RSS

Daily Archives: 03/01/2019

Τζαίημς Τζόυς, Η πανσιόν

Η Πόλλυ ήταν ένα αδύνατο κορίτσι δεκαεννιά χρονών. Είχε ανοιχτόχρωμα και μαλακά μαλλιά κι ένα μικρό σαρκώδες στόμα. Τα μάτια της, που ήταν γκρίζα με πράσινη απόχρωση, είχαν  τη συνήθεια να κοιτάζουν προς τα πάνω όταν εκείνη μιλούσε σε κάποιον, πράγμα που την έκανε να μοιάζει με μια μικρή διεστραμμένη μαντόνα. Η κυρία Μούνεϋ είχε στείλει αρχικά την κόρη της να δουλέψει δακτυλογράφος στο γραφείο ενός σιταρέμπορου αλλά, καθώς  ένας αχρείος υπάλληλος της δημαρχίας συνήθιζε να περνάει  μέρα παρά μέρα από το γραφείο ζητώντας  την άδεια να  πει δήθεν δυο λόγια στην κόρη του, πήρε την κόρη της πίσω στο σπίτι και την έβαλε να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Καθώς η Πόλλυ ήταν πολύ ζωηρή, η πρόθεση της μητέρας της ήταν να εξυπηρετεί εκείνη τους νεαρούς. Εξάλλου στους νεαρούς αρέσει πολύ να νιώθουν κοντά τους την παρουσία μιας νεαρής κοπέλας. Η Πόλλυ, βέβαια, φλέρταρε με τους νεαρούς, αλλά η κυρία  Μούνεϋ, που ήταν καπάτσα, ήξερε πως οι νεαροί περνούσαν μόνο τον καιρό τους και κανένας τους δεν είχε σοβαρό σκοπό. Έτσι πήγαιναν τα πράγματα για αρκετό καιρό, και η κυρία Μούνεϋ είχε αρχίσει να σκέφτεται να στείλει την Πόλλυ πίσω στη γραφομηχανή, όταν παρατήρησε πως κάτι έτρεχε ανάμεσα στην Πόλλυ και σ’ έναν απ’ τους νεαρούς. Παρακολούθησε το ζευγάρι και έκανε τα σχέδιά της.
Η Πόλλυ κατάλαβε πως την παρακολουθούσαν, ωστόσο η επίμονη σιωπή της μητέρας της δεν μπορούσε να παρεξηγηθεί. Δεν υπήρξε καμιά φανερή συνενοχή ανάμεσα σε μητέρα και κόρη, καμιά φανερή συνεννόηση, αλλά, παρόλο που όλοι μέσα στο σπίτι μιλούσαν για τη σχέση του ζευγαριού, η κυρία Μούνεϋ εξακολουθούσε να μην παρεμβαίνει. Η Πόλλυ άρχισε να συμπεριφέρεται περίεργα και ο νεαρός τελικά  θορυβήθηκε. Τέλος, όταν η κυρία Μούνεϋ έκρινε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή, επενέβη. Διαχειριζόταν τα ηθικά ζητήματα όπως ο χασάπης το κρέας: και σ’ αυτή την περίπτωση είχε πάρει την απόφασή της.

Τζαίημς Τζόυς, Η πανσιόν (απόσπασμα), μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.91/2018

Artwork:Balthus

 

Γιάννης Τσίγκρας, Σα να ’ταν μανουάλια

.

Αυτός ο άνθρωπος απολογείται στα δέντρα
ζητώντας, μ’ ένα του χεριού του τίναγμα,
την υπόκρουση ενός μαντολίνου,
όπως ο σαλτιμπάγκος κρέμεται, για να υπάρξει,
Από την πίκρα και το γέλιο των αγνώστων.

Αυτός ο άνθρωπος περιγράφει στα φυλλώματα,
την ουσία της αθωότητας,
όσων περπατούν ακόμη στο όνειρο ενός πουλιού.
Κι οι κομήτες μπαίνουν στο δωμάτιο
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
και τα μπαούλα αχνίζουν τα νυχτερινά του Σοπέν.

Α, υπήρξε η εποχή που ο αρχάγγελος
υάκινθο, αντί για ρομφαία, κρατούσε
και όριζαν οι τελευταίες παιδικές φωνές
δρόμους προς το φεγγάρι.

Υπήρξεν η εποχή που οι γυναίκες
έψαχναν, κάτω από τη σκάλα, για τους πεθαμένους τους
κι ένας μικρός αέρας από το παράθυρο
έσβηνε τα μεγάλα μάτια τους
σα να’ ταν μανουάλια.

Artwork: Katherine Boland

 

Μαρία Μανδάλου, Παρείσακτος

.

Το βράδυ εκείνο που τον κράτησα στην αγκαλιά μου γυμνό, σάρκα λευκή, ολότελα άτριχο, σώμα φιδιού απ’ αυτά που δεν μου γουστάρουν, μες στον ιδρώτα τα ξανθά του μαλλιά, μεσοκαιρίτης με κάτι μάτια σεληνιασμένα, πάντρεμα θάλασσας και χλοϊσμένης γης, μου ιστόρησε εύθραυστος την αναπάντεχη συφορά, σωστός λαβύρινθος, με δίχως μινώταυρο ωστόσο, καιρός καχεκτικός και μαραζιάρης, ρωτάκιζε τις λέξεις και παγιδευόταν στα φλασμπάκ που ήρθε κι έπεσε σ’ όλους τους νερόλακκους μέσα, ξεκινώντας απ’ αυτούς της βροχής, έπειτα μέσα στα ποτάμια, στις κολυμπήθρες, και η πρώην από κοντά να κρατάει ομπρέλα ανοιχτή στην καταιγίδα να του παραστέκεται.

Κι εκεί που τα ιστορούσε μεθυσμένος απ’ το τσιγαριλίκι, του ανέβαινε η πίεση κι εγώ έβλεπα κεράσι το σώμα του, καρπό τραγανό που τον τρυγούσα αναισθήτως, σηκώθηκε να πιει νερό, φοβήθηκα μη μου μείνει στα χέρια, στα σκέλια ανάμεσα, τον ονειρεύτηκα κένταυρο να λούζεται στη λασπουριά, το πόσα λίγα ήξερα γι’ αυτόν, ένας άγνωστος, πνιγμένος στο γαλάζιο των ματιών του, Την ουτοπία να βαστήξουμε, όλο μουρμούριζε, τρελός από έρωτα, λαβωμένος από θλίψη.

Κι εγώ, ανείπωτος βρικόλακας, να του ρουφάω κερασάκια τις λέξεις για ένα κείμενο φτωχό, για μια σελίδα νοσηρές σημειώσεις κάτι σαν ποίηση, λαϊκό ανάγνωσμα στερημένο πνοής και φιλότητας.

Μαρία Μανδάλου, Παρείσακτος από τη συλλογή Μεταποιητική της ενοχής και άλλα ποιήματα (Τυπωθήτω, σειρά Λάλον Ύδωρ, 2009)

Artwork: Ray Caesar

 

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Παράξενα φυτά

.

Παράξενα φυτά φυτρώνουν
τελευταία στο μπαλκόνι μου,
με πλαστικές κινήσεις
περικυκλώνουν τα ανοίγματα.

Ο ήλιος μένει έξω απ’ το σπίτι.
Εγώ τα κλαδεύω καθημερινά
με το τσεκούρι,
μέσα στο σκοτάδι πολλές φορές
χάνω το στόχο.

Στο τέλος, έμεινα
χωρίς χέρια.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Παράξενα φυτά, από τη συλλογή Η πλατεία των Ταύρων, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2017

Artwork: Jhonny Araújo

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ποίηση με τέσσερα πόδια

ΙΙ. Περί μη ταπεινότητας

7. Ο ηθικολόγος είναι τόσο άδειος από καρδιά, ιδέες, έμπνευση, χαρά, γιατί φυλακίζεται με τη θέλησή του σε ένα μαυσωλείο. Στην άλλη άκρη, ο μη-ταπεινός (ζωηρός υπερασπιστής μιας εξατομίκευσης) κινείται ελεύθερα σε πολλούς ζωντανούς κόσμους ταυτοχρόνως.

9. Κάθε προσπάθεια για ταπεινότητα συνήθως καταλήγει στην υπεροψία. Το να αισθάνεσαι πως είσαι πιο ταπεινός από τους άλλους, αυτό δεν είναι μη-ταπεινότητα; (ή αλλιώς: o υπερόπτης ξεγελάει τον εαυτό του με το κυνήγι της ταπεινότητας.)

13. Αν  και η μη-ταπεινότητα εξωτερικά μοιάζει παντοδύναμη, στο εσωτερικό της σαλεύει ο τρόμος ή ένας πόνος που ροκανίζει το συκώτι, την καρδιά, τα νεφρά.

16. Ο ταπεινός καλλιτέχνης δεν ενδιαφέρεται για την ίδια την τέχνη αλλά για το παιχνίδι, τη δημιουργική μανία, την ήττα, την αναγέννηση. Δηλαδή, για όλα όσα εμφανίζονται (μέσω της τέχνης) στην εσωτερική του ζωή.

27. Η μη ταπεινότητα συχνά στηρίζεται σε έναν κόσμο απαστράπτοντα (γνώσεις, ταλέντο, κάλλος, λαμπρά κατορθώματα.) Αλλά το χάος αδιαφορεί για όλα αυτά.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ποίηση με τέσσερα πόδια [παίγνια και φάρσες], Οι εκδόσεις των φίλων, 2017

Artwork: Joel Meyerowitz

 

Έρνεστ Χεμινγουέϊ, Στην προκυμαία της Σμύρνης

Το περίεργο ήταν, είπε, το πώς ούρλιαζαν κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν εκείνη την ώρα. Εμείς βρισκόμαστε στο λιμάνι και εκείνες ήταν όλες μαζεμένες στην προβλήτα και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Συνήθως στρέφαμε τον προβολέα επάνω τους για να τους κάνουμε να σταματήσουν. Πάντα έπιανε αυτό το κόλπο. Κουνούσαμε τον προβολέα πάνω κάτω ρίχνοντας το φως του πάνω τους δυο και τρεις φορές και εκείνες έπαυαν. Μια φορά ήμουν αξιωματικός υπηρεσίας στην προβλήτα και ένας Τούρκος αξιωματικός με πλησίασε έξω φρενών, επειδή κάποιος από τους ναύτες μας τον είχε προσβάλει πολύ άσχημα. Τότε του απάντησα ότι ο ναύτης επρόκειτο να σταλεί πίσω στο πλοίο και να τιμωρηθεί αυστηρά. Του ζήτησα να μου τον δείξει.  Μου έδειξε τότε τον βοηθό του πυροβολητή, το πιο άκακο παιδί. Είπε πως του μίλησε επανειλημμένα άσχημα και προσβλητικά· μου μιλούσε μέσω διερμηνέα.  Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ο βοηθός του πυροβολητή ήξερε αρκετά τούρκικα ώστε να μπορεί να  μιλά και με  προσβλητικό τρόπο. Τον κάλεσα και του είπα: «Μήπως  μίλησες σε κανέναν από τους Τούρκους αξιωματικούς;»
«Δε μίλησα σε κανέναν, κύριε».
«Είμαι σίγουρος», είπα, «αλλά καλύτερα γύρνα πίσω στο πλοίο και μην κατέβεις στο λιμάνι ξανά για το υπόλοιπο της ημέρας».
Έπειτα είπα στον Τούρκο ότι ο ναύτης διατάχθηκε να πάει πίσω στο πλοίο  και ότι θα τιμωρούνταν αυστηρά. Πολύ αυστηρά μάλιστα. Εκείνος καταχάρηκε με το γεγονός. Πόσο καλά φιλαράκια γίναμε!
Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά μωρά. Ήταν αδύνατον να της πείσεις να αφήσουν τα νεκρά μωρά τους. Κρατούσαν  τα νεκρά μωρά τους εδώ κι έξι μέρες. Δεν τα άφηναν με καμία δύναμη. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό. Στο τέλος αναγκαστήκαμε να τους τα πάρουμε.

Έρνεστ Χεμινγουέϊ,  Στην προκυμαία της Σμύρνης, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.84/2017

Artwork:Mirjam-Appelhof

 

Πόπη Αρωνιάδα, Ήσκιος ασήκωτος (απόσπασμα)

.

[…] Σπουργίτια και κάργιες
φτύνουν στην πρώτη δοκιμή
τ’ άγρια σύκα
τους μοβ καρπούς
ανώριμης οικουμενικότητας
που σκουληκιάζουν
και πέφτουν
κάνοντας πιο γόνιμο
το έδαφος της πτώσης,
το χώμα
της αμετανόητης γερόντισσας
φωνάζοντας με τη σειρά της
«έλα εδωδά»
ν’ αναστηλώσουμε
τις πεσμένες οροφέ
με μάτια ορθάνοιχτα
και το κεφάλι
ακουμπισμένο στην καρδιά. […]

Τα μάτια αμίλητα,
μεγάλα σαν βδομάδες
διακριβώνουν πως μόνο
οι νεκροί δεν έχουν σκιές,
εξορκίζοντας έτσι το θάνατο.

Η μάνα αγριοσυκιά
στέκει αγέρωχη
μέχρι ν’ αξιωθούν
τα παρακλάδια της
πυκνό τον ίσκιο τους
να ρίξουν
παραδομένη στα χέρια τους
και το κορμί της
τροφή συνείδησης,
ως ν’ αδερφώσουν
ανίκητα τις ρίζες
απ’ τ’ άγγιγμα
ενός ευγενούς κολεόπτερου.

Έτσι μονάχα
άχρηστα πια
καταρρέουν τα σκιάχτρα.

Πόπη Αρωνιάδα, Ήσκιος ασήκωτος, από τη συλλογή Ουλές, Ροδακιό, Αθήνα 2016

Αrtwork: Sarah Jarrett