RSS

Daily Archives: 09/07/2019

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς

112. Οι αυθεντικοί συγγραφείς, όταν διαβάζουμε τα έργα τους, μας δημιουργούν ένα είδος αφωνίας που παθαίνουμε όταν, όχι τόσο σπάνια, μας κάνουν να αισθανθούμε, θαυμασμό, δέος ή έκσταση, που μας βοηθούν να καταλάβουμε ότι η τέχνη του λόγου είναι ένα είδος έσχατης πράξης. Ο αληθινός συγγραφέας φτιάχνει έναν κόσμο εξακοντίζοντας στον δεδομένο και υπαρκτό ένα βλέμμα ικανό να τον ματιάξει, να τον ταράξει, να τον αρρωστήσει και να τον συνεφέρει, καθώς μετακινείται σε περισσότερο βάθος, κατευθυνόμενο στην ουσία των πραγμάτων, που είναι η ειδοποιός διαφορά τους, η κρυμμένη, δηλαδή, αλήθεια τους.

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς, μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας, σελ. 145, Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας:Linda Touby

 

 

 

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη

.

Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι
τα παλιά πορτραίτα
ξαναγύρισαν στους τάφους
η θάλασσα με τα όνειρα
ρουφήχτηκε απ’ το θεριό της λίμνης
τα έπιπλα κάηκαν στην πυρά
μαζί με τις μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω απολιθωμένη μνήμη.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη, από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο, Θεσσαλονίκη 2013

 

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία 

I.

Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία :
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα,
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Kαι ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια στις καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Με τις απίθανες, τις πιο ετερόκλητες διακοσμήσεις
(Θα χρειαζόταν ένα ποίημα χωριστό μόνο για δαύτες)
Kαι –σπάνια πια– τ’ απολιθώματα: τζουκμπόξ και φλιπεράκια
Ένα μπιλιάρδο ξεχασμένο, ένα ποδοσφαιράκι χάρβαλο
«Στο βάθος κήπος πια», παρατημένα.

II.

Δε λέω «καφετέριες », προσοχή, λέω « καφενεία»
Eκείνες είναι χώροι αλλιώτικοι, με τις γελοίες μουσικές
Δε λέω «cafè» τα κομψεπίκοψα φλωράδικα,
Μα ούτε και «ρακάδικα» –μη χέσω– δεν αντέχω,
Κι ούτε βεβαίως –εσχάτη πτώση– τα «ρακομελάδικα».
Εγώ γουστάρω κρότο των ζαριών στο τάβλι.

 

.

IX

Αίφνης το «Πανελλήνιο», στέκι μου σταθερό –
(Δε σ’ το ’μαθα, ρε Διονύση, πήγες και πέθανες νωρίς).
Προέκταση του γραφεί μου,
Πολύ σωστά μου το ’λεγες, γαλαζομάτα,
–Α, ρε Νίκο, α ρε Γιάννη, γίγαντες της Μαυρομιχάλη–
Με το πεσοικό πατάρι του, απερίγραπτα μοναδικό
Είμαι ο μόνος που το εγκαινιάζει ολοένα
Παίρνοντας συνεντεύξεις (και δίνοντας για μια φορά:
Γεια σου, βρε Κατερίνα, γεια σου Πέννυ)
Και κάποτε το γέμισα με κόσμο εγώ, στα «Σινεμά» μου.

[…]

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία από τη συλλογή Εμένα μου λες, Ποιήματα 1997-2016,  Εκδόσεις Α Ω,  γ’ έκδοση, Μάρτιος 2019

Oι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της Ιφιγένειας Σιαφάκα, Πανελλήνιον, Ιούνιος 2019 σε συνάντηση με τον Δημήτρη Φύσσα.  Στην πρώτη φωτό ο κ. Νίκος, ιδιοκτήτης του καφενείου.

 

 

 

 

Xαρά Νικολακοπούλου, Το τελευταίο αστειάκι

Οι πιγκουίνοι είναι πλάσματα αξιοπερίεργα. Οπωσδήποτε είναι ανθρωπόμορφοι. Κι άλλα ζώα βέβαια έχουν ομοιότητες με τον άνθρωπο, αλλά ο πίθηκος, ας πούμε, ή ο ουρακοτάγκος δεν μας κάνουν να αισθανόμαστε περήφανοι για τα όποια κοινά χαρακτηριστικά μας. Το όνομά τους εμπλέκεται  μάλιστα σε υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς όπως: είσαι μια μαϊμού, α να χαθείς, πιθηκομούρη, κ.ο.κ. Όχι, οι πιγκουίνοι διαθέτουν μια συγκινητική ευγένεια. Θα μπορούσαν να είναι οι Σαρλό των πτηνών, κομψοί αριστοκράτες μέσα στο γιορτινό τους σμόκιν, ένα ευφάνταστο πείραμα της εξελικτικής αλυσίδας στην προσπάθειά της να δημιουργήσει το «αριστούργημα» που λέγεται άνθρωπος, μια αξιοσημείωτη απόκλιση από τη βαρβαρότητα που κατοικοεδρεύει στα γονίδια πολλών αντιπροσώπων τού ζωικού –και όχι μόνο– βασιλείου, μια υπενθύμιση ότι άσπρο και μαύρο συναπαρτίζουν το ίδιο νόμισμα, το γιν και το γιανγκ μιας μελαγχολικής ενδοσκόπησης, ένα ευφυέστατο παράδειγμα θερμικής ανεξαρτησίας, πάνω απ’ όλα σκληροί διαπραγματευτές στη μάχη για επιβίωση κάτω από φοβερά αντίξοες συνθήκες. Εκτός από τα παραπάνω, ίσως είναι η τελευταία ευτυχής έμπνευση, ένα αστειάκι τού δημιουργού πριν περιπέσει σε βαθιά μελαγχολία βλέποντας την οικτρή κατάληξη των πιο πρόσφατων δημιουργημάτων του. Μια παροιμία από την Παταγονία λέει ότι ένα παραμύθι που αρχίζει με έναν πιγκουίνο τελειώνει με έναν έρωτα. Ας το πιστέψουμε, δεν έχουμε εναλλακτική επιλογή. Ποιοι στην ευχή είμαστε εμείς που θα αμφισβητήσουμε τις παροιμίες από τη Παταγονία; «Κοίταξέ τους, δεν είναι αξιολάτρευτοι; Μοιάζουν τόσο συγκινητικά ανθρώπινοι», θα έλεγε η Όλγα. «Μήπως θέλουν να μας μεταφέρουν κάποιο μήνυμα;» «They are only birds, honey; they just obey their nature. It’s so simple»[1],  θα απαντούσε ο Ντάνιελ.Αλλά όλα αυτά, αρκετά αργότερα…

(Προδημοσίευση από την ανέκδοτη νουβέλα  Η ασπρόμαυρη γυναίκα)

[1] Δεν είναι παρά μόνο πουλιά, γλυκιά μου, απλώς υπακούνε τη φύση τους. Είναι τόσο απλό.

Πίνακας: Joan Mirό