RSS

Monthly Archives: December 2016

Ρούλα Αλαβέρα, Έλπω

.

Μια κουφοξυλιά χρησμοδοτεί
τον λόγο και τον χρόνο της τεκνο-
αιχμαλωσίας μιας εναέριας
ζούγκλας: «Λασπόχωροι, επεξεργασμένη
παλιατσαρία, παλιοπράγματα, η πόλη
ανεμοστρόβιλος, εντός του τεκνο-
ερπετού του χρονικού διαστήματος,
ο Ιωνάς, με κλωτσιές, με βρυχυθμούς και
με μουγκρίσματα, θα σπάσει το αυθεντικό
ξυλοβινύλιο ως να διαβούν την ατραπό
όλα τα καπέλα. Οι βρόγχοι και οι θηλειές
θα συνοδέψουν άγνωρους ήχους».

Κουφόξυλο, αλφάβητο κρυμμένο
για ξύλεψη μέτρων και γνώσης.
Πότε θα καταλάβεις, ηλίθιο συνονθύλευμα,
προσφέρεις το λαιμό στον βρόγχο
που ιπποτικά και τρισκατάρατα
κανακεύει την καθημέραν προδοσία σου.

Πώς μας διαφεύγει η καθαίρεση;
Μα ευτυχώς που έρχονται πάλι και
Φέτος τα Χριστούγεννα. Ω! έλατο
Ω! έλατο.

Ρούλα Αλαβέρα, Περί της δεσποτείας των πόλεων και των ονειρικών, σελ. 45, Κέδρος, 1999

Πίνακας: Rumen Nistorov

 

 

 

 

Γιώργος Βέης, Η λεπτότητα του χαρακτήρα


Τι δύναμη, τι θάρρος
φέρνει την πεταλούδα,
μετρημένες ορθοπεταλιές,
ως το θάνατο.


Γιώργος Βέης, από τη συλλογή Για ένα πιάτο χόρτα, Εκδόσεις Ύψιλον, 2016, σελ. 28

Artwork: Richard Doyle

 

 

Σωτήρης Τριβιζάς, Έτσι πεθαίνουν οι κήποι

.

so gardens die…
Wallace Stevens

Έτσι πεθαίνουν οι κήποι
μέσα στους ίσκιους
κάτω απ’ τη βροχή
σκορπίζοντας στον άνεμο
το μυστικό τους

έτσι πεθαίνει o έρωτας –
όπως πεθαίνει αργά το φως

ή κάποτε μ’ ένα σεισμό
– όπως πεθαίνουν τα βουνά

κι αφήνουν πίσω τους ρωγμές
ένα κομμάτι ατόφιο ουρανό
μια χούφτα χώμα

2009

Από τη συλλογή Δεκαοχτώ ποιήματα, Γαβριηλίδης 2016

Πίνακας: Berthe Morisot

:

 

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Αιμάτινος πόντος

troy-brooks-

.

Ξύπνησα κι αυτό το πρωί
μ’ ένα τεράστιο κεφάλι.
Κοίταξα στον καθρέφτη
Κόκκινο από τη μια
Κυανό από την άλλη.

Το δυτικό μηνίγγι κύλαγε αίμα
λώρος άχρονος διά του χρόνου μου
διαθλάσεις εαυτού
θολά περιγράμματα μορφών
οικεία/ανοίκεια εγχαράγματα
καρέ μη ομιλούντος κινηματογράφου
η γραμμή ενός αέναα διαφυγόντος σεναρίου
–όλο μου διέφευγε!–
εξάρθρωνε την ακοή
έσφιγγε το κυανό μάτι.

.

troy-brooks

.

– Ήμουνα μπλε! Ήμουνα μπλε!
έφτυνα σφαίρες αιμάτινες λέξεις
σε μια κάμαρα κόκκινος πόντος
κι η στάθμη πάνω απ’ το κεφάλι
–εγκεφαλικός πνιγμός–
μέχρι που αναποδογύρισα
και με εξαίσια αναβύθιση
–ερωτικός σπασμός–
καταδύθηκα αντίρροα
σε πολυεστιακό υδάτινο είδωλο
με αιχμές δόρατα ύψους
με δόντια σιωπές βάθους
με δάκρυα οξείδωση μετάλλου.

Ξύπνησα κι αυτό το πρωί
μ’ ένα τεράστιο κεφάλι.
Κοίταξα στον καθρέφτη
Κυανό από τη μια
Κόκκινο από την άλλη.

Και τραγούδησα.

(πρώτη δημοσίευση: y.youropia.gr, 8 Δεκεμβρίου 2015)

Πίνακες: Troy Brooks

 

 

Νίκος Λάζαρης, Η αλλαγή των χρωμάτων

.

Η εληά το κουκούτσι της
και συ το πρωινό σου ντέρτι.
Μα γιατί παίζουν αφού γράφει
απαγορεύεται;
Σηκώνεις την τσάπα αργά
φρέσκο το χώμα
και μιλάς με αριθμούς
και ντοκουμέντα
ενώ ο φωτογράφος απαθανατίζει τη σκηνή
όπως του αρέσει:
το άσπρο μαύρο
και το μαύρο ροζ.

Έτσι κυλάνε οι μέρες
Βαρέλια στον κατήφορο.


Αλέξης Ζήρας, Νεώτερη ελληνική ποίηση, 1965-1980, Από τη συλλογή Ο βυθός της γκαζόζας

Πίνακας: Luca Alinari

 

 

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Το παιχνίδι με τις λέξεις

Όταν η μητέρα μου, λόγω του αίματος που τρέχει ακόμα από τη μύτη μου κρατάει το πρόσωπό μου τόση ώρα κάτω απ’ το κρύο νερό μέχρι που πετρώνει, η παραμάνα μου εν τω μεταξύ φροντίζει το ροζ καρό φουστάνι, αλλά και άλλες φορές, όταν η μητέρα μου μού τραβάει με μια απότομη κίνηση ένα τραυμαπλάστ από το γόνατο ή μου χτενίζει τα μαλλιά με μια χτένα που σκαλώνει στο μαλλί μου, κι ύστερα λέει, πω, πω, τα μαλλιά σου, όταν μου δείχνει πώς τραβάμε ένα λεπτό καλτσόν προς τα πάνω, και το προς τα πάνω μού πιάνει μαζί με το καλτσόν και μου τσιμπάει και το πόδι, πάντα τότε εγώ θα ’θελα να τη δω να κουτρουβαλιάζεται στη σκάλα ή να πέφτει απ’ το παράθυρο και να τσακίζεται, να κόβεται κατά λάθος εκεί που κόβει το ψωμί. Πάντα, όταν λέει: Θα πονέσεις για λίγο μόνο, αλλά μετά θα ’ναι καλύτερα έτσι, ή: σε κόβει βέβαια λιγάκι, αλλά είσαι μεγάλη πια. Μπρος στα κάλλη τι ’ναι ο πόνος, λέει. Μπρος στα κάλλη, μπρος στα κάλλη, ποντικός στην κοιλιά, το κεφάλι μες στην κοπριά, μπρος στα κάλλη. Πάντα όταν ή μητέρα μου με πονάει, για λίγο, λιγάκι μόνο, δεν θα κρατήσει, να ’σαι γενναία, πάντα τότε εγώ θα ’θελα να τη δω, στην ηχώ της σφαλιάρας που θα της έδινα μες στα μούτρα, ν’ αποστρέφει το κεφάλι της από μένα προς τα πλάγια κι επιτέλους να ησυχάζει.

Τζέννυ Έρπενμπεκ, Το παιχνίδι με τις λέξεις, μτρφ.: Αλέξανδρος Κυπριώτης, Σελ. 64, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2008.

Φωτό: Maquignon Laurence