποτε, ένας άλλος  χασίντ, ή ένας αδερφός ή ένας θείος έπαιρναν σβάρνα τα πανδοχεία να με ξαναβρούν, ανάμεσα σε στρατιώτες μεθυσμένους, σε χωριάτες πεσμένους σε λήθαργο μετά το φαγοπότι, σ’ ανθρώπους που ταξίδευαν. Έρχονταν, αξιοπρεπείς και ενάρετοι, και μου ’λεγαν: «Ξαναγύρνα, Ζαλμάν, ξαναγύρνα στις σπουδές σου, στη φαμίλια σου, στη γυναίκα σου». Ξεσκιζόμουνα στα γέλια, τους έκραζα, τους πασάλειβα με βρομόλογα, κι έφευγαν κλαίγοντας, κι εμένα μου άρεσε να τους βλέπω να κλαίνε. Μέσα σ’ έξι μήνες είχα ξοδέψει τα τρία τέταρτα των χρημάτων. Ήμουν έτοιμος να ξοδέψω και το τελευταίο τέταρτο μέχρι τέλους, να πιάσω  πάτο, να αγγίξω αυτήν την παντελή έκπτωση που συγχύζεται με το θάνατο… CARTES 765_001Όταν  ο Άγγελος του Παντοδύναμου ήρθε να με συναντήσει.Ο Άγγελος ήταν μεταμφιεσμένος, τα ρούχα του ήτανε αυτά των χωριατών, μα ούτε ίχνος λάσπης πάνω στα μπατζάκια του.  Στο ανάστημα ήταν ψηλότερος από μένα, τόσο ψηλός, που για να μη σκοντάψει στο ταβάνι του πανδοχείου, έπρεπε να χαμηλώσει το σβέρκο του. Τα μαλλιά του ξανθά κι όλο μπούκλες φτιάχνανε ένα φωτοστέφανο στο πρόσωπό του. Τα σκοτεινά όλο γυαλάδα μάτια του με γδύνανε οργισμένα. Στο μέτωπο είχε ένα κόκκινο σημάδι.Αυτό συνέβη σε μια ταβέρνα, όταν μπαίνουμε στο Μουνσκ. ανατολικά, ύστερα από τα χωράφια. Είχα πιει ένα ή δυο μπουκάλια βότκα, ξεράσει σε έναν ή δυο κουβάδες, και ταλαντευόμουν, με τα χέρια μου πλάκα πάνω στο τραπέζι και τα δάχτυλά μου εξαρθρωμένα, κάνοντας προσπάθεια να θυμηθώ τί, πώς, πού, γιατί. Ο Άγγελος στάθηκε απέναντί μου. Ρώτησε: «Είσαι ο Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς;» «Έτσι με λέγανε…» Και κοίταξα τις κόρες, και είδα τα σκοτεινά βαθουλωτά του μάτια, και τα μάτια του σπινθήριζαν μία ασυνήθη ομορφιά, και κατάλαβα πως ήταν ο Άγγελος του Παντοδύναμου, γιατί το Αιώνιο τον είχε αποστείλει να μου πει: «Υπάρχω, Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς! Ο λόγος μου είναι η Αγαθότης!».Κι ο Άγγελος του Παντοδύναμου με γράπωσε απ’ το γιακά, με ανασήκωσε απ’ την καρέκλα, πήρε το κεφάλι μου πάνω στο δικό του, και μπόρεσα να οσμιστώ  το θεϊκό του χνώτο.

CARTES 531_001Και βγήκα απ’ το πανδοχείο, και υπήρξα Οργή. Και υπήρξα Πανικός! Και στους μικρούς εβραϊκούς δρόμους του Μουνσκ, εκεί όπου δεν είναι πλέον ίσιοι, εκεί όπου τα σπίτια αρχίζουν να σκαρφαλώνουν στο λοφίσκο, ούρλιαξα εγώ: «Πογκρόμ! Πογκρόμ!», αλλά οι Εβραίοι μ’ έπαιρναν για σκνίπα και γέλαγαν μαζί μου, και τα μυξιάρικα με τα ζαχαρωτά μού βάζανε  τρικλοποδιές και οι χοντρές μέγαιρες μου πέταγαν στα μούτρα προσβολές και, μέσα απ’ τα δάκρυα μου, βρήκα το δρόμο κι έφτασα σ’ αυτό το πράγμα που ήτανε το σπίτι μου, εκεί όπου το Μουνσκ τελειώνει, πριν από το δάσος. Μπήκα. Εκεί μέσα ζούσε μια γυναίκα και τρία παιδιά. Δεν τους αναγνώρισα, αλλά ήτανε αυτοί. Και η γυναίκα ήτανε χοντρή και τα παιδιά μέσα στη βρώμα, και όλοι τους με κοίταζαν. Έπεσε μια μακριά σιωπή∙  από μακριά έφταναν κραυγές, κλαγγές. Απ’ το παράθυρο βλέπαμε, ήδη τυλιγμένη σε μαύρους καπνούς,   την πλαγιά του Μουνσκ.«Φύγετε», τους είπα, «έχουμε πογκρόμ.»«Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε η γυναίκα.

CARTES 173_001CARTES 425_001Δεν την κοίταξα, κι ούτε κοίταξα τα τρία παιδιά που στέκανε γύρω της. Είχα στραμμένα τα μάτια προς τα κάτω και τους επανέλαβα να φύγουν. Κάποιος (μια κοριτσίστικη φωνή, έτσι νομίζω)  είπε: «Και το πογκρόμ;» Και απάντησα: «Θα τους αναχαιτίσω.» Γιατί ο Άγγελος ήταν στο πλευρό μου.  Γιατί ο Άγγελος οδηγούσε τα χέρια και το στόμα μου. Γιατί οι φτερούγες του με κάλυπταν και τα νύχια του όργωναν το κεφάλι μου μέχρι που ν’ αγγίξουν την ψυχή μου για να διαφεντέψουνε τις πράξεις μου. Δεν ήμουν σε θέση να κάνω τίποτε άλλο, μόνο να υπακούσω.Η γυναίκα και τα τρία παιδιά έφυγαν για να χαθούν, βαθιά στο δάσος. Όταν οι χωριάτες μπήκανε  στο σπίτι (στόματα άπληστα για αίμα, χοντρά γέλια, χνώτα που βρωμάγανε ποτό), εγώ τους αναχαίτισα.Κάποιοι ισχυρίζονται πως με σκοτώσανε. Εγώ όμως τον Άγγελο τον είχα στο πλευρό μου.Αυτό που μου ’καναν, δε θα μπορούσα να το εξηγήσω.Και από τότε, δεν υπάρχω πια.Τίποτε δεν υπάρχει πια, από δω και στο εξής.

Μετάφραση: Iφιγένεια Σιαφάκα

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch (Το βιβλίο των Ραμπίνοβιτς)

 

Tags: , , , , ,

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch (To βιβλίο των Ραμπίνοβιτς)

carnochan3=4

Είναι ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο σε ανοικτό καφέ, κίτρινο σχεδόν. Η μόνη τυπωμένη ένδειξη είναι χαραγμένη, με χαρακτήρες Helvetica, στη ράχη:

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ

 Δεν γίνεται καμία αναφορά στο συγγραφέα ή στον τυπογράφο. Απ’ τη χαρτοδεσία, την εκτύπωση και τη βιβλιοδεσία δεν απουσιάζουν μικρολάθη. Οι φωτογραφίες που προηγούνται των κειμένων φιλοτεχνήθηκαν με τεχνική σωστή, αλλά χωρίς καμία πολυτέλεια. Κάποιες, φλου ή μερικώς καταστραμμένες, έχουν φθαρεί κατά την επεξεργασία. Tα κείμενα είναι σχετικά ευσύνοπτα, καμιά εικοσαριά σελίδες το πολύ. Κάθε κείμενο είναι γραμμένο και αντιστοιχεί σ’ ένα από τα μέλη της οικογένειας Ραμπίνοβιτς, νεκρό ή ζωντανό, αρχής γενομένης από τους

Ζαλμάν και Λέα Ραμπίνοβιτς

Μετάφραση: Iφιγένεια Σιαφάκα

 

Tags: , , , , ,

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch (To βιβλίο των Ραμπίνοβιτς)

carnochan2

Oι Ραμπίνοβιτς διασχίζουν την Ιστορία και τη διηγούνται. Δεκατρείς διαφορετικές προσωπικότητες, δεκατρία πρόσωπα της ίδιας οικογένειας, δεκατρείς τρόποι για να μιλήσουμε για τη ζωή, την ευτυχία την Ιστορία και τη φρίκη της. Πέρα από το απλό πορτρέτο μίας οικογένειας Εβραίων που κατάγεται από την Πολωνία και βρίσκονται εξόριστοι στο Βέλγιο, ο Φιλίπ Μπλασμπάντ διηγείται τον 20ό αιώνα, τις μεγάλες του στιγμές και τις μικρές του λεπτομέρειες. Οι Ραμπίνοβιτς γίνονται οι άνθρωποι που γνωρίσαμε, οι φίλοι, οι δικοί μας. Και πέρα απ’ αυτό, ένα είναι γεγονός: Οι Ραμπίνοβιτς είμαστε εμείς.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Φωτό: Brigitte Carnochan

Μετάφραση: Iφιγένεια Σιαφάκα

 

Tags: , , , , , , ,

Video

Ευρυδίκη (στίχοι τραγουδιού)

Το μήλο στον Αδάμ δίνει ο Ορφέας
–μαράζι η κουβέντα της παρέας–
και κόβει εισιτήριο για τον Άδη
το μήλο δαγκωμένο αμανάτι.
Κοκάλωσε η ψυχή μες στα σκοτάδια
κι αλάτι η Ευρυδίκη δίχως χάδια

Βακχεία της καρδιάς η ιστορία
νερώνει το κρασί σου μ’ εξουσία
κι ο Άδης που απλώνει τα σεντόνια
την Ευρυδίκη θάβει μες στα χιόνια

Στα Σόδομα, στα Γόμορρα, στον Άδη
παράδεισος κρυφός, πληγή που στάζει
τα “πάντα ρει” μα, αν το φοβάσαι,
πίσω κοιτάς, με το μυαλό πλανάσαι.
Στα κούφια λόγια φίδι, αθανασία
κι ο έρωτας σταυρός στα μαυσωλεία

Βακχεία της καρδιάς η ιστορία
νερώνει το κρασί σου μ’ εξουσία
κι ο Άδης που απλώνει τα σεντόνια
την Ευρυδίκη θάβει μες στα χιόνια

Αθήνα 1999

 

Tags: , , , ,