RSS

Daily Archives: 03/01/2019

Όσκαρ Ουάιλντ, Ο καλλιτέχνης

Ένα βράδυ,  η ψυχή του πόθησε να αποδώσει την εικόνα της «Χαράς που κρατά για μια στιγμή». Και άρχισε να γυρνά όλο τον κόσμο για να βρει μπρούντζο. Γιατί μόνο σε μπρούντζο μπορούσε να την φανταστεί.
Αλλά  ο μπρούντζος όλου του κόσμου είχε εξαφανιστεί, πουθενά στον κόσμο όλο δεν βρισκόταν μπρούντζος, παρά μόνο στο άγαλμα της «Λύπης που διαρκεί αιώνια».
Τώρα, το άγαλμα αυτό το είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια και το είχε τοποθετήσει στον τάφο του μοναδικού πλάσματος που είχε αγαπήσει στη ζωή του. Στον τάφο του νεκρού πλάσματος που είχε αγαπήσει περισσότερο από κάθε τι, είχε τοποθετήσει αυτό το άγαλμα καμωμένο από τον ίδιο, για να στέκει εκεί ως σύμβολο της ανθρώπινης αγάπης που  δεν πεθαίνει ποτέ  και της ανθρώπινης λύπης που διαρκεί αιώνια. Και στον κόσμο όλο δεν είχε απομείνει άλλος μπρούντζος παρά μόνο στο άγαλμα αυτό.
Και πήρε το άγαλμα που είχε ο ίδιος φτιάξει και το ΄ριξε σ’ ένα καμίνι και το παρέδωσε στις φλόγες.
Και από τον μπρούντζο του αγάλματος της «Λύπης που διαρκεί αιώνια» έφτιαξε το άγαλμα της «Χαράς που κρατά για μια στιγμή».

Όσκαρ Ουάιλντ: ΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ο καλλιτέχνης, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου τχ. 92/2018

Αrtwork:Jeane Myers

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στοιχειωμένο σπίτι

Όποια ώρα και να ξυπνούσες, έκλεινε και μια πόρτα. Πήγαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο, χέρι χέρι, σηκώνοντας εδώ, ανοίγοντας εκεί, να σιγουρευτούν-ένα ζευγάρι-φάντασμα.
«Εδώ το αφήσαμε», είπε εκείνη. Κι εκείνος πρόσθεσε: «Ω! Κι εδώ επίσης». «Βρίσκεται επάνω», μουρμούρισε εκείνη. «Και στον κήπο», ψιθύρισε αυτός.
«Ήσυχα!» είπαν. «Αλλιώς θα τους ξυπνήσουμε».
Μα δεν πείραζε που μας ξυπνήσατε. Ω όχι! «Το ψάχνουν· τραβούν την κουρτίνα», θα ‘λεγε κάποιος και θα συνέχιζε να διαβάζει μια δυο σελίδες. «Τώρα το βρήκαν», θα ‘λεγε κάποιος με σιγουριά, σταματώντας το μολύβι στο περιθώριο της σελίδας. Κι έπειτα,  κουρασμένος απ’ το διάβασμα, θα σηκωνόταν και θα ‘βλεπε και μόνος του, όλο το σπίτι άδειο, οι πόρτες ορθάνοιχτες, μόνο οι φάσες που γουργουρίζουν με ευχαρίστηση, και ο θόρυβος της αλωνιστικής μηχανής να ακούγεται απ’ το αγρόκτημα. «Για ποιο λόγο μπήκα εδώ μέσα; Τι ήθελα να βρω;». Τα χέρια μου ήταν άδεια. «Μήπως τότε είναι επάνω;». Τα μήλα βρίσκονταν στη σοφίτα. Κι έτσι βρέθηκαν ξανά κάτω, ο κήπος γαλήνιος όπως πάντα, μόνο το βιβλίο είχε γλιστρήσει στο γρασίδι. […] «Εδώ κοιμηθήκαμε», λέει εκείνη. Κι εκείνος προσθέτει, «Αναρίθμητα φιλιά», «Ξυπνώντας το πρωί», «Ασήμι ανάμεσα στα δέντρα», «Το πάνω πάτωμα», «Στον κήπο», «Όταν ήρθε το καλοκαίρι», «Ο χιονιάς το χειμώνα». Οι πόρτες κλείνουν, χτυπώντας μαλακά όπως ο σφυγμός του σπιτιού μακριά στο βάθος.

Βιρτζίνια Γουλφ, Στοιχειωμένο σπίτι, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.93/2018

Photo:Jamie Heiden