RSS

Daily Archives: 14/01/2018

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Μικρή εξωλέμβια ομολογία

Ι.

Υπήρξα ένας καλός μαθητής
ένας πραγματικά καλός μαθητής
του κόσμου

έκανα πάντα την προσευχή μου
πριν πέσω στο κρεβάτι

και φορούσα προφύλαξη
πριν πλαγιάσω με κάποιο
αγόρι
λίγο μεγαλύτερο στην ηλικία
ώστε να μπορεί να με μυήσει
στα μυστικά του έρωτα.

Υπήρξα αρκετά συνετό αγόρι.
Αγόραζα ό, τι παιχνίδι μας υποδείκνυε
η καλή κυρία στην τηλεόραση

στο σχολείο έκανα παρέα
με τα καλά παιδιά
είχα καλούς βαθμούς
διαγωγή αρίστη
κι όλοι είχαν να λένε
για τους καλούς μου τρόπους
εντός εκτός
και επί τα αυτά
της κοινωνίας.

Θα με ρωτήσεις
βέβαια
τι άλλαξε
μέσα σ’ αυτό
το σύντομο
διάστημα

είμαι μόλις είκοσι έξι χρονών
το σώμα μου συνεχίζει
να με υπακούει
έχω πολλά όνειρα
και η στύση μου
ακλόνητα επηρεάζει
την κάθε μου απόφαση.

Τι έχει αλλάξει
στ’ αλήθεια
μέσα σ’ αυτό
το διάστημα;

ΙΙ.

Ακροβατώ ανάμεσα
στον δικό μου κόσμο
και στον κόσμο
που έχουν πλάσει
οι άλλοι
για μένα.

Δυο κόσμοι
διαφορετικοί

ο ένας
σε συχνότητα
παράλληλη
μ’ αυτό που έχω
ονομάσει
ανάγκη

[κι όμως
τόσο ξένος
απ’ την ίδια μου
την ανάγκη]

ο άλλος
κατ’ εικόνα
και
καθ’ ομοίωσιν
των ονείρων
και
των προοπτικών
που σχεδίασαν
με περισσή
φροντίδα
οι γονείς μου
την πρώτη
μέρα
της Δημιουργίας.

Το πρόβλημα
είναι
πως σε κανέναν
από τους δύο
αυτούς
κόσμους
δεν έχει
υπολογιστεί
ο παράγων
που λέγεται:

ζωή-

κι ό, τι βρέξει
ας
κατεβάσει.

ΙΙΙ.

Δεν έμαθα ποτέ μου
να οδηγάω.
Ποτέ μου δεν κοίταξα
τον κόσμο κατά πρόσωπο.

Έτσι
αποστασιοποιημένος
πέρασα το μεγαλύτερο
μέρος της ζωής μου.

IV.

Απ’ όλα τα γράμματα
της αλφαβήτου
κοίτα
που βρέθηκα
σ’  αυτό το δίδυμο
κάπα
να ναυαγήσω.

 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Μικρή εξωλέμβια ομολογία, από την ποιητική συλλογή Βαβέλ,7 ημέρες δημουργίας και καταστροφής,  Εκδοτική 2018

Artwork: Gurbuz Dogan Eksioglu

 

 

Eύα Μαθιουδάκη, Η αναπηρική

  Εἶχε κατεβασμένες τὶς τέντες γιὰ νὰ μὴ βλέπει, εἶχε γεμίσει τὶς ζαρντινιέρες πέρα ὣς πέρα γιὰ νὰ μὴ βλέπει. Καὶ πολλὲς φορὲς κατάφερνε νὰ ξεχνιέται καὶ νὰ μὴ βλέπει. Ἄκουγε ὅμως, αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ περιορίσει. Καὶ τὸ σούρσιμο τῆς ἀναπηρικῆς καρέκλας καὶ τὰ βογκητὰ ἢ καὶ ἐκείνη τὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τοῦ κενοῦ τοῦ κολασμένου, τοῦ κενοῦ τῆς ἀπόγνωσης, τοῦ κενοῦ, τοῦ κενοῦ τοῦ γείτονά τους ποὺ καθηλώθηκε μετὰ τὸ ἐγκεφαλικὸ στὴν ἀναπηρική, δυὸ χρόνια πᾶνε τώρα. Κάποτε τὸ μπαλκόνι της τὴν παρηγοροῦσε. Ἔβγαινε καὶ ἀπομονωνόταν λὲς καὶ ἔβγαζε τὸν κόσμο ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι της, λὲς καὶ ἔκλεινε τὰ προβλήματα μέσα ἀπὸ τὴν μπαλκονόπορτα. Μέσα τὰ προβλήματα ἀλλὰ αὐτὴ ἦταν ἔξω. Ἔξω ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὅλο ἔξω ἦταν, δὲν τὴν ἀφῆναν οἱ δουλειές. Καὶ ὁ ἄντρας της δυὸ χρόνια ἄνεργος. Ἀρχικὰ ἔλεγε ψιθυριστὰ τὴν κουβέντα «Ἄς ἔχουμε τὴν ὑγειά μας», «Τὰ ὑπόλοιπα θὰ τὰ καταφέρουμε», «Τὴν ὑγειά μας», «Μόνο τὴν ὑγειά μας». Ἀνάπηρη παρηγοριά, ἀπαρηγόρητη.

Τὴν εἶχε φάει τὴ ζωὴ μὲ τὴν κουτάλα, τὴν ἤξερε μέσα κι ἔξω τὴν ἀνεργία σὰν τὸ ποτὸ ἕνα πράγμα, σὰν τὴν κακιὰ συνήθεια ποὺ σὲ τραβάει ὅλο κάτω καὶ τὸ ἕνα πρωὶ ξυπνᾶς καὶ λὲς θὰ τὸν πιάσω τὸν ταῦρο ἀπὸ τὰ κέρατα καὶ τὴν ἑπομένη βούλιαζες στοῦ καναπὲ τὶς ἀράχνες. Ὄχι γιὰ τὴν ὑγεία τους βέβαια, ὑγεία δὲν ἦταν. Πότισε τὸ βασιλικό. Ὁ βασιλικὸς εἶναι ἕνα φυτὸ ποὺ ἀπαιτεῖ καθημερινὸ πότισμα, ἕνα φυτὸ ποὺ δὲ συνιστᾶται γιὰ τάφους καὶ ταφόπλακες ἐκτὸς ἂν εἶσαι φρεσκοχήρα καὶ ἀνεβοκατεβαίνεις μὲ τὰ ποτιστήρια στὰ κοιμητήρια. Ἀλλὰ αὐτὴ χήρα δὲν ἦταν. Οὔτε ὁ ἄνεργος σύζυγος μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ χρόνου τοῦ ἄχρηστου ἔβρισκε χρόνο νὰ κάνει κάτι χρήσιμο. Πῆρε τὸ φλιτζανάκι τὸν καφέ, ἀραίωσε τὸ κατακάθι μὲ τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶχε μείνει στὸ ποτήρι, πότισε τὴ γαρδένια. Ἔστριψε τὸ κεφάλι. Ἡ θλίψη της τὸν τελευταῖο καιρὸ τῆς ἔδινε κάτι μαχαιριὲς ἄλλοτε στὸ στομάχι, ἄλλοτε στὰ πλευρά. Μετουσιωνόταν ἕνα πράγμα ποὺ θὰ τῆς ἐξηγοῦσε κάποιος ψυχολόγος, ἀλλὰ σὲ ψυχολόγο δὲν πήγαινε. Σήκωσε τὴν τέντα, ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς μπαλκονόπορτας καὶ φωνάζοντας δυνατὰ γιὰ νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ οἱ δύο ἀνάπηροί της. «Γιά σηκωθεῖτε, ἀδέλφια, γιά σηκωθεῖτε καὶ νὰ κάτσω ἐγὼ γιὰ πάντα.» «Σηκωθεῖτε!» εἶπε πάλι σιγανὰ καὶ κάθισε ἀποκαμωμένη.

Εύα Μαθιουδάκη, Η αναπηρική, από τη συλλογή διηγημάτων, Μικρά Πείσματα, Το Ροδακιό, 2017

Πίνακας: Jules Pascin