RSS

Monthly Archives: December 2013

Γιώργος Δουατζής, Τα κόκκινα παπούτσια

SHOES

.

Κόκκινα πόθου πάθους

Κόκκινα επιθυμίας αμαρτίας

Κόκκινα έντασης φευγιού

Κόκκινα ματωμένης αγκαλιάς

Κόκκινα ολέθρια κόκκινα

Παπούτσια κόκκινα

.

http://www.vakxikon.gr/content/view/1308/4678/lang,el/

.

.

 

Αχιλλέας Κατσαρός, Επιστήθιο

Hsiao Ron Cheng hsiao-ron-cheng-theredlist

Σιωπηλό ακρόνειρο
μεταμορφώνεται
σε παιχνιδιάρα γάτα
που κινείται σ’ ένα
όμορφο λευκό βαγόνι
με έλατα στη μια άκρη
ουρανό Σαν Τζώρτζη στην άλλη.
Ξεσκέπαστο γιατί η φωτιά
δε χρειάζεται κουβέρτες.
Σιωπές αρχές
θάλασσες μητέρες
γλώσσα δίγαμμα
με προέκταση το άπειρο
σε βρίσκω και σε χάνω
στα δόντια τα παιδικά
στους πρώτους έρωτες εκείνων των χρόνων
τότε που το φαγητό το έτρωγα
με τα μικρά μου χέρια
τότε που φιλούσα με ήλιο γιατί
δεν είχα φόρεμα να φιλήσω το κάτω σου
βρόχινο ομοίωμα της άνοιξης.
 
.
 
Προδημοσίευση από τη συλλογή
Η χειρουργική των έσω ουρανών
 
Πίνακας: Hsiao Ron Cheng
.
.
 
 
 
 
 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, Εκδόσεις Ars Poetica

Slide13

Ιφιγένεια Σιαφάκα,  Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (αφηγηματα αναδρομων πλεξεων),

To ημερολόγιο του κ. Ο

Αrs Poetica

 

Υπό έκδοση

.

.

 

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Κριτική παρουσίαση: Έφη Καλογεροπούλου, Άμμος, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σειρά Ποιείν (e-περιοδικό Θράκα)

Maurits Cornelis (M.C.) Escher 4
.
 

http://thraka-magazine.blogspot.gr/2013/11/blog-post_21.html?spref=fb

 
«Άμμος»  —
To εκλιπόν σου σώμα
εγέγονε
να ονοματίσει ποίηση
 
Ι. Σ.

  

Στην Άμμο, την τρίτη και πιο ώριμη από τις δύο προηγούμενες συλλογές της, η Έφη Καλογεροπούλου —με δοκιμασμένη ήδη τη λιτή εκφραστική προσέγγιση της ποιητικής απόφανσης—, προχωρά ακόμη περισσότερο όχι μόνον όσον αφορά την ακρίβεια με  την οποία χειρίζεται το στίχο της και τον αυστηρά δομημένο τρόπο με τον οποίο επιτηρεί από την αρχή έως το τέλος το ενδολεκτικό τοπίο της, αλλά διαπραγματευόμενη το θέμα της ανθρώπινης ταυτότητας εξαρχής, εκεί όπου δηλαδή σχηματίζεται, και μάλιστα παραθέτοντας τους τρόπους και τα αποτελέσματα αυτής της ασυνείδητης διαδικασίας. Οι καθρέφτες, το βλέμμα, η φωνή, ο μαστός, πολλά στοιχεία που σχετίζονται με τη σύνθεση,  την αποσύνθεση, τα απορρίμματα ή τα παράγωγα του σώματος, τον ευνουχισμό, το θάνατο, επανέρχονται στα ποιήματα είτε με άμεσα ειπωμένο τρόπο είτε διά μέσου συμβολικών εικόνων και μετωνυμικών αναπαραστάσεων, των οποίων όμως η Καλογεροπούλου μας δίνει πάντα με συνέπεια όλα εκείνα τα απαραίτητα κλειδιά για να αποκρυπτογραφήσουμε. Στην Άμμο μπορούμε να δούμε καθαρά και να ανιχνεύσουμε τόσο τις ποιητικές προθέσεις και τις νοηματικές συντεταγμένες όσο και τον τρόπο με τον οποίο κτίζεται τεχνικά το ποίημα. Υπό την έννοια αυτή, τα ποιήματα της συλλογής αφενός συνιστούν πολύ καλές ποιητικές προσεγγίσεις και αφετέρου βλέποντας και την πορεία της Καλογεροπούλου, μπορούμε να αναμένουμε και αξιόλογη συνέχεια. Τα χαρακτηριστικά λοιπόν γνωρίσματα της συλλογής αυτής, από δομικής απόψεως, θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

 

1.      Επαναδιοργάνωση και επαναπροσδιορισμός σημαινόντων στο ποίημα μέσα από κυκλικά σχήματα. Το ίδιο το ποίημα δίνει τα κλειδιά για να αποκρυπτογραφηθεί η σημειωτική της ποιητικής της Καλογεροπούλου. Τα ποιήματα στήνονται κάποτε με μικρά θραύσματα εικόνων, θα λέγαμε,  με μία επιλεκτική δυναμική στην άσημη λεπτομέρεια, η οποία γαντζώνεται γερά πρώτον στις εικόνες και δευτερευόντως στους ήχους με αποτέλεσμα την ολοκληρωμένη και σφιχτοδεμένη ποιητική πράξη.

 

Στέρηση η πέτρα/καθρέφτης το νερό/ δήμιος ο καιρός/ το δέντρο προσευχή/ χτίστης αόρατος το φως/ λαβύρινθος η απώλεια/ σκοτάδι το κενό/ θάλασσα ο νόστος/ Χώμα ζεστό το σώμα/ το σώμα σου

.

.

fornasetti 1010909

.

.

 

2.      Χωρίς να είναι πάντα ιδιαίτερα αφηγηματικά, αλλά με λιτά εκφραστικά μέσα, επιτρέπουν να χτιστεί μία ιστορία η οποία, εν τέλει, διηγείται τον εαυτό της. Το ποίημα διηγείται το ίδιο το ποίημα και συνδιαλέγεται μαζί του, ο ποιητής απλώς δημιουργεί τους αρμούς του και αποχωρεί αδιάφορος για το διάλογο που οι λέξεις θα κάνουν μεταξύ τους και ερήμην του. Είναι χαρακτηριστικά τα τοπία και τα πρόσωπα που ελλοχεύουν στο ενδιάμεσο των λέξεων της ποίησης της Καλογεροπούλου, μιας ποίησης που ξεγελά με την σε πρώτο επίπεδο αφαιρετική φόρμα και τα απλά υλικά ή σκηνικά που επιλέγει για να δομήσει το στίχο της. Η ποίησή της, εάν κανείς μείνει στην προτεινόμενη και μόνον εικόνα, ξεγελά. Η εικόνα παραμένει λιτή, αλλά οι ήχοι της έχουν βάρος και υπαρξιακή αγωνία. Κι αυτό είναι ανατρεπτικό. Ζητούμενο δηλαδή στην ποίηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το επόμενο ποίημα, όπου ένα ομιλούν «συ» ή «σε» ακούγεται στους ήχους του ποιήματος να μιλά και μάλιστα μ’ έναν ένθερμο λόγο, έναν λόγο δαντικής κόλασης, θα λέγαμε, αλλά στην εικόνα του ποιήματος απουσιάζει, αναφέρεται ως μη υπαρκτό, ως αποκύημα της φαντασίας. 

  

Έσερνε φωνές ο αέρας/ σε μυστικά περάσματα. / Κραυγές άνοιγαν κι έκλειναν /τρύπες στο σκοτάδι/ Σιωπές έπαιρναν φωτιά/Έστρεφε το κεφάλι τότε/ στη φορά της φλόγας/ Τίποτα κανείς. /Φόνοι πολλοί/ πολλά φαντάσματα
 

3.      Υπό την έννοια αυτή, στην ποίηση της Καλογεροπούλου δεν θα βρούμε ακροβατικές συνάψεις λεκτικών σχημάτων, ιδιαίτερα τολμηρές μεταφορές ή εικονοποιητικές υπερβάσεις. Επιπόλαια, από την άλλη πλευρά,  θα μπορούσε κάποιος, λαμβάνοντας υπόψη τη λιτότητα, να θεωρήσει ότι βρισκόμαστε ενώπιον μίας ρεαλιστικής θέασης του κόσμου. Πράγμα που θα ήταν άστοχο. Η ποίηση της Καλογεροπούλου ξεκινά από φαινομενικά ρεαλιστικές εικόνες, οι οποίες όμως εν συνεχεία διογκώνονται και εκτείνονται. Είτε με μία διαφορετική διαπραγμάτευση σε ό, τι αφορά το χρόνο είτε με την εισαγωγή ενός απρόσμενου αντικειμένου που ανατρέπει τις ατμόσφαιρες είτε με ήχους και την επαναλαμβανόμενη ηχώ τους είτε με τοπία ενυπνίων είτε με ονειροπολήσεις. Το πραγματικό υπεισέρχεται στο φαντασιακό και αντίστροφα. Ο μαγικός ρεαλισμός είναι εδώ.

 

Μια πέτρα άγρια από σιωπή/ Χτυπούσε το παράθυρο της μνήμης του/ μέρα μεσημέρι. / Άνοιγε τα παντζούρια αυτός/ έξω έγερνε το κεφάλι/ η πέτρα σίγουρη για καβγά/ σήκωνε τα μανίκια. / Έτοιμος από καιρό. / Άναψε το φως/ τράβηξε τις κουρτίνες

.

.

fornasetti 1

.

4.      Η Καλογεροπούλου, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μας εισάγει σε ατμόσφαιρες με μία μοναδική αγαθότητα και ηρεμία, λέγοντάς μας πολύ απλά, καλώς ήρθατε, αυτός είναι ο κόσμος μου. Καθίστε, θα δείτε το έργο μου να παίζεται! Η γράφουσα σκηνοθετεί θεατρικά τη γραφή της. Πολλά ποιήματα της συλλογής διαπνέονται από τα ρευστά και τις ατμόσφαιρες της θεατρικής δράσης. Χρησιμοποιούνται όχι απλώς ενεργητικά ρήματα, από γραμματικής απόψεως, αλλά ρήματα δράσης από τη πλευρά της λειτουργικότητάς τους στην ποιητική σκηνή. Ρήματα που πλαισιώνουν πρόσωπα και σκηνικά αντικείμενα. Είναι αξιοπρόσεκτος επίσης ο φωτισμός στα ποιήματα αυτά, ο τρόπος που η Καλογεροπούλου χειρίζεται το φως. Επιπλέον, δεν φωτογραφίζει απλώς τη σκηνή, δεν αιχμαλωτίζει το χρόνο και τη δράση δημιουργώντας σταθερές ποιητικές αποφάνσεις, αλλά δραματοποιεί στο έπακρο το συμβάν. Τα ποιήματά της με αυτόν τον τρόπο, και όχι απλώς οι συντελεστές τους,  κινούνται στο χώρο που εκείνη έχει επιλέξει στη συγκεκριμένη συλλογή, στο χώρο της νύχτας.

 

Ανέβηκε τη σκάλα/ στο τέλος της συνάντησε/ ένα παράθυρο φαρδύ/ σχεδόν μακρύ, ψηλό/ ή ίσως και να μην ήταν καν παράθυρο/ αυτή η τρύπα αέρα/ που ’βγαζε σε ουρανό. Πλήθος στοιχίζονταν/ ο ένας πίσω από τον άλλον/ το ανθρώπινο ποτάμι πάσχιζε/ να φτάσει εκεί, κοιτούσε σιωπηλό/ κι έφευγε επαναλαμβάνοντας σε κύκλο/ ακριβώς την ίδια διαδρομή. /Δυο κρίκοι της ίδιας αλυσίδας/ δυο βαθιές κυκλικές ρυτίδες/ έσκαβαν η κάθε μια για λογαρισμό της/ το γυμνό μέτωπο του χρόνου/ με αγωνία και φόβο/ μήπως το χώμα τελειώσει.

 

5.      Πιο συγκεκριμένα σε μία ακολουθία συμβάντων που ολοκληρώνονται σε έξι νυχτερινές ενότητες. Η συμβολική της νύχτας ως τόπος θανάτου, σιωπής και κενού  είναι και η σταθερή σκηνή στην οποία εκτυλίσσεται η δράση, ακόμη και αν ο εξωτερικός χρόνος είναι διαφορετικός. Ακόμη και μία σκηνή στο φως κυκλώνεται από το φωτισμό του σκοταδιού. Κι αυτή είναι ακόμα μία ανατροπή που ευνοεί την ποιητική λειτουργία.  Ο ρυθμός άλλωστε της νύχτας ή, ίσως καλύτερα, του χρόνου στον οποίο κατοικεί η νύχτα, είναι και ο εσωτερικός ρυθμός που αισθανόμαστε ανάμεσα στις φράσεις των ποιημάτων. Η Καλογεροπούλου έχει επιτύχει να ισορροπήσει τη θεματική της με τη φόρμα για έναν πολύ απλό και συνάμα πολύ ουσιαστικό λόγο: διότι η ίδια γράφει από τον τόπο της νύχτας. Η ποίηση είναι κατάσταση, δεν είναι περιγραφή της κατάστασης, η ποίηση πρωτίστως βιώνεται και εν συνεχεία αναμετριέται με τον ποιητή, που θα επιχειρήσει να λεκτικοποιήσει το βίωμα επιστρέφοντας στον «τόπο του εγκλήματος», στον τόπο  του θανάτου του ίδιου του ποιήματος. Το ποίημα βρίσκεται κάπου εγγεγραμμένο πεθαμένο. Αυτή ακριβώς είναι και η θεματική της Άμμου κι εκεί επιστρέφει η Καλογεροπούλου για να αναμετρηθεί με τον ποιητικό λόγο.

 

·         Και τα χέρια τους ζεστά πάνω στον ασβέστη/ Ντρέπονταν τόση σιωπή

·         Και ομίχλη υγρή χρόνου από την άλλη/ ισόποσα ποτέ δεν είναι εσύ και η απουσία σου

·         Μ’ ένα κοπίδι φως στο χέρι/ έκοβε νύχτα όλη νύχτα

 

fornasetti 501821971

.

.

6.      Η Άμμος είναι μία συλλογή όπου η Καλογεροπούλου αναμετριέται με τον υπαρξισμό και την ανθρώπινη ταυτότητα, με όλες τις κινήσεις της ύπαρξης έναντι των αντικειμένων που μας προσδιορίζουν, αλλά και μας ευνουχίζουν συνάμα. Και όσο και να φανεί περίεργο, ο τίτλος Άμμος δεν είναι ούτε αθώος ούτε θαλασσινός ούτε ακόμη περισσότερο ρομαντικός. Είναι τρομακτικός. Όταν μπει πλάι στα σημαίνοντα που επανέρχονται με διαφορετικό τρόπο, καθώς ξεδιπλώνεται η ποιητική συλλογή σπειροειδώς μέσα από  πολλαπλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα, όταν με μαθηματική και χειρουργική ακρίβεια μελετήσουμε το πώς χρησιμοποιούνται από την Καλογεροπούλου και πώς επαναπροσδιορίζονται, όταν πραγματικά δούμε τα σημαίνοντα στη σχέση και στην ακολουθία τους, θα διαπιστώσουμε ότι οι έξι νύχτες βρίσκονται ήδη στον τίτλο της συλλογής: Άμμος είναι το νεκρό σώμα, το «σώμα» που έχει αποκοπεί σε μικρά μόρια, έχει κατασπαραχθεί από το βλέμμα και μετατραπεί σε κόκκους. Άμμος είναι το νεκρό σώμα που τώρα αναζητά με αγωνία εκείνο το «όμμα» (amo:s, oma, καθρεφτική σχέση και amo= αγαπώ, λατ.) εκείνο το βλέμμα που θα το κοιτάξει, θα το αγαπήσει,  θα το επαναπροσδιορίσει και θα το αναστήσει.

 

·         Χώμα ζεστό το σώμα/το σώμα σου

·         Γιατί το κλάμα είναι/ ένα κομμάτι βρώμικο κρέας/ στο στόμα πεινασμένου σκύλου

·         Χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα,/ να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα/ πάσχουσα,/ ταΐζει τα σκυλιά της εικόνες/ μισομαγειρεμένες

·         Στο βυθό, φώναξε/ θα βρεθούμε στο βυθό/Έκτοτε/ το επίθετο έγινε όνομα/ κι εκείνη πρόσωπο

.

.

Άμμος είναι ο τόπος όπου βιώνεται ο θάνατος, το σώμα του θανάτου, το σώμα με το οποίο μιλιέται ο θάνατος, το σώμα του ανθρώπου και της ποίησης εν τέλει:

.

Τη νύχτα/ αδειάζει το δωμάτιο/ χαράζει κύκλο από σιωπή/ και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο. Από την τσέπη/ Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο και του μιλά/ Κι είναι φορές που σπάζει αυτό/ σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις/ και πέφτουν και πέφτει. /Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου 

.

.

Αrtwork: Escher, Fornasetti 

.

.

.

.

 

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Χώμα και Νερό

TOMMY

Άρχισε πάλι η βροχή να σκουραίνει
Σαν να πέσανε φύλλα τσαγιού στα σύννεφα.
Α, τι εξαίσιο ρόφημα θα γίνει
Μια ολόκληρη μουντζουρωμένη πόλη
Που αργά διαλύει με το κουταλάκι της η φτώχεια…
Α, στίγματα στα μάτια μου πίσω απ’ τα τζάμια,
Μικροτυφλότητες στο παζάρι του χάους,
Καθώς πετούν οι περαστικοί τα καπέλα τους
Σαν να ζητωκραυγάζουν απ’ τον τάφο…
Πόσος θυμός πατικωμένος στα ρείθρα
Που ξέπλυνε η λασποβροχή…


Εγώ κι η σκέψη μου κι ανάμεσά μας
Ο δαίμονας, ο ανυπόφορος τρίτος,
Που κάνει μούσκεμα τη θλίψη μας
Με τ’ απόνερα του λυρισμού της.
Ποτέ του δεν δαγκώνει στ’ αλήθεια
Ένας στίχος μπουκωμένος ψωμί
Και δώσ’ του να βαρούν ντενεκέδες
Πίσω από τα φοβισμένα βουνά.
Θα μας βρίσκει η νεροποντή καταγέλαστους
Που παριστάνουμε τα κυβάκια της ζάχαρης
Μέσα σε μια τεράστια κούπα από τσιμέντο.


Καημένα σπίτια, φαμελιές αμήχανες,
Τα μαξιλάρια σας χιονισμένοι πανσέδες,
Πρωτοβουλίες που δεν ξέρουν αν μπορούν,
Κλάματα που δεν ξέρουν αν θέλουν,
Μωρά που κλωτσάν τα σεντόνια τους,
Για να ρίξουν μια γερή μπαλιά… Ίσα με τ’ άστρα!

.

.

Ανέκδοτο (2013)

.

.DC

.

.

 

Λίνα Ρόκου, Στον αστερισμό του κυνός

 

Gilbert_Garcin 

Θέλει να πάρει μια θέση στον αστερισμό του κυνός.
Χρειάζονται γερά νεύρα να τον ανεχτείς.
Γαυγίζει ό,τι περνάει από μπροστά του.
Κάποιοι, που δεν μεγαλώνουν, τρομάζουν και βάζουν τα κλάματα
Κάποιοι τον βρίζουν
Κάποιοι φεύγουν τρέχοντας 
και κάποιοι, που τον ταΐζουν και τον χαϊδεύουν,
λένε ότι είναι έξυπνος, αφού αφέντη δεν κάνει κανέναν.
Τη θέση στον αστερισμό την έχει εξασφαλίσει
και σύντομα, μάλιστα, αφού τις φόλες δεν τις ρίχνουν οι περαστικοί. 

.

Photo: Gilbert Garcin

.

.

.

.


 

Σωτήρης Γάκος, από την ποιητική συλλογή «Eπί σκηνής»

helen-wilson_paintings_scotland-3.jpg
 
Μαζί βαδίζουμε πάνω στην άδεια σκηνή χωρίς σκηνοθετημένα όνειρα.
Αγνοούμε τον κίνδυνο κι όμως συνεχίζουμε να παίζουμε
να ζούμε το παιχνίδι,
να ζούμε τις πράξεις μας.
Πρώτη πράξη: εσύ.
Δεύτερη πράξη: εγώ.
Τρίτη πράξη: εμείς.
Κι ύστερα, το τέλος σε μια σκηνή που δεν έχει φως
δεν έχει έξοδο κινδύνου!
.

Σωτήρης Γάκος, Επί σκηνής, σελ. 7,  Εκδόσεις Ars Poetica, 2013

.

Πίνακας: Helen Wilson

.

.

 

Ρεγγίνα Μπου, To Ζήτα και το Ταυ

2009the_writers_house_1082911Άρχισε να χάνει τα σύμφωνα. Ξαφνικά, δίχως να έχει προηγηθεί κάτι που θα προμήνυε την καταστροφή που θα ακολουθούσε. Ξυπνούσε ιδρωμένος από τον ταραγμένο ύπνο του και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ψάχνει ολόγυρα σε όλο το σπίτι μήπως και τα βρει ξαφνικά δίχως εκείνα να τον καταλάβουν. Σήκωνε το μαξιλάρι του και κοιτούσε προσεκτικά από κάτω, ψηλαφώντας τα τσαλακωμένα σεντόνια με αγωνία, έσπρωχνε αγκομαχώντας τον βαρύ καναπέ, ανοιγόκλεινε το ψυγείο με θόρυβο, μήπως τα δει και πετάξουν σε σμήνη πίσω από τις αυγοθήκες ή τη θήκη του γάλακτος, έχωνε τα δάχτυλά του βαθιά στις γλάστρες της βεράντας, ανακατεύοντας το χώμα. Όμως αυτά κρύβονταν. Σχεδόν προκλητικά, σα να τον κορόιδευαν κάνοντας το μέτωπό του να ζαρώνει από άγχος και τα βλέφαρά του να πεταρίζουν νευρικά. Τον έπιανε τρόμος όταν το Πι γλιστρούσε ξαφνικά από τη γλώσσα του και χάνονταν από μπροστά του ή όταν το Λάμδα ξεκολλούσε από το άνω μέρος του ουρανίσκου τσουλώντας πάνω στις άκρες των χειλιών του σα σε τσουλήθρα. Και μετά καπνός! Χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλά του στη ράχη του καναπέ ξεφυσώντας. Άρχισε να έχει προβλήματα και με το Φι. Φυσούσε απότομα, δίχως εκείνος να το περιμένει, μόνο του μέσα στη στοματική του κοιλότητα, ανατριχιάζοντας το σμάλτο των δοντιών του και λειαίνοντας τις απολήξεις της γλώσσας του σα φουσκωτό ξυράφι. Τα χρειάστηκε λίγο. Η δουλειά του ως αναγνώστης παραμυθιών σε παιδικές βιβλιοθήκες και πάρτυ απειλούνταν. Έπρεπε να συγκεντρωθεί. 

alexander-jansson-13

Αποφάσισε κάθε πρωί να εξασκηθεί με ασκήσεις ορθοφωνίας. Έβγαινε στο μπαλκόνι και επιδιδόταν με δύναμη στους λαρυγγισμούς, στα γουργουρητά, στα κοφτά φουρφουρητά, στις γαργάρες με αντίλαλο, στα κρωξίματα και στους πλαταγισμούς της γλώσσας. Ο δεύτερος γύρος περιελάμβανε βασιλικούς βρυχηθμούς και μεγαλειώδη χλιμιντρίσματα που ξεσήκωναν τους γείτονες στο πόδι. Όμως η κατάσταση αντί να βελτιώνεται γινόταν ακόμη χειρότερη. Σύντομα έχασε και το Σίγμα. Καθώς έτρωγε τα αυγά του ένα μεσημέρι αντιλήφθηκε πως το σίγμα έσπρωξε τον αέρα από το μπροστινό μέρος της επάνω οδοντοστοιχίας με τέτοιο τρόπο ώστε τα χείλη του να ανοίξουν ανεπαίσθητα, δίνοντας του την ευκαιρία να πηδήξει έξω και να εξαφανιστεί δια παντός. Σκούπισε τα χείλη του με την γωνία της χαρτοπετσέτας και τρομοκρατημένος τηλεφώνησε στη βιβλιοθήκη ακυρώνοντας όλα τα αυριανά του ραντεβού. Ως το βράδυ είχε χάσει και το Βήτα. Κατάλαβε πως του ξέφυγε καθώς ακούμπησε το κεφάλι του στο μαξιλάρι. Βαρύ και δίχως πολλούς δισταγμούς  φούσκωσε το μάγουλο του, έσταξε στο σάλιο του κι έπειτα χώθηκε ανάμεσα στα χοντρά μαξιλάρια. Άδικα προσπάθησε να το βρει, τινάζοντας ως και τα σεντόνια μέσα στη νύχτα. Το πρωί τον βρήκε να κοιτάει επίμονα τον τοίχο της κρεβατοκάμαρας του όπου είχε κρεμάσει ένα πόστερ με την αλφάβητο. 

«Αα, ήτα, γάμα, ετα, ειον, ζήτα, ήτα, θήτα».

.

(απόσπασμα)

.

.

alexander-jansson-16

 

Πίνακες: Alexander Yansson

.

.

 

Κούλα Αδαλόγλου, Χρυσόσκονη

Arunas Rutkus  - Tutt'Art@ (44)

Το βράδυ τη βρήκε να κολυμπάει στα πλούσια σκεπάσματα της Δωροθέας, η ευωδιά από την αγάπη της και από τη λεβάντα της σιφονιέρας της ήταν το καλύτερο χαλαρωτικό για την περίπτωση.

Μεγαλώνουμε ποτέ; Χόρτασε τον ύπνο, ξημέρωνε και σκεφτόταν με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. Πάντα ψάχνουμε μια αγκαλιά να χωθούμε, όταν βρούμε τα σκούρα. Πού απαγκιάζουν οι μεγαλύτεροι; Η μάνα μου, ας πούμε. Ή η Δωροθέα. Ίσως σε μας, τα παιδιά τους, θέλουν να χαϊδευτούν. Μόνο που εμείς συνήθως τρέχουμε, κλεινόμαστε στα δικά μας και δεν έχουμε ούτε χρόνο ούτε ζεστασιά να τους δώσουμε. Δεν ήρθα σε σένα, μητέρα. Δεν θα μου νανούριζες την ανησυχία. Στη γιαγιά Δωροθέα έτρεξα. Κάτι λέει αυτό. Αναρωτήθηκα πολλές φορές τι είναι ευτυχία. Είσαι ευτυχισμένη, μητέρα, με το γάμο σου, τον φαινομενικά ισορροπημένο; Δεν θέλησες ποτέ περισσότερη ένταση από τον πατέρα, που τόσο εύκολα υποτάχτηκε στη δύναμή σου; Κι ο πατέρας; Ευτυχισμένος άραγε που φόρτωσε όλες τις πρωτοβουλίες σε άλλον, πάντα χαλαρός, ή αναγκάστηκε και πιέζεται, θα ξεσπάσει κάποια στιγμή; ποιος ξέρει. Ακυρώθηκες, πατέρα, δεν μπορώ να βασιστώ πάνω σου, μόλο που βλέπω στα μάτια σου την κατανόηση. Πάρε με μια φορά κατά μέρος και πες μου μια λέξη «τράβα το» ή «σταμάτα τις κουταμάρες», από σένα θα έχει αξία, δεν έχεις εμπλακεί στις συμβάσεις της μαμάς, γιατί δεν το κάνεις; Γιατί δε με βοηθάς;  Τι είναι αγάπη;

aaron board 810Έρωτας, λέμε στην αρχή, γίνεται ύστερα αγάπη και φιλία. Ωραία τα βολέψαμε, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, θρησκεία. Κι αν δεν είναι έτσι; Και κάποιοι έρωτες είναι αλλιώτικοι απ’ τους άλλους; Κι αν αξίζει να τους ζήσεις, έστω κι αν δεν γίνουν στη συνέχεια αγάπη; Και ποιος το ξέρει αν δεν μείνουν πάντα έρωτες. Θυμάμαι τον Κοσμά Πολίτη, όταν διάβαζα με μανία λογοτεχνία στην εφηβεία μου. Ο έρωτας, για να μη φθαρεί, πρέπει να μη γίνει ρουτίνα. Οι πραγματικά ερωτευμένοι πρέπει να χωρίζουν. Δε συμφώνησα, από τότε. Ωστόσο έχω πάντα σφοδρή την επιθυμία να επισκεφτώ το Λεμονοδάσος στον Πόρο, ένα τάμα στον έρωτα. Και τώρα μου φαίνεται θα ακολουθήσω την αντίθετη πορεία, πίσω στην πρώτη αγάπη που δεν έζησα. Μεγαλώνουμε ποτέ; Η Δωροθέα κοιμάται σαν πουλάκι, ασφαλής από την παρουσία μου στο σπίτι. Θα ετοιμάσω πρωινό και θα τη φωνάξω. Έχω μια μεγάλη αγκαλιά να της δώσω. […]

ac210424fe0dd6540430148ff36f0ac7Γυρίζοντας στο διαμέρισμά της μετά την επίσκεψη στη γιαγιά Δωροθέα και τα όσα διαδραματίστηκαν εκεί, η Ειρήνη νόμιζε πως είχε πάρει τις αποφάσεις της. Άνοιξε τον υπολογιστή της και βρήκε, ανάμεσα σε δεκάδες βλακείες και σκουπίδια για βιάγκρα, βελτίωση της ερωτικής επιθυμίας, ρολόγια και αγορές ευκαιρίας, να την περιμένουν δύο μηνύματα: ένα του Χάρη και ένα του Τέλη.

Το μέιλ του Χάρη:

Ειρήνη μου, σε φιλώ και θέλω να σου πω πως θυμάμαι με πολλή αγάπη τις ωραίες στιγμές που περάσαμε στον Αρμενιστή. Φυσικά, με ξέρεις καλά, δε θα σου έγραφα μόνο γι’ αυτό. Πιστεύω πως η απόφασή σου να χωρίσουμε ήταν βεβιασμένη. Πόσο μάλλον που τα δεδομένα άλλαξαν. Η μαμά δε ζει πια. Λυπήθηκα πολύ, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Ξέρω ότι κι εσύ θα στεναχωρηθείς, γιατί είσαι καλός άνθρωπος. Μη με πάρεις μόνο για να με συλλυπηθείς. Τηλεφώνησε ή στείλε μου μήνυμα, γιατί μπορούμε τώρα να κάνουμε μια καινούρια αρχή. Μια ζωή για τους δυο μας, όμορφη ζωή, χωρίς έγνοιες. Θα κάνουμε το καλύτερο ο ένας για τον άλλο. Τίποτα δεν υπάρχει για εμπόδιο ανάμεσά μας. Σε παρακαλώ, δες το ξανά κι ας ανταμώσουμε να τα πούμε και να σχεδιάσουμε το μέλλον μας.

Jos de Mey036-jpg

Το μέιλ του Τέλη. Είχε έναν επισυναπτόμενο φάκελο. Με ένα παραμύθι.

Η χρυσόσκονη που σκότωσε την πεταλούδα. Ζούσε μια φορά, σε έναν πολύ όμορφο κήπο μια πεταλούδα. Ήταν πολύ όμορφη με πολύχρωμα φτερά. Την είχε αγαπήσει όλη η οικογένεια που είχε το σπίτι με τον κήπο. Μα πιο πολύ την αγαπούσε το παλικάρι της οικογένειας, την είχε ερωτευτεί. Μια μέρα κατέβηκε στον κήπο κρατώντας ένα κουτάκι. Έλα, της είπε, κι εκείνη κάθισε πάνω στο χέρι του. Είσαι τόσο όμορφη, σου έφερα ένα δώρο. Άνοιξε το κουτάκι κι ο τόπος έλαμψε. Είχε φέρει χρυσόσκονη! Θα σε στολίσω να γίνεις ακόμα πιο ωραία, λαμπερή, αστραφτερή, το πιο πολύτιμο και όμορφο πλάσμα στον κόσμο. Και την πασπάλισε με χρυσόσκονη. Τα φτερά της πεταλούδας έλαμψαν κάτω από τον ήλιο. 

Όμως, αν βάλεις κάτι ξένο πάνω στα φτερά της πεταλούδας, χάνουν την ελαστικότητά τους και καταστρέφονται. Η όμορφη πεταλούδα βάρυνε, μαράθηκε και ύστερα από λίγο πέθανε.

 Στο κυρίως μήνυμα έγραφε:

Ρηνούλα, γιατί δε με πήρες τηλέφωνο και ρωτάς από δω κι από κει για μένα; Λοιπόν, σου έγραψα αυτό το παραμύθι. Συγχώρεσέ με για τα λάθη που μπορεί να έχει, τα γράμματά μου ως γνωστόν είναι μέτρια. Δεν είμαι πεταλούδα, δεν ταιριάζει μάλλον σε άντρα, δε θέλω τη χρυσόσκονη κανενός. Προτιμώ την ελευθερία μου, ας πούμε σαν το πουλί. Φεύγω στο Λίβανο, με μια μη κυβερνητική οργάνωση, την Technical Aid, για να βοηθήσω στην ανασυγκρότηση της περιοχής. Έγινε τόσο κακό εκεί, που χρειάζονται άμεση βοήθεια. Αν θελήσεις λοιπόν ξέρεις πού θα με βρεις.Εσύ ζηλεύεις τη χρυσόσκονη;

Σε φιλώ, Τ.

Maurits Cornelis (M.C.) Escher escher2-123_twon

Για δες πώς έρχονται τα πράγματα, μονολόγησε. Σαν να σε σπρώχνουν εκεί, στο βόλεμα, στο κοινωνικά αποδεκτό της μαμάς. Τι καλύτερη εκδοχή από αυτή του Χάρη; Νοικοκυρεμένη, καθαρή, ευθεία, χωρίς επικίνδυνες στροφές.

Γεια σου, βρε Τέλη. Το μήνυμά σου είναι σαφές. Θα σε σκέφτομαι. Θα’ ταν καλά να ’ρχόμουν μαζί σου, αλλά αυτή τη στιγμή δε γίνεται. Πτυχίο, ύστερα αγροτικό, ειδικότητα… Πού να τα αφήσω; Τι θα γίνω μετά; Τι μου λες για το παραμύθι; Το παραμύθι μου είσαι εσύ. Το παλικάρι που πάει να περάσει τα εμπόδια. Εδώ είμαστε, σε αυτό το σημείο. Αν θα πάρει την πριγκιποπούλα, αν θα συνεχίσει να την αγαπά, αν δε βρει κάποια άλλη στο δρόμο του, αν κι αυτή τον περιμένει, αυτό ακόμα δεν το ξέρουμε. Θα δείξει του

απάντησε στο δικό της μέιλ. Ύστερα έκανε delete στο μήνυμα του Χάρη. 

  Ένα μάθημα μού έμεινε για το πτυχίο. Έντεκα εβδομάδες καταλήψεις, αυτήν τη χρονιά, με πήγαν πίσω. Δεν τα βάζω όμως με τα παιδιά. Ξέρουν τι κάνουν. Διαδήλωσα μαζί τους, ξενύχτησα στη σχολή για την περιφρούρηση της κατάληψης. Ξύπνησε το κομμάτι αυτό του εαυτού μου που είχε γεννηθεί με το Μάριο και φαινόταν πως είχε κλείσει με το χωρισμό μας και με το, ας το πούμε, ατύχημά μου. Με καθυστέρησαν, αλλά είχα καιρό να σκεφτώ. Έβαλα πάλι στη ζυγαριά τα θέλω από τη μια και τα πρέπει από την άλλη. Οι προσδοκίες των γονιών μου και οι επιθυμίες οι δικές μου. Η παλιά μου αγάπη για τις κοινωνικές επιστήμες. Και για την έρευνα. Και πού μπορούν να συνδυαστούν. Και ο περίγυρος: η ελληνική πραγματικότητα.

Maurits Cornelis (M.C.) Escher  escher2-112_twonΤα χρόνια αναμονής για την ειδικότητα. Αβάσταχτα πολλά. Χάνεις το δημιουργικότερο κομμάτι της ζωής σου, μίζερα και υποταχτικά. Αποφάσισα να δω τι παίζει στο εξωτερικό. Περνώ άπειρες ώρες στο διαδίκτυο αναζητώντας σχολές και προοπτικές. Τα δεδομένα συγκλίνουν για Αγγλία ή Σουηδία. Στη Σουηδία, μάλιστα, μια ειδικότητα που συνδυάζει την ιατρική με την κοινωνική προσφορά, η ειδικότητα του οικογενειακού γιατρού σε νέα διάσταση, με συνεπαίρνει. Δε θέλω να μείνω σε άλλη χώρα, κάποια χρόνια μόνο, ας μην το σκέφτομαι όμως αυτό τώρα, γίνεται τροχοπέδη… Λέω να ετοιμάσω τα χαρτιά μου. Αύριο κιόλας.

(απόσπασμα)

Κούλα Αδαλόγλου, σελ. 112-113 και 117-121. Από τη συλλογή διηγημάτων Βγήκε ένας ήλιος χλωμός, εκδ. Ταξιδευτής, 2012 

Πίνακες: Arunas Rutkus, Aaron Board, Jos de May, M.C. Escher

.

.