RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Image

Πάνος Σταθόγιαννης, Αφήστε λίγο γλυκό και για μας, κύριε Κάφκα!…

Η Οργάνωσή στην οποία ανήκουμε τόσο εγώ όσο και η αγαπημένη μου ενδιαφέρεται ζωτικά και παρεμβατικά για τη μόλυνση του περιβάλλοντος από τις πολυεθνικές, την πείνα στον Πρώτο, Δεύτερο, Τρίτο, Τέταρτο και Πέμπτο  Κόσμο, τον διεθνή ιμπεριαλισμό, την αμερικανοκρατία, τον πολεμικό ισλαμισμό και τον νεοτσαρισμό,  τον νεοφιλελευθερισμό, τον θατσερισμό και τα Reaganomics, το “Παλαιστινιακό”, το “Ιρλανδικό” και το “Κυπριακό”, τα χρηματιστήρια και τις αγορές, την αναζωπύρωση του φασισμού και του ναζισμού, τον σιωνισμό και την νεοαποικιοκρατία, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ζώου από άνθρωπο και ανθρώπου από ζώο, τον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, των γυναικών και των παιδιών, τα μεταλλαγμένα τρόφιμα και τη χειραγώγηση εκ μέρους των ΜΜΕ, αλλά και καμιά τριανταριά ακόμα ζητήματα που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν.

Bonnieclyde_fΣτόχος μας είναι να επιταχύνουμε τις διαδικασίες κατάρρευσης αυτού του άδικου και θνησιγενούς συστήματος παγκοσμίως, αυξάνοντας την εντροπία του με καίρια χτυπήματα.

Σύνθημά μας είναι ένας στίχος του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ: «Να είστε η άμμος και όχι το λάδι στα γρανάζια του κόσμου».

Γι’ αυτό και λειτουργούμε έξω από τη λογική του συστήματος, έξω από κάθε λογική – χαοτικά, σουρεαλιστικά, απροσδόκητα, με επιμονή στην ασυνέχεια.

Χτυπάμε εκεί που δεν το περιμένουν.

Ανατινάζουμε τα γραφεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο Μεξικό και αμέσως μετά πυρπολούμε ένα μίνι μάρκετ στα Τίρανα που δεν τηρεί τους κανόνες υγιεινής στο πεζοδρόμιο μπροστά του. Κάνουμε ηλεκτρονικές παρεμβολές στα όργανα πλοήγησης των φαλαινοθηρικών της Νορβηγίας, ώστε να πέσουν πάνω σε παγόβουνα, και ύστερα από μια βδομάδα απάγουμε τον υπουργό Εξωτερικών της Ιαπωνίας και του χτυπάμε τατουάζ σε όλο το σώμα (ακόμα και στα ρουθούνια), προτού τον αφήσουμε και πάλι ελεύθερο στο κέντρο του Τόκιο, ντυμένο με στολή γκέισας και πόδια παραμορφωμένα από τα σιδερένια παπούτσια. Κηρύττουμε τζιχάντ στο Ιράν, στην Ουρουγουάη, στις Ινδίες, στην Κίνα και στις Κάτω Χώρες για να τους μπερδέψουμε. Ληστεύουμε την “Τσέης Μανχάταν Μπανκ” και κατόπιν καίμε τελετουργικά τις πυραμίδες των χαρτονομισμάτων, των χρεογράφων και των μετοχών στα περίχωρα της Βίλνα στη Λιθουανία, σε απευθείας σύνδεση με τους μεγαλύτερους τηλεοπτικούς σταθμούς του κόσμου.

bonnie-clyde

Καταλαμβάνουμε το κτίριο του ΟΗΕ κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσής του, και αναγκάζουμε τα έντρομα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να διαβάσουν από το βήμα του ομιλητή το “Μεθυσμένο Καράβι” του Αρθούρου Ρεμπό. Αγωνιζόμαστε για την αυτονομία της Γης του Πυρός, για να οικοδομήσουμε εκεί την κοινωνία που ονειρευόμαστε, αν και οι κάποιοι από εμάς (εγώ και η αγαπημένη μου τουλάχιστον) είμαστε από εκείνους που το πρωί ξεχνούν τα όνειρά τους.

Τέτοια πράγματα…

bonnie-clyde-most-wanted-bazaar10

Η Οργάνωσή μας είναι τόσο μυστική, που είναι αμφίβολη ακόμα και η ίδια της η ύπαρξη. Μπορεί στην πραγματικότητα να μην είμαστε τίποτε άλλο από τη στιγμιαία (πιθανότατα και τυχαία) σύμπλευση και συνεργασία πολλών ανομοιογενών οργανώσεων. Ίσως, πάλι, το εύρος της να είναι τέτοιο, που να συμπεριλαμβάνει τους πάντες. Μηδενός εξαιρουμένου. Μερικές φορές λέμε συναμεταξύ μας αστειευόμενοι ότι η Οργάνωσή μας είναι τόσο μυστική που ακόμα και ο αρχηγός της δεν ξέρει αν είναι καν μέλος της.

Πολλές φορές, ύστερα από χτυπήματα που με την εξωφρενική τους πρωτοτυπία αιφνιδιάζουν ακόμα κι εμένα που είμαι παλιά καραβάνα, συλλαμβάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να φανταστεί τον σκοτεινό εγκέφαλο που κρύβεται πίσω από όλα αυτά και κινεί με μαεστρία τα νήματα, αγνοώντας το γεγονός ότι ηγείται της τρομερότερης τρομοκρατικής οργάνωσης από καταβολής κόσμου.

bonnie-clyde-most-wanted-bazaar1Κάθε φορά καταλήγω και σε διαφορετικό όνομα. Για αρκετό διάστημα είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ο αόρατος αρχηγός είναι ο υφυπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κύριος Πολ Γούλφοβιτς. Μέχρι να συμβεί κάτι άλλο και να είμαι έτοιμος να βάλω το χέρι μου στη φωτιά ότι όλα κατευθύνονται από τον Πατριάρχη Πασών των Ρωσιών Αλέξιο. Όμως, δεν περνάει πολύς καιρός που από την ανάγνωση μιας παλιάς συνέντευξης του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι ο μεγάλος αυτός συγγραφέας της Αργεντινής, παρά την τυφλότητα και το συντηρητισμό του, κρατάει τα ηνία, ενώ ο υποτιθέμενος θάνατός του είναι σκηνοθετημένος.

Τέτοιο μπλέξιμο επικρατεί στο μυαλό μου.

Αλλά εδώ και μια βδομάδα μου τριβελίζει το μυαλό μια υποψία που με κάνει να ανατριχιάζω. Κρίνοντας από πολύ μικρά, και στο πρώτο κοίταγμα ασήμαντα περιστατικά που συμβαίνουν στον άμεσο περίγυρό μου (αλλά και στην καρδιά μου), αρχίζω να πιστεύω ότι αρχηγός μας είναι η αγαπημένη μου…

bonnie BlancheBarrowMug1933

Πάνος Σταθόγιαννης, Αφήστε λίγο γλυκό και για μας, κύριε Κάφκα!…Εκδόσεις Κέδρος, 2004

.

.

 

Tags: , ,

Image

Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα

Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα

.

Yπάρχει μια αράχνη που δεν κάνει ιστό, αλλά φτιάχνει τη φωλιά της στο χώμα. Σκάβει βαθιά και ύστερα την κλείνει από μέσα με μια πορτούλα. Η μεγάλη κοιλιά της είναι γεμάτη με δηλητηριώδες υγρό. Μπορείς να τη βγάλεις έξω από τη φωλιά της μόνο αν την εκνευρίσεις. Παίρνεις ένα λεπτό κλαδάκι και, αφού τρυπήσεις την πορτούλα, το χώνεις μέσα, ξανά και ξανά, ερεθίζοντάς την. Κάποια στιγμή θα γραπωθεί απ’ αυτό, και τότε είναι εύκολο να τη σύρεις έξω.Έξω τα έχει εντελώς χαμένα. Περπατάει πολύ αργά. Την περιεργάζεσαι και μετά την πατάς με το παπούτσι. Δεν πρέπει να τηναφήσεις να φύγει, γιατί μπορεί να τη φάει κανένα ζώο, κανένας γάιδαρος, και να ψοφήσει. Στο χωριό τη λέμε φαλάγγι. Εδώ στην Αθήνα δεν ξέρω πώς τη λένε.

.

ELENA 126

.

To 1964, o Bαγγέλης παντρεύτηκε την Ελένη, και ύστερα την πήρε και φύγανε από το χωριό. Στο χωριό δεν μπορούσαν να σταθούν, γιατί η μάνα της δεν ήθελε τον Βαγγέλη για γαμπρό. Λένε ότι η γριά ήταν τόσο αντίθετη, που την είχε μέρες κλειδωμένη στο σπίτι. Όμως ο Βαγγέλης μπήκε κρυφά από το παράθυρο και την έκλεψε. Μπορεί, όμως, και να μην είναι αλήθεια. (…) H Ελένη σκούπιζε και μαγείρευε. Τον ξυπνούσε η μυρωδιά από το φαγητό. Ήταν σπουδαία μαγείρισσα. Αλλά και σπουδαία γυναίκα. Πολύ όμορφη. Η πιο όμορφη του χωριού. Και τον Βαγγέλη τον λέγανε τσίφτη. Σχολείο δεν πήγε καθόλου, ή μπορεί να πήγε κάνα δυο χρόνια, ίσα για να μάθει να διαβάζει και να γράφει. Ήταν τσίφτης, γιατί ήξερε όλα τα κόλπα. Τα πιο πολλά είχαν να κάνουν με τα ζώα. Πώς να δέσεις κονσερβοκούτια στην ουρά της γάτας. Πώς να ρίξεις νέφτι στον πισινό της γάτας αλλά και του σκύλου. Πώς να κυνηγήσεις λαγούς. Και κοτσύφια. Και τσίχλες. Πώς να στήσεις δόκανα για αλεπούδες και ασβούς

.

ELENA 1537-640x530

.

Τώρα που έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, αναρωτιέται και αυτός πώς τα έκανε όλα αυτά. Έχει τύψεις. Τώρα έχουν μια γάτα, που την προσέχουν καλύτερα κι από παιδί. Δεν απόκτησαν παιδί. Τη γάτα τη λένε Τατιάνα. Κοιτάει καμιά φορά τη γάτα στα μάτια, κι αναρωτιέται αν αυτή γνωρίζει το παρελθόν του. Τόσα λένε για τα ζώα, για την έκτη αίσθηση που διαθέτουν. Μπορεί να ξέρει η γάτα. Αλλά μάλλον τον έχει συγχωρέσει, γιατί όλο πάνω του τρίβεται και νιαουρίζει. 

.

ELENA 669e652f638a

.

Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα (Το μάτι της Ελένης), σελ. 15, 16, 17, 18, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007

Πίνακες: Elena Shlegel

 

 

Tags: , ,

Image

Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία πόλη

Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία πόλη

Τρία κεφάλια.
Ένας άντρας. Μια γυναίκα. Ένα παιδί.
Τρία αλλόκοτα κεφάλια. Ολότελα αποστραγγισμένα από την πύρινη στεφάνη του ήλιου που τους εποπτεύει με το αλλήθωρο μάτι του εδώ και κάμποσες ώρες. Όσες χρειάστηκε να περπατήσουν μέχρι εδώ.
Μπηγμένοι βαθιά στο θάμπωμα του ήλιου σαν ανάποδες πινέζες, οι σκελετοί τους, προβάλλουν από το βάθος του δρόμου σπασμωδικά αλαφροπατώντας στο ξερό χώμα.
Από μακριά φαίνονται σαν φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές. Αλλά δεν είναι. Τίποτα δεν είναι. Μοιάζουν με παμπάλαια εξογκώματα. Ένα χέρι εδώ, κάποιο ρούχο που προεξέχει, ένας όγκος που αργοσβήνει και πάλι επανέρχεται στο μπρούτζινο φως του πρωινού.
Τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτό τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας. Πρέπει να έχουν περπατήσει κάμποση ώρα γιατί τα πρόσωπά τους είναι βλογιοκομμένα από τον παχύ ιδρώτα και τα μέλη τους τόσο μαλακά από την κούραση που μοιάζουν να έχουν προσαρμοστεί τυχαία και ακαθόριστα πάνω στα κυρτωμένα τους κορμιά.

beksinski untitled-252
Ξάφνου σταματούν. Εκείνος ο πέτρινος όγκος που ορθώνεται μπροστά τους με την επιβλητικότητα ενός φυσικού νόμου που σχηματίζει στα ματιά τους μια ορογραφική φυλακή, τους αναγκάζει να σταματήσουν.
Το ξασπρισμένο οξυκόρυφο βουνό κρέμεται από μια κλωστή ουρανού έτοιμο να πέσει. Μπορεί και να έχει πέσει προ πολλού και τώρα δα μόνο την αχνή αντανάκλασή του που προϊστορικού του όγκου να βλέπουν μπροστά τους. Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος;
Από μακριά καθώς προχωρούσαν στον επαρχιακό δρόμο φαινόταν στα μάτια τους σαν ένα τεράστιο εφηβικό σπυρί που ξεπρόβαλε μέσα από τη σκαμμένη γη. Τώρα που είχαν πλησιάσει οι διαστάσεις του διαθλασμένες από το πνιγηρό φως της απλωσιάς του δρόμου του έδιναν έναν τόνο απόκοσμο.

Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία πόλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012

beksinski tumblr_l7imzbfygC1qasm3io1_500

Πίνακες: Zdzislaw Beksinski

———————————–

 

Tags: , , , , ,

Image

Έλενα Πέγκα, Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα

Έλενα Πέγκα, Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα

Ο Σλοβένος χορευτής που γνώρισα μια νύχτα σε ένα μπαρ στο Βελιγράδι μίλαγε κάποια γλώσσα που δε γνώριζα. Συνομιλούσε με τους φίλους μου τους Σέρβους, σέρβικα μιλούσαν. Κάθισα κι εγώ μαζί τους σε ένα τραπέζι έξω από το μπαρ, στο πεζοδρόμιο, και άκουγα χωρίς να καταλαβαίνω. Την άλλη μέρα τον ξαναείδα στη σκηνή του Εθνικού θεάτρου να χορεύει. Χόρευε; Κρεμιόταν από σκοινιά και στριφογύριζε, κρεμόταν ξανά και ξανά, βυθιζόταν στο σκοτάδι. Αναπαράσταση αυτοκτονίας. Αυτό έκανε. Και μαζί με αυτό Μελαγχολικές σκέψεις. Έτσι λεγόταν το έργο. (…)

Πήγα, λοιπό, στο Βελιγράδι το 1998, τον φοβερό εκείνον Οκτώβρη των διαπραγματεύσεων με το ΝΑΤΟ για την παύση του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο (…) Είδα μια γκρίζα και μεγαλόπρεπη πόλη σαν σκίτσο του Μπιλάλ. Με τον Δούναβη και τον παραπόταμό του τον Σάββα. Κάθε αξιοπρεπής πόλη έχει το ποτάμι της, σχολίασε ένας φίλος μου, όταν του μίλησα για τα ποτάμια στο Βελιγράδι. Κάποτε είχε και η Αθήνα το δικό της. (…)

Antoni Mas (2)

Βγαίνοντας από τη γαλλική πρεσβεία, βγαίνοντας από το Κέντρο Απολύμανσης, βγαίνοντας από το κρατικό ξενοδοχείο, ένα άλογο στεκόταν στο φανάρι. Έσερνε σε μια παλιοκαρότσα φορτωμένη σπασμένες τηλεοράσεις, οθόνες. Το φανάρι άλλαζε από κόκκινο σε πράσινο από πράσινο σε κόκκινο. Το άλογο στεκόταν. Ήρεμο. Σκεφτικό. Αναποφάσιστο. Τι έκανε; Σκέψεις μελαγχολικές; Ή απλώς στεκότανε. Πολύ κουρασμένο.

Έλενα Πέγκα, Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα (O Σλοβένος χορευτής) σελ. 25, 26, 27, Eκδόσεις Άγρα, 2011

Πίνακες: Αntoni Mas

————————–

 

Tags: , ,

Image

Γιάννης Σκαρίμπας, Το θείο τραγί

Κι όμως την σκέφτομαν.

Φαντάζομαν το εύκορμο σώμα της, μες στην πλαστική συμμετρία του, κ’ εκείνη η ακινησία η άσπιλη των γυμνών αγαλμάτων, λυγίζονταν αρμονικά μες στο πνέμα μου. Μες σε μια νέα πόζα (στο βάθρο της) άλλαζε θέση και κορμοστασιά η Αφροδίτη. Νάτηνα — ανάτελνε! To μάρμαρο το πριν αναίστητο κι άμορφο έφρισσε ότι τέτοιο αχτινοβόλαε έκπαγλο κάλλος! Δε θε να τυφλώνομαν; Θυμήθηκα τον Τειρεσία που έχασε το φως, ιδόντας γυμνή την Παλλάδα! Μπρε-ουστ! κάνω μια και θυμήθηκα τον Σοπενάουερ που σιχαινόταν τους πυροβολισμούς και τις γυναίκες! Σιχαμερά όντα σκέφτηκα. Λεχώνες βρωμάν! Και επίμενα ότι είναι να ξερνάς… γκαστρωμένες!

Και βάλθηκα να τις ξανακοιτάξω ως τις παρίστανε ο αρχαίος —ημών— Ευριπίδης.

Σε μια ένθεη του κορμιού της ανάταση, στήριζε τ’ αγαλματώδικο μπόι της πάνω σε ολοφώτεινες κνήμες. Είχε τόνα της γόνα ημίσπαστο σ’ εξαίσιας μιας σφαιρικότητας κάμψη· είχε τους βραχίονές της ανάκλαστους, πάνω από διάγλυφτους ώμους. Ορθοί, τσιτωτοί, JEANLOUP SIEFFjeanloup-sieffσεινάμενοι, οι μαστοί της εβάραιναν. Σαν δυο δίδυμες σφαίρες αλάβαστρου φουσκολογούσαν στο στήθος της. Σαν δυο κόνδυλοι ερεθισμένοι κ’ υπόμαυροι μούχρωναν των βυζιών της οι ρόγες. Μες στο κατάμαυρο από σκοτάδια φουστάνι της, υψώνονταν  —στήλη φωτός— το κορμί της! Έβηξα. Η νύχτα δεν τέλειωνε. Οι άνθρωποι, ο Ευριπίδης, οι Λατινιστές κι ο Σοπενάουερ ας πάαιναν να φαν σκατά και κοκκόρους· οι τόποι, ο χρόνος, πατούσαν σαν θεότυφλα μέσα μου και τράβαγαν έναν δρόμο όλο φλούδες. Έσβεναν χειρονομώντας παράξενα στους κούφιους ουρανούς της ζωής μου…

Γιάννης Σκαρίμπας, Το θείο τραγί, σελ. 39-40, Εκδόσεις Νεφέλη, 1993

 

JEANLOUP SIEFF11

Φωτό: Holger Droste, Jeanloup

.

 

 

Tags: ,

Image

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τρία απρόσεκτα διηγήματα

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τρία απρόσεκτα διηγήματα

Η Ειρήνη γνώρισε τον άγγελό της δεκατριών χρονών και δύο μηνών. Ήμερα Σάββατο, παραμονή της Σταυροπροσκυνήσεως του σωτηρίου έτους 1913. Την ίδια ώρα είδε και το αίμα της. Κατέβηκε εντελώς απροειδοποίητα, χωρίς να ανοίξει καμιά πληγή. Ακριβώς τη στιγμή που θύμιαζε τα εικονίσματα και ήταν απορροφημένη από την ωραιότητα του αρχαγγέλου Γαβριήλ. (…)

Κι ενώ το πάνω στόμα της γυναίκας είναι άτριχο και καθαρό, το κάτω έρχεται καιρός όπου σκεπάζεται με μαλακή τρίχα, φουσκώνει και μυρίζει γιατί όλο στα σκοτεινά ζει και μασουλά μόνο τον εαυτό του και ροκανίζει ασταμάτητα όπως το στόμα του λαγού. (…)  Και τις νύχτες σου άρεσε, Ειρήνη, να κρατάς απαλά τα χείλη του λαγού και μαζί κλείνατε τα μάτια και μαζί ξυπνούσατε το πρωί. Κι έβγαζες τότε το ζώο για νερό στο περιβόλι κι έβλεπες να τρέχει το νερό σας ζεστό με πολλά σφυρίγματα και τινάγματα και γινόταν ποτάμι, όχι άγριο, μόνο λιγάκι αφρισμένο πάνω στο χώμα. Πόνο όμως δικό σου, μυστικό αίμα και άγγελο Κυρίου οδηγό και φύλακα ποτέ δεν είχες συναντήσει (…)

laineb - Laine Bachman laineb 6Εικοσιέξι μέρες πέρασαν από το Σάββατο της Σταυροπροσκυνήσεως ως τη Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα των αγίων παθών, της λόγχης και του ξιδιού. Προς το μεσημέρι και μετά την Ακολουθία των Ωρών, τη στιγμή που η Ειρήνη μαζί με άλλες στόλιζαν τον Επιτάφιο, ένιωσε ξαφνικά επιθυμία για κάτι γλυκό. Οι μυρουδιές από τα τριαντάφυλλα, τα κρινάκια, τα ζουμπούλια, τα άνθη της λεμονιάς και της νεραντζιάς και από τις μισοανθισμένες πασχαλιές ανακατώθηκαν με τη μυρουδιά  βανίλιας και καραμέλας και όλη η εκκλησία μύρισε, από το ιερό ως τον γυναικωνίτη, ψημένο αμύγδαλο και κουραμπιέδες. Την ίδια στιγμή είδε η Ειρήνη ψηλά πάνω στο τέμπλο τον άγγελό της να φτερουγίζει, ντυμένος όπως και την πρώτη φορά και να την παρατηρεί με τα μεγάλα του φωτεινά μάτια σκοτεινιασμένα λίγο από τις μακριές του βλεφαρίδες. (…)

Ίσα που πρόλαβε ο άγγελος του Κυρίου και ακούστηκαν φοβεροί και τρομεροί χτύποι στις πόρτες και στα παράθυρα. Έτριξαν τα θεμέλια του σπιτιού, σείστηκαν οι τοίχοι και τα πατώματα πήγαν κι ήρθαν. Και πολλά πιάτα έπεσαν από τα ράφια και συντρίφτηκαν. Και το κουτί της ζάχαρης άνοιξε μόνο του και χυνόταν η ζάχαρη άσπρη και τριζάτη από το ράφι ως το πάτωμα, ενώ ο αέρας γέμισε από τη μυρουδιά της μέντας, της κανέλας και της σοκολάτας. Αυτό ήταν και το τελευταίο που ένιωσε η Ειρήνη προτού λιποθυμήσει στην αγκαλιά του αγγέλου της. Κι όταν (άγνωστο πότε) συνήλθε, της είχε περάσει κάθε πόνος του αίματος και κάθε επιθυμία για γλυκά. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν μέσα στο σκοτάδι. Μονάχα ένα αδιόρατο φως φαινόταν να ξεκινά από το σώμα του αγγέλου και να πλημμυρίζει το δωμάτιο.

Kay O'Rourke Kay O'Rourke  (1)Και μέσα σε τούτο το γαλάζιο αχειροποίητο φως είδες, Ειρήνη, ότι κρατούσες στο στόμα σου και έγλειφες ασταμάτητα και πιπίλαγες σαν τα μωρά τον άγγελό σου. Κι εκείνος ο δύστυχος έλιωνε έτσι και λίγνευε, διάφανος σχεδόν, σαν χαρτί από την αδυναμία. (…)

Έτσι πέρασαν τέσσερις ημέρες γλύκας και πόνου. Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο, Άγιο Πάσχα και Δευτέρα της Διακαινησίμου. Και όλον ετούτο τον καιρό είχε η Ειρήνη στην κατοχή της και δοκίμαζε, έγλειφε και πιπίλιζε ασταμάτητα τα τρυφερά μέλη του ωραίου και διάφανου αγγέλου της. Κι αν είχε επιθυμία για κάποιο γλυκό του κουταλιού ή του ταψιού, γέμιζε το στόμα της και ευφραινόταν ο ουρανίσκος της από το γλυκό εκείνο. Κι αν ήθελε βερίκοκο με αμύγδαλο και σιρόπι, το είχε αμέσως. Κι αν λαχταρούσε βύσσινο, σοκολάτα, κομπόστα μήλου ή αχλαδιού, σοκολατάκια γεμιστά και σκέτα, τα είχε όλα και τα χόρταινε. Όμως εκείνα τα περίεργα γλυκά του πειρασμού με τα ξενικά ονόματα, τα άγνωστα υλικά και τις ανάμειχτες γεύσεις, η Ειρήνη δεν τα δοκίμασε. Ούτε έφαγε τις καραμέλες με τις γεύσεις των χεριών, των ματιών και των χειλιών, φανερών και μυστικών. Πιθανόν δεν θέλησε ή ίσως να ντράπηκε τον άγγελό της και δεν τόλμησε να του ζητήσει κάτι τέτοιο. Άλλωστε δεν ήταν και πολύ βέβαιη αν θα μπορούσε να της προσφέρει όλες αυτές τις γεύσεις κι έμεινε στα γνωστά. (…)

Antoni Mas Antoni Mas (14)

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τρία απρόσεκτα διηγήματα (H περίοδος της Ειρήνης), σελ. 13, 14,15, 27, 29, 30, Εκδόσεις Άγρα, 2012

Πίνακες: Laine Bachman, Kay O’ Rourke, Αntoni Mas

—————————————–

 

Tags: , ,

Image

Μιχαήλ Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών

Ilya ZombΑι γυναίκες είνε αι πλείσται μάλλον ηλίθιαι ή τρελλαί. Υπάρχουσιν όμως και τίνες μανιώδεις. Μία Κρήσσα, εξ έρωτος παθούσα και αυτή, δεν καταδέχεται να απαντήση καν εις τας ερωτήσεις μας και απομακρυνόμεθα αυτής φρονίμως, διότι όταν οργισθή πηδά αδιακρίτως εις τον λαιμόν του προστυχόντος ζητούσα να τον πνίξη. Αι συμπαθέστεραι όλων είνε δύο αδελφαί, μένουσαι εν ενί των ιδαιτέρων δωματίων προ ετών, μέσης ηλικίας, διατηρούσαι όμως επί της παρηκμακυίας μορφής των ίχνη καλλονής έτι, αίτινες θα ηδύναντο να χρησιμεύσωσιν ως υπόδειγμα αδελφικής στοργής.

Είχε πάθη η μία εξ αυτών και ενεκλείσθη εις το άσυλον τούτο• αλλ’ η άλλη δεν ηθέλησε να την εγκαταλείψη και συνεκλείσθη μετ’ αυτής. Ούτω δε τρελλαί αλλά αγαπώμεναι πάντοτε μένουσι συζώσαι, και η μία περιθάλπει την άλλην, και αι δύο δε ομού μεγάλην ξανθήν πλαγγόνα, με κατακοκκίνους παρειάς και στίλβοντα ακίνητα όμματα, αναστήματος πενταετούς παιδίου περίπου, ήν κρατούσι πάντοτε ενηγκαλισμένην ως να ήτο βρέφος. Όλη των η στοργή συγκεντρούται εις το αναίσθητον αυτόν ξόανον, και το θωπεύουν, και το λικνίζουν, και το ασπάζονται, και τω ομιλούν, ως να είνε έμψυχον, τέκνον των πραγματικόν.

Του ετοιμάζουν μόναι των ράπτουσαι φορέματα, του αλλάζουν τα ενδύματά του τακτικά, τα πλύνουν, τα σιδηρόνουν, καλύπτουσαι αυτό μετά προσοχής όταν το γυμνόνουν διά να μη ταις κρυώση το πτωχόν! Και το νευρόσπαστον δέχεται όλα αυτά, ανοίγον υπερμέτρως διατεταμένους τους αβλεφάρους του οφθαλμούς, τείνον ασευνειδήτως εις τα φιλήματά των την εκπεπληγμένην μορφήν του και κινούν τους ξανθούς βοστρύχους του. 

Ilya Zomb

Μιχαήλ Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών, σελ. 92-93, Εκδόσεις Πατάκη, 2004

Πίνακες: Ilya Zomb

.

.

 

Tags: , , , , ,

Image

Άρης Μαραγκόπουλος, Αγάπη, κήποι, αχαριστία

August Sander34166_426121023840_4656419_n

.

Είσαι ένα μικρό, πολύ μικρό κορίτσι, Ζωή. Και τι να σου κάνω εγώ. Είμαι πολύ μικρό, μικρό αγόρι, κανένας δεν μου παραβγαίνει στην άγνοια, στη μωρία και στην ευαισθησία, ένας ζουμερός μανδραγόρας. Μικρή, κακομαθημένη κι ανυπάκουη σε εκπαίδευσε ο πατέρας σου Ζωή Κόλερ. Ανυπάκουη και κακόκεφη σε γνώρισα – αλλά, όταν σε πρωτοείδα, αμέσως σε ονειρεύτηκα. Κάτι στο λαιμό σου, κάτι στο πρόσωπο των είκοσι χρόνων, στα χείλη, στο πώς έβγαζες την ανάσα σου, μου έδωσες υλικό να σε φανταστώ σαν τα όνειρά μου, σαν τις γυναίκες μου της Ιερουσαλήμ, Αιγυπτία. Δεν υπήρξαν ποτέ αυτές. Πλάσματα της φαντασίας μου. Μονάχος μου σε ονειρεύτηκα, μονάχος μου διάλεξα το ψέμα. Ποτέ δεν έμαθα να αγαπώ κανέναν. Ο Τζίμυ και η Σίλεια φοβόντουσαν την αγάπη. Μόνον να ονειρεύομαι ανοησίες για γλυκές γυναίκες που αγαπούν όπως στο σινεμά. Αυτό μου έμαθαν. Αλλά τότε γιατί, γιατί, γιατί σε έλουσα και σε άλειψα μύρα και σε πόνεσα, γιατί.

.

August

.

 Κάναμε κούνια στις ζαχαρένιες αιώρες του Φραγκονάρ, ανεβήκαμε σε ψηλά βουνά και δεν γαμηθήκαμε, απαρνηθήκαμε τον Θεό και δεν φιληθήκαμε, κατουρούσαμε πάντα ξεχωριστά, ζητιανεύαμε ομορφιά, σαν τον Ιωάννη Κητς, στα βιβλία, στους πίνακες και στα γραφικά τοπία… και δεν γουρλώσαμε μια φορά, γαμώ το κέρατό μου, τουλάχιστον μια φορά τα μάτια από άγρια καύλα – και τότε γιατί ζούσαμε μαζί, γιατί λέγαμε «δεν πειράζει», γιατί δεν μας ειδοποίησε κανείς που αντιδρούσαν όλοι τόσο ευγενικά: «Πόσο μοιάζουν αυτοί οι δύο, σαν αδελφάκια είναι».

Άρης Μαραγκόπουλος, Αγάπη, κήποι, αχαριστία (Nύχτα στο τραίνο), σελ. 79-80, Εκδόσεις Κέδρος, 2002

Φωτό: Αugust Sander

.

 

Tags: , , , , ,

Image

Γιώργος Μπρουνιάς, Σημειώσεις για ένα ημερολόγιo

Γιώργος Μπρουνιάς, Σημειώσεις για ένα ημερολόγιo

,

12 /2  Απόψε μετά το γραφείο, βγήκα και στάθηκα μπροστά στο «Αττικόν», όπου είχα ραντεβού με την Τατιάνα που ήρθε στις 7 παρά, ένα τέταρτο αργοπορημένη, γιατί έβρεχε. Κρατούσε μια κοκκινωπή ομπρέλα κι ευτυχώς που έβρεχε γιατί λόγω της βροχής μπόρεσα, παρόλο που είναι ψηλή, αλλά εγώ είμαι ψηλότερος, να της πάρω με το ένα χέρι την ομπρέλα, και το άλλο, τάχα μου αυθόρμητα, επειδή έβρεχε και λόγω της διαφοράς του ύψους μας, να το βάλω γύρω από τους ώμους της που τους έσφιξα με το μπράτσο μου χώνοντας τα δάχτυλά μου μέσα στα μαύρα της κατσαρά μαλλιά.

,

ben 7636861-md,

Τα ένιωσα στη φούχτα μου όχι σαν βρεμένα μαλλιά, αλλά σαν κάτι πιο βαθύ και πιο παλιό, σαν τζίβα που το νερό που την ύγρανε την έκανε και έβγαζε μια αψιά μυρωδιά όπως από κουβέρτες καιρό κλεισμένες στην κασέλα, κάτι σαν την αποφορά από το τρίχωμα παμπάλαιου ζώου σε αρχαίο δάσος όπου συνεχώς βρέχει και, ενόσω προχωρούσαμε έτσι βαστηγμένοι κάτω απ’ τη βροχή, τη μικρή απόσταση ως το φανάρι απέναντι από του Κάουφμαν, ένιωθα επάνω στα πόδια μου ένα ρυθμικό γλυκό λίκνισμα που μ’ άρεσε να σκέφτομαι πως ήταν οι σφιχτοί γλουτοί της κολλημένοι πάνω στους δικούς μου, μπορεί όμως να ήταν η κρεμαστή της τσάντα που, καθώς έπεφτε με το λουρί από τους ώμους της προς τα κάτω, παρεμβαλλόταν ανάμεσα στα πόδια μας, και κουνιόταν σύμφωνα με το ρυθμό του βαδίσματός μας, κι εγώ το μετέφραζα αυτό ότι ήταν το κούνημα των γοφών της πάνω στους δικούς μου, μάλιστα, αν όχι με επιθυμία, τουλάχιστον με αποδοχή.

,

ben 10239410-md

,

Μπήκαμε στη σκεπαστή στοά του «Άστυ» όπου κλείσαμε την ομπρέλα και απομακρύνθηκαν τα πόδια μας, μπήκαμε στο Ντράγκστορ που ήταν γεμάτο κόσμο και ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμα, βρήκαμε ένα τραπέζι πλάι στη τζαμαρία που βλέπει στη στοά, βγάλαμε τα παλτά μας, κάτσαμε, και, κάτω από τη γυάλινη επιφάνεια του τραπεζιού, που ήταν άδεια από τα φλιτζάνια των προηγούμενων, είδα τα πόδια της. Ήταν ορθά και τεντωμένα μέσα σε κάλτσες ριγωτές, από τα γόνατα και κάτω, και φόραγε αθλητικά ίσια παπούτσια που μ’ έκαναν να σκέφτομαι πώς είναι τα δάχτυλά της όταν τα βγάζει, και, μαζί, είδα πάνω απ’ τα γόνατά της τους μηρούς της που ήταν σκληροί και νιότικοι αλλά τόσο σφιχτοκλεισμένοι σε μια μαύρη φούστα που μου φάνηκε πως ασφυκτιούσαν μέσα σε αυτήν την κλεισούρα κι άλλο δε θέλανε παρά να σπάσουνε τη φούστα κι μ’ ένα στεναγμό να μείνουν έτσι ανοιχτοί.

.

ben 15055872-md

.

Δεν είδα τι έγινε παραπέρα με τα πόδια της Τατιάνας γιατί ήρθε ο σερβιτόρος και γέμισε την επιφάνεια του τραπεζιού με τα σύνεργα του καφέ, που είχαμε παραγγείλει, κι εμείς συνεχίσαμε να μιλάμε γι’ αυτά που είχαμε αρχίσει, το ένα και το άλλο της ζωής μας, ευχάριστη κουβέντα, αλλά εγώ, καθώς το θυμάμαι τώρα, είχα και μια στενοχώρια, όχι γιατί μου ήταν αδιάφορα αυτά που λέγαμε, αλλά γιατί, ενόσω τα λέγαμε, δεν είχα μπορέσει να δω τι έγινε με τα πόδια της Τατιάνας απ’ τα γόνατα και πάνω.

.

ben goossens

.

Γιώργος Μπρουνιάς, Σημειώσεις για ένα ημερολόγιo, σελ. 56-57, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 1993.

Φωτό: Ben Goossens

.

 

Tags: , , , , , , ,

Image

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη (απόσπασμα)

Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα », πώς να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα! (…)

Christos_Mpokoros_I_techni_mas_echei_noima…29068

( …) Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή; Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του. Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ’ ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα.

Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν.
– Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου;
– Του κυρ-Θανάση του Μπε…
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ’ αυτόν το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
– Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πως να πώ; Είναι η γενειά του… τη έχει λύσε-δέσε, σ’ όλα τα πάντα… οικονόμισσα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές θέλω να πω, ανιψιά του… φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε

28-29f3-4-thumb-medium1– Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ’ εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος… ο αφέντης σου.Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν. Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα. Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
– Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’ έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;

28-29f3-4-thumb-medium1Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ’ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη
περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης. Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.

topimage(21)

Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου… καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοια αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;

image2(7)Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά
– Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
– Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…
–Είναι μέσα;
–’Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
–Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
–Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
– Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
– Τ’ ακούω.
– Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.
Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε:
– Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα! (…)

image2(18)

Πίνακες: Xρήστος Μποκόρος

http://www.bokoros.gr/


 

Tags: , , , , ,