RSS

Daily Archives: 09/07/2019

Αθηνά Τιτάκη, Με τέχνη

 

.

Το ποτάμι πέρασε μέσα απ’ το σαλόνι.
Παρέσυρε δύο από τις έξι καρέκλες
το σεντούκι με τα κέρματα
το χαλί το μεταξωτό
τον πίνακα με τη δεσποινίδα άνοιξη.
Κι έξω είχε έναν ήλιο…τι ήλιο!
Ευτυχώς σώθηκε…
Έκανε το κόλπο της αιώρησης
σαν και τότε που της είπαν
πως το να ζεις απαιτεί τέχνη.
Δεν είχε ιδέα τι λένε αυτοί οι καλλιτέχνες.
Ήξερε μόνο πως το ψάρι «φούσκα»
είναι απίστευτα δηλητηριώδες
και πως οι κοντινοί συγγενείς
έχουν την ικανότητα να μεταφέρουν
ακόμα και τα πιο ιδιότροπα γονίδια.

Αθηνά Τιτάκη, Με τέχνη, από τη συλλογή Κατόπιν αιφνιδιασμού, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014

Πίνακας: Henri Matisse

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς

112. Οι αυθεντικοί συγγραφείς, όταν διαβάζουμε τα έργα τους, μας δημιουργούν ένα είδος αφωνίας που παθαίνουμε όταν, όχι τόσο σπάνια, μας κάνουν να αισθανθούμε, θαυμασμό, δέος ή έκσταση, που μας βοηθούν να καταλάβουμε ότι η τέχνη του λόγου είναι ένα είδος έσχατης πράξης. Ο αληθινός συγγραφέας φτιάχνει έναν κόσμο εξακοντίζοντας στον δεδομένο και υπαρκτό ένα βλέμμα ικανό να τον ματιάξει, να τον ταράξει, να τον αρρωστήσει και να τον συνεφέρει, καθώς μετακινείται σε περισσότερο βάθος, κατευθυνόμενο στην ουσία των πραγμάτων, που είναι η ειδοποιός διαφορά τους, η κρυμμένη, δηλαδή, αλήθεια τους.

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς, μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας, σελ. 145, Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας:Linda Touby

 

 

 

Ανδρέας Καρακόκκινος, Μεσονύχτι

.

Ένα βιβλίο ανοικτό
στα πόδια σου
κι εσύ ταξιδεύει
ο απόκρυφους πολιτισμούς
παίζοντας με τις λέξεις.
Μια πεταλούδα πολύχρωμη
κάθεται στα μαλλιά σου
νομίζοντας είσαι η άνοιξη.
Κάπου μακριά ένα ακορντεόν
στολίζει τις σελίδες
κι ένα φως αχνό
χορεύει μπρος στα μάτια σου
στη ράχη της βελόνας
που δείχνει μεσονύχτι.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Μεσονύχτι, από την ποιητική συλλογή Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό,  Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2017.

Πίνακας: Henri Matisse

 

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso

.

Ο μικρός Picasso λογομαχεί με τον μικρό Klee. Ο μικρός Picasso χάνει την ψυχραιμία του και με μια γροθιά μαυρίζει το μάτι του μικρού Klee. Την επόμενη μέρα,ο μικρός Klee με το μαυρισμένο μάτι εξαπολύει ένα σμήνος πολύχρωμων κουνουπιών εναντίον του μικρού Picasso. Σε λίγο, ένας νευρασθενικός κόκορας καταφθάνει τρέχοντας με κλειστές φτερούγες σαν κουλός δρομέας και συμμαχεί με τον μικρό Picasso εναντίον των κουνουπιών. Καταφέρνει και μερικές γερές τσιμπιές στον μικρό Klee, ο οποίος καλεί επειγόντως σε βοήθεια έναν φτερωτό τροχονόμο και ένα αιμοβόρο χρυσόψαρο. Δεχόμενος επίθεση από ουρανό και θάλασσα, ο μικρός Picasso επιστρατεύει έναν βαρβάτο μινώταυρο με καυτά ρουθούνια. Όταν το θηρίο μπαίνει στο πεδίο της μάχης, ο μικρός Klee σταματά απότομα και ο στρατός του τον μιμείται. «Εγώ τόση ώρα έπαιζα και εσύ θέλειςνα με σκοτώσεις;» λέει στον μικρό Picasso, ενώ απομακρύνεται πάνω σε έναν ιπτάμενο κήπο, αφήνοντας τον μικρό Picasso σαστισμένο ανάμεσα στα τέρατα.

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso, από τη συλλογή Αντανάκλαση, Εκδόσεις Σμίλη 2018

Πίνακας: Paul Klee

 

Άννα Δερέκα, Προϊόν αρπαγής

Έτσι είμαι
Κοντά σ’ αυτούς που αγαπώ.
Μένω ακίνητη.

Αυτοί βλέπουν
Και λένε
Δεν είναι αστέρι,

Είναι λάμπα σε έρημο δρόμο
Της Λίμνης,

Δεν βλέπει κανείς
Ας πετάξουμε πέτρες.

(Νέα Υόρκη, 1988)

Από τη συλλογή «Υδάτινες φλέβες», 2000

Πίνακας: Kristin Vestgard

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς

114. Με τα κατασκευάσματα που προσποιούνται τις λογοτεχνικές δημιουργίες θα νόμιζε κανείς ότι συμβαίνει ό,τι και με τις απομιμήσεις που προσποιούνται τα πρωτότυπα· διαβάζοντάς τα, ο αναγνώστης γλιτώνει κόπο, όπως κι ο καταναλωτής, αγοράζοντάς τα, γλιτώνει χρήματα. Ότι το χρήμα είναι το κατ’ εξοχήν τέχνημα αποφυγής του κόπου και του χρόνου που απαιτούν όλα τα δύσκολα εγχειρήματα –των καλλιτεχνών μη εξαιρουμένων– είναι κοινό μυστικό που μας αποκάλυψε ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του ’44. Γλιτώνοντας κόπο και χρόνο, γλιτώνουμε σωματική και ψυχική καταπόνηση. Μαζί, όμως, χάνουμε και όλα τα πολύτιμα που δύσκολα κτώνται, συμπεριλαμβανομένης της παιδείας, της αισθητικής απόλαυσης, της ευαισθησίας. Με αυτήν τη διάθεση, είτε εκδίδουμε πλοκές που βοηθούν τους αναγνώστες να σκοτώσουν την ώρα τους είτε τους λέμε παραμύθια που θωπεύουν τη νάρκη τους, και στις δύο περιπτώσεις τους οδηγούμε στην αποβλάκωση που προκαλεί ανασφάλεια. Μύρια όσα κακά έπονται. Γιατί θέλει πολύ χρόνο για να γίνεις νοήμων και ευαίσθητος. Και μόνο το ένα χιλιοστό αυτού του χρόνου αρκεί για να γίνεις απαθής και ανόητος.

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς, μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας, σελ. 146, Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας: Henri Matisse

 

 

George Le Nonce, μεγαλόχαρη

 

Πρηνὴς ἐνώπιον τῆς εἰκόνας
ἱκέτης, μὲ τάματα ὁλόχρυσα,
ποντάρει στὴν ταπεινότητα τοῦ προσκυνήματος
ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνταλλακτικὴ ἀξία τῶν κτερισμάτων.
Καθὼς πέφτει ἡ βαρύτιμη εἰκόνα καὶ τὸν πλακώνει
φορτωμένη μὲ δεκάδες ἀσήκωτα ἀφιερώματα
κι ἀκαριαῖα διαλύει τὸ κρανίο του
«θαῦμα, θαῦμα» ἀναφωνεῖ τὸ ἐκκλησίασμα
διότι εἶναι ἀήττητη ἡ ἐλπίδα τοῦ ἀπεγνωσμένου.

George Le Nonce, μεγαλόχαρη, από τη συλλογή Έλεος, Εκδόσεις Bibliothèque 2018

 

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη

.

Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι
τα παλιά πορτραίτα
ξαναγύρισαν στους τάφους
η θάλασσα με τα όνειρα
ρουφήχτηκε απ’ το θεριό της λίμνης
τα έπιπλα κάηκαν στην πυρά
μαζί με τις μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω απολιθωμένη μνήμη.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη, από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο, Θεσσαλονίκη 2013

 

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία 

I.

Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία :
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα,
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Kαι ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια στις καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Με τις απίθανες, τις πιο ετερόκλητες διακοσμήσεις
(Θα χρειαζόταν ένα ποίημα χωριστό μόνο για δαύτες)
Kαι –σπάνια πια– τ’ απολιθώματα: τζουκμπόξ και φλιπεράκια
Ένα μπιλιάρδο ξεχασμένο, ένα ποδοσφαιράκι χάρβαλο
«Στο βάθος κήπος πια», παρατημένα.

II.

Δε λέω «καφετέριες », προσοχή, λέω « καφενεία»
Eκείνες είναι χώροι αλλιώτικοι, με τις γελοίες μουσικές
Δε λέω «cafè» τα κομψεπίκοψα φλωράδικα,
Μα ούτε και «ρακάδικα» –μη χέσω– δεν αντέχω,
Κι ούτε βεβαίως –εσχάτη πτώση– τα «ρακομελάδικα».
Εγώ γουστάρω κρότο των ζαριών στο τάβλι.

 

.

IX

Αίφνης το «Πανελλήνιο», στέκι μου σταθερό –
(Δε σ’ το ’μαθα, ρε Διονύση, πήγες και πέθανες νωρίς).
Προέκταση του γραφεί μου,
Πολύ σωστά μου το ’λεγες, γαλαζομάτα,
–Α, ρε Νίκο, α ρε Γιάννη, γίγαντες της Μαυρομιχάλη–
Με το πεσοικό πατάρι του, απερίγραπτα μοναδικό
Είμαι ο μόνος που το εγκαινιάζει ολοένα
Παίρνοντας συνεντεύξεις (και δίνοντας για μια φορά:
Γεια σου, βρε Κατερίνα, γεια σου Πέννυ)
Και κάποτε το γέμισα με κόσμο εγώ, στα «Σινεμά» μου.

[…]

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία από τη συλλογή Εμένα μου λες, Ποιήματα 1997-2016,  Εκδόσεις Α Ω,  γ’ έκδοση, Μάρτιος 2019

Oι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της Ιφιγένειας Σιαφάκα, Πανελλήνιον, Ιούνιος 2019 σε συνάντηση με τον Δημήτρη Φύσσα.  Στην πρώτη φωτό ο κ. Νίκος, ιδιοκτήτης του καφενείου.

 

 

 

 

Κώστας Σιαφάκας, Σκαντζόχοιροι και κότες

.

Άνοιξα το κοτέτσι και άφησα τις κότες να φύγουν. Δραπέτευαν τρεχάτες κοιτώντας πού και πού η μία την άλλη, έκπληκτες και τρομαγμένες. Όταν χάθηκαν στον κοίλο ορίζοντα των χωραφιών, κάλεσα όλους τους σκαντζόχοιρους της περιοχής. «Ιδού το νέο σας καταφύγιο!» τους είπα, δείχνοντας την άδεια παράγκα που μέχρι πριν από λίγο φιλοξενούσε τις κότες μου. Οι σκαντζόχοιροι μπήκαν στη σειρά και με απόλυτη πειθαρχία και σιωπή κατέλαβαν τις θέσεις τους, περήφανοι κι ευγνώμονες για την ωραία τους κατοικία. Από αυτή την
αλλαγή φαίνεται πως όλοι έμειναν ευχαριστημένοι: οι σκαντζόχοιροι κούρνιασαν αμέσως, οι όρνιθες πετούσαν ελεύθερες στον κόκκινο ουρανό κι εγώ περίμενα καρτερικά τα υπέροχα αγκαθωτά αυγά.

Κώστας Σιαφάκας, Σκαντζόχοιροι και κότες, από τη συλλογή Αντανάκλαση, Εκδόσεις Σμίλη, 2018

Artwork: Ingrid dee Magidson