RSS

Daily Archives: 17/01/2016

Λεία Χατζοπούλου-Kαραβία, Έτρεξα να τον συναντήσω


Έτρεξα να τον συναντήσω στην ακρογιαλιά μας και τον βρήκα μ’ ένα ξανθό κορίτσι σφιχταγκαλιασμένους. Κρύφτηκα σε μιαν ύφαλη σπηλιά κι όταν εκείνη έπεσε ξαναμμένη στο νερό την τράβηξα απ’ τα πόδια κράτησα ανάμεσα στα γόνατά μου το κεφάλι της ώσπου τα γαλανά της μάτια αναστράφηκαν ολόλευκα και στο κορμί της πάνω κόλλησαν πεταλίδες. Ύστερα βγήκα φαινομενικώς ατάραχη να συναντήσω τον καλό μου. Εκείνος όμως πλάγιαζε με κοπέλα μελαψή κι αφού τη χιλιοφίλησε και τη γλυκονανούρισε έριξε τη βαρκούλα του στη θάλασσα κι ανοίχτηκε να παίξει με το κύμα. Σώριασα τότε γύρω στο κοιμισμένο κορίτσι φρύγανα κι άναψα κλοιό φωτιάς που φιδογύριζε και σφύριζε ώσπου από το ωραίο καλοκαιριάτικο κορμί της δεν απομείναν παρά δυο χούφτες μαύρη στάχτη. Τον άκουσα να επιστρέφει λάμνοντας ρυθμικά και τραγουδώντας. Έσιαξα βιαστικά τ’ αγριεμένα μου μαλλιά κι όρμησαν να τον προϋπαντήσω. Δίπλα του ήταν νέα γυναίκα με γέλιο μαργαριταρένιο. Ο λαιμός της που έγερνε μεθυσμένα προς τον ώμο του ψιλόλιγνος καθώς δορκάδας μαγνήτισε το βλέμμα μου κι απόμεινα να τους παραφυλάγω ως ερωτεύονταν κι ύστερα ως βυθίστηκαν σε νάρκη λυσιμελή. Ακροπατώντας τούς πλησίασα, πέρασα θηλιά στο λαιμό της κι έσφιξα ώσπου μου κόπηκε η ανάσα. Έσυρα πέρα το κορμί της κι αμέσως από τον ουρανό πέσαν κοράκια κι από τη γη ξετρύπωσαν σκουλήκια και με την τρυφερή της σάρκα χόρταιναν. Ανεπαισθήτως τότε πλάγιασα κοντά το. Ανασάλεψε. Με πήρε στα χέρια του. Όλα θα ξεχαστούν συλλογίστηκα. Θάμαστε σαν παλιά εκείνος κι εγώ πρωτόπλαστοι στο δικό μας Παράδεισο. Άνοιξε τα βλέφαρα στο κενό και η φωνή του χαϊδευτική με αποκαλούσε ονόματα άγνωστα, διαρκώς καινούρια ονόματα – Λουίζα, Μιτσούκο, Νερίνα, Άννα-Μαρία.


Λεία Χατζοπούλου-Kαραβία, Έτρεξα να τον συναντήσω, από τη συλλογή 30 ποιήματα ζωής και θανάτου, Αθήνα 1981

Φωτό: Sarachmet

.

.

 

Γιώργος Μαρκόπουλος, Η μνήμη παλιώνει

.

Διψώ σαν το ποτάμι που στέρεψε.
Πέτρες αμετακίνητες ανάμεσα στα πόδια τα χέρια σου,
φράζουν την πηγή που ζητάω.
Ύπουλος, προσπαθώ να τα τραβήξω χρησιμοποιώντας αστεία,
ή ορμητικός άλλοτε, ακριβώς σαν το ποτάμι που κάποτε ήμουν.


Γελάς. Δύο ποτήρια που σπάζουν
σε ερημική παραλία τα γέλια σου.
Ύστερα πια θυμώνεις.
Μια ντουφεκιά πέρα μακριά στα χωράφια,
Πέφτει με πάταγο η φωνή σου.


Αν είχα πεθάνει, δεν θα με είχες γνωρίσει.
Αν δεν είχες ξεχάσει τα σπίρτα σου εκείνο το απόγευμα
στο σταθμό ή στο τραίνο, επίσης δεν θα με είχες γνωρίσει.
Και αν δεν είχες φύγει από το σπίτι μας στη συνέχεια,
για πάντα εκείνο το βράδυ,
φορώντας βιαστικά χωρίς εσώρουχα το φουστάνι,
δεν θα ήμουν τώρα ο άνεμος που από ζήλεια γκρεμίζει.


Έτσι είναι λοιπόν οι άντρες. Άλλος βουνό κι άλλος μαχαίρι.
Κι όλα εδώ τελειώνουν.
Και τα απρόοπτα είναι για να γίνονται.


Γιώργος Μαρκόπουλος, Η μνήμη παλιώνει, από τη συλλογή Οι πυροτεχνουργοί, Ποιήματα 1968-2010, Εκδόσεις Κέδρος, 2014

Πίνακας: Rafał Olbiński

 

 

Βερονίκη Δαλακούρα, Ιερό


Κάποιοι οδήγησαν έναν αθώο άνθρωπο μπροστά σε μια τοιχογραφία, θέλοντας έτσι να καλλιεργήσουν την ψυχή του. Έσπειραν και θέρισαν με τόση επιτυχία, που το αποτέλεσμα ήταν να γεμίσει μυρωδιές ο χώρος που ασκούσε τα καθήκοντά του.

Ο γέροντας ήταν λειτουργός μιας θρησκείας ελάχιστα διαδεδομένης. Κοροϊδεύαμε την έκπληξή του μπρος στην αναπαράσταση μίας ταφής: αναζητούσε κάτω από τη σινδόνη ένα ίχνος κίνησης που ανήκε δικαιωματικά στην ύλη. Έπειτα, μπροστά σε ένα σωρό από κόκαλα, άρχισε να θρηνεί. Δεν επρόκειτο για πρόσωπο αγαπητό που είχε απομείνει ημίγυμνο μες στο διάστημα των φαύλων. Δεν είχε θυμηθεί μια ύπαρξη που όμοια τώρα με πνεύμα ζωικό αρνιόταν φύλο και ήχο. Ήταν ο πόνος ενός ιερουργού που με αφέλεια αναρωτιόταν πώς θα εισέδυε στο φως. Η γνώση ξεστράτιζε μέσα από τόσα ερωτηματικά. Η λογική είχε διαπιστώσει «λάθος» κι απέρριπτε τον άθλιο άγιο. « Κόκαλα», είπε τραβώντας με από το χέρι.

Βερονίκη Δαλακούρα, Ιερό, από τη συλλογή Καρναβαλιστής, Εκδόσεις Κέδρος, 2011

Πίνακας: Henri Rousseau

 

 

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Στο σπίτι του κρεμασμένου

.

Στο γένος Τσβετάγιεφ, το στήθος αλλαξοπιστεί κάθε μία ώρα. γι’ αυτό σου λέω, πάμε αν θες, να φτυαρίσουμε το χιόνι των ορμονών μας. εγώ μεσάνυχτα και συ να σκας μέσα μου κούκος ωρολογιακός.

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Στο σπίτι του κρεμασμένου, Εκδόσεις Θράκα, 2015

Πίνακας: Felice Casorati

 

Λεία Χατζοπούλου-Kαραβία, Ρώτησα αν μου επιτρέπει

.

Ρώτησα αν μου επιτρέπει
να τον επισκεφτώ με τα μάτια μονάχα
ή αποκλειστικά με την αφή, τυφλά.
Αν θα του ήμουν ευπρόσδεκτη δίχως μνήμη
δίχως λέξεις ή με λέξεις μονάχα
ενδεδυμένη με δώδεκα πέπλους
με μάσκα ή δίχως πρόσωπο
μόνο με τη γυμνή μου κοιλιά.
«Φτάνει ν’ αντέξεις» είπε.
«Φτάνει μη σε τρομάξω
καθώς εγώ σε περιμένω
αδιαμέλιστος».

Λεία Χατζοπούλου-Kαραβία, Ρώτησα αν μου επιτρέπει από τη συλλογή 30 ποιήματα ζωής και θανάτου, Αθήνα 1981

Πίνακας: Valentin Angelov

 

Μάνος Κοντολέων, «Tα φώτα!» είπε

Έχω πάνω στο δέρμα μου την αλμύρα του ταξιδιού, τον ιδρώτα της κόπωσης, τη μυρωδιά της πόρνης, τα υγρά των εκσπερματώσεων. Τ’ αφήνω. Θέλω να τα έχω ακόμη πάνω μου. Έτσι –με τέτοιου είδους μυρωδιά, τη συντροφιά– προσπαθώ να περιγράψω τα στιγμιότυπα –δεν τολμώ να τα ονομάσω γεγονότα– της ζωής μου. Να περιγράψω όχι τα στοιχεία εκείνα που τα αποτέλεσαν, μα όσα είναι ικανά ν’ αγγίξουν τον πυρήνα, να εκφράσουν τη θυσία. Πυρήνας και ουσία. Τα μεγάλα λόγια. Δεν ξεγελώ τον εαυτό μου. Ένα γράμμα γράφω. Τίποτε άλλο.

Τώρα –τούτη εδώ τη στιγμή, κλεισμένος μέσα σ’ ένα φτηνό δωμάτιο, κάπου στον πρώτο όροφο ενός χυδαίου ξενοδοχείου– τι θέλω ν’ αποδείξω στον εαυτό μου; Την αποτυχία της παράστασης; Μήπως να οριοθετήσω την υφή του τέλους; Ίσως την έναρξη μιας πορείας που μπορώ –επιτέλους!– να τη θεωρήσω συνειδητοποιημένη; Αυτό.

Από πότε, άραγε, πίστεψα στον αστερισμό της δύναμης; Πότε ενστερνίστηκα τον ορισμό του; Ποιοι με κάνανε να το πιστέψω; Στους τρόπους έκφρασης αυτής της δύναμης, ποιοι με μυήσανε; Να το! Ψάχνω να βρω τους υπεύθυνους. Δεν υπάρχουν. Όχι, δεν το πιστεύω αυτό. Υπάρχουν. Αλλά δεν έχει καμιά σημασία. Τώρα ξέρω –απέραντα και απόλυτα– την προσωπική μου ευθύνη και υπαιτιότητα. Ξέρω τη δειλία – πριν λίγες μέρες τη θεωρούσα αναπηρία. Όχι πια. Ένας θεατρίνος που έπαιζε πίσω από την κατεβασμένη αυλαία. Χρειάστηκαν τριάντα τέσσερα χρόνια, χρειάστηκε κι ένας θάνατος, για να αποφασίσω πως πρέπει να δώσω εντολή για να χτυπήσει και το τρίτο κουδούνι. Δεν έχω τίποτε να φοβηθώ. Το ρόλο τον ξέρω καλά. Η επιτυχία είναι σίγουρη.

…………………………………………………………………………………………………
Μάνος Κοντολέων, «Tα φώτα!» είπε, μυθιστόρημα, σελ. 183, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1986

Photo: Šarolte Ban