RSS

Archives

Image

Φωτογραφία: LEGS

 

Tags:

Image

Ζωγραφική: Margarita Sikorskaia

.

.

 
Image

Nτίνος Λυρικός, Παραβολές: κάτι σού-ξου μού-ξού και ο Θώμας

Και που λες… ήταν γυναίκα χάρμα, όνειρο! σου λέω, από αυτές που τις λες «κυρία», και κολλάει ο στόμας σου μέλι πηχτό, αγουρίδα.  Άλλο να σου λέω κι άλλο να τη βλέπεις! Την είχα αγαπήσει χρόνια πριν, αλλά αυτή «κυρία»! «κύριος» όμως κι εγώ! Τη θαύμαζα από μακριά, υπομένοντας την ανεκπλήρωτη γνώση και ξέροντας την κατάληξη. Ποια είναι αυτή; σιγά μη σου πω! Μήπως ξέρω; Ο «Ένας» ίσως, αλλά σιγά μην ασχοληθεί Αυτός με τα παρακατιανά ! Και που λες… ξαφνικά μπήκαν στη μέση κάτι  σού-ξου μού-ξού, κάτι  αδελφίστικα και κιλοτάκια αχρησιμοποίητα, και η κατάσταση πέρασε σε υψίπεδα υστερίας. Και αρχίσανε οι ρουφιάνες κουβέντες, που ξερνούν κρίσεις εμπιστοσύνης. Όχι με μένα, καλέ !!! Εμείς «κύριοι» σου ’πα… σεβασμός!

aris pv_17

Τα κακά προέκυψαν από την εκεί πλευρά, αυτή της άγραφης υποψίας (ψύλλοι στ’ αυτιά μου μπήκανε, που λέει και το λαϊκό άσμα), και τα πράγματα μπήκαν σε ατραπούς με περίεργες λακκούβες και βράχια. Δύσκολο να σου εξηγήσω, αλλά έκοψε η μαγιονέζα λάσπη  — κοινώς, επλήγησαν τα δεδομένα και οι προσδοκίες έγιναν σκισμένη σελίδα στο περιοδικό της προϊστορίας και όλα, δι’ ανεξήγητον λόγον και αιτίαν, πήραν χρώμα απόνερα-πλυντηρίου. Είναι αυτά τα περίεργα κλικ της ακίνητης κλεψύδρας, αν…  έχεις ακούσει. Λες και μετράει κανείς τους κόκκους της άμμου.

Αχ, πόσες φορές θα σ’ το πω ότι η ιστορία δεν εκτίμησε ποτέ τον Θώμα, αγαπημένη! Ήτο άπιστος και χαμερπής τύπος, σου λέω και, εν ολίγοις, ολίγος. Πώς να σ’ το εξηγήσω; Κάποια στιγμή, μια μοιραία στιγμή, χτυπάνε τα ήθη με πάταγο στο πάτωμα της βλακείας και η μικρόνοια γλιστράει στην άσφαλτο σαν ετοιμοθάνατος αυτόχειρας. Είναι να μην μπεις σε αμφισβήτηση εαυτού. Μετά αναλαμβάνει η έσω ένδεια και χτυπάει στο μάτι σαν παλτό μέρα καλοκαίρι στην οδό Συγγρού. Α !  και το σ υ μ π έ ρ α σ μ α, γιατί σ’ τα ’πρηξα: ο μαλάκας μαλάκας, η κυρία κυρία και εγώ! κ ύ ρ ι ο ς ! Με μικρό το Κ  φυσικά, γιατί με μεγάλο γράφεται μόνο ο «Ένας». Ο πιο γνωστός μου άγνωστος.


Τι δράμα να έχεις την εύνοια της τύχης και να μην ξέρεις τι να την κάνεις..!

,

 

Tags: ,

Image

Σωτήρης Παστάκας: Εγκώμιο της κινήσεως / Εκ των προηγουμένων

Σωτήρης Παστάκας, Εγκώμιο Κινήσεως

Εγκώμιο   τ η ς   κινήσεως

Κάποιος κάθεται σε αυτήν την πολυθρόνα.
Το βιβλίο ανοιγμένο στα γόνατα.
Το μυαλό κλειστό στα γεγονότα.
Πάνω από τις γλάστρες του βασιλικού
Υψώνεται ο κισσός. Ρίχνει τα φύλλα της
Η ροδακινιά. Γραμμή τη γραμμή,
Σελίδα τη σελίδα,
Αναπτύσσεται εξίσου σιωπηλά

Η οριζόντια πρόοδος της αναγνώσεως.

.

poetry, photography, ink, transistors

Εκ των προηγουμένων

Δεν θα δοθεί περίληψη για όσα ειπώθηκαν.
Καθώς κατευθύνονται προς την έξοδο
Και οι σκιές ανοίγουν την αγκαλιά τους,
Από μια συζήτηση που δεν θα μείνει τίποτα,
Λόγια ενός χλιαρού απογεύματος, θα συγκρατήσει
Το φευγαλέο ρίγος, τη βουβή ταραχή,
Μια στιγμή αμηχανίας και μόνον, όταν
Τον άγγιξε διστακτικά στον ώμο, «έλα, γεια σου»,

Του είπε, «θα παραμείνω για την ώρα στον κήπο».

http://www.poiein.gr/archives/9308/index.html

Φωτό: Johann Fournier

.

.

 

Tags: ,

Image

Στέργιος Ντέρτσας, Μυρωδιά πεύκου (e-περιοδικό Θράκα)

Στέργιος Ντέρτσας, Μυρωδιά πεύκου (e-περιοδικό Θράκα)

http://thraka-magazine.blogspot.be/2013/05/blog-post_22.html

Από την πρώτη μέρα που ο Βίτορ ντε Ολιβέϊρα έπεσε στο κρεβάτι, χτυπημένος από την  κακή αρρώστια, που άρχισε να ροκανίζει την ατσάλινη ζωτικότητα του οργανισμού του με απίστευτη ταχύτητα και που  το όνομα της όχι μόνο δεν θέλανε  να το αναφέρουν, αλλά και να το σκεφτούν ακόμα (σαν από φόβο πως έτσι συμβιβάζονται με τον Σκοτεινό Επισκέπτη και  επισημοποιούν την παρουσία του στο σπίτι), ο  πίνακας με το καμένο δάσος, κάτω από τον Εσταυρωμένο και πάνω από το κεφάλι του κατάκοιτου άντρα,  πήρε να ζωντανεύει. Στα απανθρακωμένα κλαδιά των πεύκων ξεμύτιζαν, δειλά δειλά, χαρωπά βελόνια με παιχνιδιάρικη, θαρρείς,  διάθεση, βάφοντας με ένα αμυδρό πρασινωπό φως το βασίλεμα των ματιών του αρρώστου και το πονεμένο κορμί του.
 Jorge Mayet Ο αμίλητος έως τότε  Βίτορ το αντιλήφθηκε αμέσως. Ένας κόμπος στον λαιμό του άνοιξε σαν μπουμπούκι τριανταφυλλιάς για να γίνει βραχνό ψιθύρισμα θριάμβου. «Ρουί… Ρουί… γιε μου, τα δέντρα ανασταίνονται. Σ’ το είχα πει, θυμάσαι;» είπε στο γιο του,  που όλες αυτές τις ωχρές μέρες καθόταν, σαν  μελαγχολικός φύλακας- άγγελος, στο προσκέφαλό του, βυθισμένος σε ένα πυκνό νεφέλωμα άφατης θλίψης, θωρώντας τον πατέρα του σαν ένα δαιδαλώδες αίνιγμα, μέσα από το οποίο προσπαθούσε να λύσει το αίνιγμα της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. (…) Τον πίνακα τον είχε φέρει ο Ρουί από την Κούβα, στο τελευταίο του ταξίδι, πριν εγκαταλείψει οριστικά τη θάλασσα και τη ναυτική ζωή και επιστρέψει στα χωράφια του, δίπλα στον πατέρα του. Τον είχε αγοράσει για 3 δολάρια κι ένα μπουκάλι βότκα από έναν ζωγράφο που ’χε χαρακωμένο το δεξί του μάγουλο από μια βαθιά μαχαιριά και τα μάτια του λαμποκοπούσαν στο ήλιο ολόιδια με δυο υπερμεγέθεις σταγόνες ανοιχτόχρωμου μελιού. Για ατελιέ του είχε κάποιο μικρό κομμάτι ενός πεζόδρομου, κάπου στο κέντρο της Αβάνας. Βέβαια ένα καμένο δάσος δεν αποτελεί και τον ιδανικότερο καλλωπισμό για τον τοίχο οποιουδήποτε σπιτιού, αλλά ο πίνακας του άσκησε τέτοια έλξη, που ήταν αδύνατον να του αντισταθεί. Τον διάλεξε ανάμεσα σε δεκάδες άλλους, πολύ πιο εντυπωσιακούς και γεμάτους ζωντανά, παλλόμενα χρώματα. Θυμάται ακόμη ξεκάθαρα την ημέρα που άνοιγε έναν μεγάλο χακί λιγδιασμένο σάκο κι έβγαζε από μέσα την κυλινδρική χαρτονένια θήκη που τον περιείχε.

( …)

Jorge Mayet jmayet-untitled-2011Ο Βίτορ πέθανε πολύ γρήγορα. Τις πρώτες πρωινές ώρες μιας μουχλιασμένης, από την πολλή υγρασία, Μεγάλης Τρίτης. Με μια σεμνή και λιτή τελετή οι ελάχιστοι  κάτοικοι του χωριού αποχαιρέτισαν τον αξιαγάπητο άντρα και τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία, αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας, κι ενώ ένα  απρόσμενο κι ανεξήγητο σύννεφο ομίχλης είχε ρουφήξει στα σπλάχνα του το μικρό χωριό. (…)

Μπήκε στο σπίτι κατάκοπος, ανάβοντας το φως του διαδρόμου. Γαληνεμένος. Πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο του πατέρα του χωρίς ν’ ανάψει άλλο φως. Η απουσία του έδινε στο σκοτάδι ένα παγερό μπλε χρώμα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Γύρισε μπρούμυτα, πήρε το μαξιλάρι του στα χέρια του, έχωσε μέσα το πρόσωπό του. Κι άρχισε να το φιλά αδιάκοπα, ενώ πνιγόταν από σπαραξικάρδιους λυγμούς. Έτσι τον έκλαψε, για πρώτη και τελευταία φορά.
    Μια  έντονη μυρωδιά φρέσκου πεύκου γέμιζε τα ρουθούνια του και γλύκαινε τη πικραμένη του καρδιά.

Jorge Mayet IMG_0221

Artwork : Jorge Mayet

http://www.poiein.gr/archives/20666/index.html

   

 

Tags: ,

Image

Ζωγραφική: Igor Samsonov

Igor Samsonov (25)

igor d

Igor Samsonov (15)

.

.

 

Tags: ,

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Η σούπα (στη Θράκα, e-περιοδικό)

Δημοσίευση 28. 5. 2013

http://thraka-magazine.blogspot.be/2013/05/h.html

Gilbert_Garcin_213Όταν σουρουπώνει σέρνεται από νύχτα το μυαλό του. Φοράει τις μαύρες κοτλέ παντόφλες του, μία χλωμή ανία στις εκφράσεις και μια φαγούρα ιδιόρρυθμη, που ξεκινάει σαν χάδι από την πλάτη, γίνεται ανατριχιαστική στα πισινά και μυρμηγκιάζει, εντέλει, ολόκληρο το σώμα. Ο Λούκας  πασπατεύεται ανήσυχος,  και με τις δυο παλάμες, και ταμπονάρει τραύματα αόρατα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που χαστουκίζουμε έναν άνθρωπο αθώο, όταν είναι πολύ άγουρες ακόμα οι αιτίες στο μυαλό, και αναζητούνται επειγόντως επισημάνσεις καθοδήγησης. Προχθές, ωστόσο, αγόρασε ένα μικρό καλάθι με φράουλες θερμοκηπίου. Το πιγούνι μου είναι εντάξει μόνον, σκέφτεται ανακουφισμένος, και το αγγίζει με τις άκρες των δαχτύλων, προσεκτικά, σαν να φοβάται μη ραγίσει. Πολύ καλά! Tο έχει καταφέρει, έβαλε μάλλον τα δυνατά του απόψε, και το πιγούνι στέκει άτρωτο  στην ψύχρα του παράθυρου. Το χνώτο, δες, δημιουργεί και μιαν εξαίσια ομίχλη γύρω από το τζάμι. Είναι δημιουργικός με κάτι τέτοια, κυρίως υπαρκτός, υπέροχα! μπορεί να στρέψει τώρα το βλέμμα αργά και ασφαλής προς το φανοστάτη.

Surrealist-Photo-Manipulation-Tommy-Ingberg01 Ο φανοστάτης, αυτή την εποχή, ανάβει στις 18.35, στις 18.40 η κυρία Μάινς, φωτιζόμενη, βάζει το σκύλο να κάνει στο φράχτη των Τρέιβερς πιπί του, ενώ, την ίδια περίπου ώρα, ο Φιλς αφήνει μια σκιά, καθώς γυρνάει στο σπίτι, ύστερα από το Κολλέγιο, φορτσάροντας το βαριεστημένο βήμα του με τα καπρίτσια καμιάς νέας γκομενίτσας, που σέρνει από το χέρι για να περάσουνε τη νύχτα. Ο Λούκας είναι πεπεισμένος ότι ο Φιλς φέρνει μαζί του πάντα νεαρά κορίτσια με χοντρές γάμπες και στητά βυζιά, γιατί το σπίτι του βρίσκεται στην πιο βολική γωνία σε όλο το τετράγωνο. Οι γυναίκες είναι σπίτια, σκέφτεται, αν είχα χρήματα θα είχα αγοράσει εγώ το γωνιακό του Φιλς σε κείνη τη δημοπρασία.

LEGS 579504_421165821316134_716991576_nΒλέπει στο δάσος κι έχει ανοίγματα παντού, το δικό μου δεν είναι ούτε ανοιχτό στο θέαμα ούτε έχει ανοίγματα πολλά, μια μικρή πρόσοψη τεσσάρων μέτρων σού επιβάλλει απλώς μεγάλο βάθος και απόσυρση στα ενδότερα που λέμε. Γιατί επέλεξα αυτόν το σκοτεινό πράσινο χασέ για τις κουρτίνες; έτσι κι αλλιώς δεν κάνει δάσος! ν’ άλλαζα χρώμα άραγε; ύφανση επιπλέον; θα ’παιρνε διαφορετική φινέτσα η διάθεση; o Φιλς έχει λεπτές κουρτίνες σε σομόν, γαλάζιο και κορίτσια συν τοις άλλοις!

Στις 18.55 το τρένο σφυρίζει την τελευταία αναχώρηση απ’ το Τλέισον, κι ο Λούκας βλέπει τώρα το πίσω μέρος του να σέρνεται αδιάφορα πάνω στη στροφή. Δείχνει τον κώλο του το τρένο, ε;  Ό, τι είναι να φύγει, γυρνάει τα σιδερένια του οπίσθια, ερήμην, καμιά συνείδηση δεν έχει μπράτσα να τιθασεύσει το αλλότριο, και στο σημείο όπου κόβει το μάτι του Λούκας τον ορίζοντα, τελειώνει και το Τλέισον, ίσως να σβήνει κι ολόκληρος ο κόσμος μες στην ανεπίσημη βραχνάδα των λιγνών δέντρων, που θροΐζουν στη στροφή, όταν το τρένο τα αγγίζει, και δυναμώνει τη φαγούρα του στο σώμα.  Η στύση που του κρατάει το παντελόνι από το χέρι, σκέφτεται ο Λούκας πως τον αποζημιώνει για την απώλεια του τελευταίου βαγονιού από το οπτικό πεδίο του, κι ο σκύλος της κυρίας Μάινς είναι ευγενής, διότι κατουράει πάντα με ακρίβεια τα δέντρα, δεν πέφτει ούτε μια σταγονίτσα στο τσιμέντο. Μπράβο, καλό σκυλάκι, πώς τα κατάφερες και σήμερα, υπέροχα!

644728_154297144712558_58764919_nΗ κυρία Μάινς μάλλον τον έχει εκπαιδεύσει να είναι δημοσίως ευγενής. Έχει ωραία οπίσθια, από εκείνα τα πλατιά, που η βάση τους σου δείχνει απαρέγκλιτα το δρόμο προς την τρύπα, δε χάνεσαι με άστοχες κινήσεις μέσα στα σεντόνια, κι  ένα προσεκτικό σμίλευμα οπισθίων θα έχει προεκτάσεις, σίγουρα, σε αυστηρές δομές που αφορούν και την εκπαίδευση του σκύλου. Ο Λούκας πιστεύει πως τα σκυλιά μοιάζουν πολύ στ’ αφεντικά τους, κι ελέγχει πάλι το  πιγούνι του. Είναι σε φόρμα ακόμη, δεν κινδυνεύει να χάσει το πολύτιμο κομμάτι του, κι αναθαρρεύει εξαπίνης μία σφοδρή επιθυμία για μια σούπα με φρεσκοκομμένο λάχανο, μεγάλα λουκάνικα από χοιρινό, πράσο και μυρωδικά, αντζούγιες, καυτερά και λίγη κρέμα γάλακτος για ν’ ανασαίνει το υγρό. Τρώει πολύ τα αλμυρά, του αρέσει τα βράδια να ξυπνάει για νερό, είναι μια παιδική ανάμνηση που αρνείται να αποχωριστεί, δηλώνοντας έτσι τη σταθερή αγάπη για το σπίτι που μεγάλωσε. Πάντα η μητέρα μεριμνούσε για ένα μικρό κιτρινωπό λαμπάκι να μένει ανοιχτό, κι ο Λούκας δε φοβόταν καθόλου στο διάδρομο. Η ανάμνηση αυτή, όπως κι όλος ο χρόνος που γίνεται απόνερο στο χώρο, τον παλουκώνει εδώ, κι ο Λούκας προσφέρεται λιγότερο επιρρεπής σε σχεδιάσματα απόσχισης από το ξένο σώμα το γεμάτο με ακάνθινους πολίτες. Αν και δεν το παραδέχεται ο ίδιος, το Τλέισον είναι ό,τι τον καθηλώνει σ’ αυτήν τη μη ιάσιμη φαγούρα μπρος απ’ το παράθυρο όταν σουρουπώνει. Τίποτε δεν έχετε, κύριε Στέισον, είστε απολύτως υγιής, του είπε ο γιατρός.

Gilbert_Garcin_120 Το τρένο ακούγεται ν’ αγκομαχά έναν ηχητικό λαβύρινθο στις ράγιες, καθώς ορμάει για το τούνελ, αλλά το σφύριγμά του είναι υπερβολικά συριστικό απόψε για τον Λούκας, και του χαλάει τη διάθεση. Πιστεύει πως, τουλάχιστον, το τρένο οφείλει να είναι ευτυχισμένο. Αυτά είναι! Αυτά, πού να τα πάρει ο διάολος! Tα ξαφνικά που ’ρχονται να σου ανατρέψουν με το έτσι γουστάρω την εικόνα που έχεις για τα πράγματα, για σένα, μπορεί και για τα δύο. Αυτός το έχει ξεκαθαρίσει πάντως : δεν είναι με τίποτε το τρένο, είναι οπωσδήποτε ο Λούκας! Οπωσδήποτε; Eίναι μήπως αυτός τα πράγματα, τα πράγματα μήπως αυτός,  προς ποια κατεύθυνση οφείλει να κοιτάξει; Μια σκοτοδίνη του ’ρχεται, ελέγχει το πιγούνι, το σπίτι του Φίλς δεν είναι δικό του! και στο τούνελ δεν θα τολμούσε να μπει αυτός ποτέ μονάχος ούτε να σφυρίξει. Αγγίζεται  κι ανακαλύπτει πώς κρατιέται πλέον ετοιμόρροπος από μια στύση πολύ απελπισμένη. Πώς να πιαστεί για να βαδίσει από ένα άτρωτο πιγούνι μόνον, με τι κουράγιο να κόψει λάχανα, να τηγανίσει τα λουκάνικα, ν’ ανοίξει τις αντζούγιες, να βγάλει κατσαρολικά, και να λουφάξει   στον αλμυρό πολτό, που του εγγυάται ασφάλεια τα βράδια; Θα φάει, καλύτερα, μιαν άλλη σούπα, πιο πεπερασμένη, δηλαδή, θα ζεστάνει μια έτοιμη σούπα σε κουτί, με κρεμμύδια, τομάτες και λίγη κολοκύθα. Του πέφτει λίγο ξινή, αλλά αναθαρρεύει στη σκέψη πως δεν του κάνει και μεγάλο κόπο να προσθέσει δυο τρία μαύρα παξιμάδια!

 LEGS ae169310Η κυρία Μάινς θα δειπνήσει, άραγε, απόψε; Πρέπει να τρώει πάντως λιπαρά για νά ’χει τόσο όμορφα οπίσθια! Το διαπίστωσε τότε που τη συνέτρεξε με τις χυμένες αγορές μίας σκισμένης οικολογικής χαρτοσακούλας, τζέντλεμαν! τότε που ανταμείφθηκε δεόντως από την τύχη να κρατήσει στα χέρια του πράγματα τόσο πολύ δικά της: μπέικον, καπνιστό μπούτι χοιρινού, λαρδί,  βούτυρο, ω, αυτές τις λιπαρές ομορφιές του ουρανίσκου, που άφηναν μες στο σελοφάν μια πινελιά φρεσκογυαλισμένου κάδρου γύρω από τις τόσο κομψές βελούδινές της γόβες! Του έκανε τότε εντύπωση η ποσότητα, και σκέφτηκε, τείνοντας διακριτικά το χοιρινό προς τη μεριά της, όταν εκείνη έσκυβε για να μαζέψει το λαρδί της και όταν εκείνου του ήρθε η μεγάλη όρεξη να τη χουφτώσει,  πως μάλλον θα πρέπει να ταΐζει και το σκύλο με αυτά. Κι αν γινόταν αυτός ο σκύλος της κυρίας Μάινς;

 dogs Gilbert GarcinGG01Xαζομάρες του περνούν συχνά απ’ το μυαλό.O Φιλς θα τσιμπήσει, άραγε, με το κορίτσι του απόψε; Δεν κρατούσε τίποτε που να προδίδει πως κουβαλούσε τρόφιμα μαζί του, θα έφαγαν, προφανώς, στη λέσχη, μόνο το χέρι της κοπέλας είχε ελαφρά στα δάχτυλά του κλειδωμένο. Έτσι όπως περπατούσανε στο δρόμο ήταν σαν νά ’διναν τόπο για τη χώνεψη κυρίως, κανένα στραβοπάτημα, η κίνηση ήταν νωχελική και αεράτη, τα στραβοπόδαρα του Φιλς,  στο  ξεβαμμένο τζιν σφιχτοδεμένα, πατούσαν στο έδαφος γερά, και το κορίτσι φορούσε μία απλή ριχτή μαύρη μπλούζα από βαμβάκι, που την ανέμιζε λίγο ο αέρας.Το παντελόνι τον σφίγγει πολύ στη μέση ξαφνικά… κι αν φόραγε  το μαύρο με το φερμουάρ, το πλέον άνετο που έχει, είναι πλυμένο, όχι μάλλον;  Όλα τα παντελόνια που έχουν κουμπιά και σούστες ασφαλείας τού πειράζουνε τη μέση, τον ενοχλούνε στο στομάχι και τον περιορίζουν στον καβάλο. Απόψε θα ’χει μια συχνουρία ανελέητη και, επιπλέον, θα δώσει μάχη με τα κουμπιά του και το φούσκωμα. Γι’ αυτήν τη σούπα, θα του επιβάλει να γεμίσει το στομάχι με νερό, τρις και κατά συρροή, και όχι μία μόνον, όπως θα έκανε με τη χορταστική του λαχανόσουπα.  Να ξεκουμπώνεται, ίσως, σιγά σιγά; Του μένει άλλος δρόμος; Πώς θα μπορούσε να αποδεσμευτεί από την ηχηρή εντύπωση του τρόμου που του διακίνησε το σφύριγμα του τρένου; Δεν είναι οι λεπτομέρειες που ακυρώνουν τις στιγμές, γιατί είναι αυτές που λένε με άλλο όνομα τα πράγματα από αυτό που είθισται  αναληθώς οι λέξεις να δηλώνουν; 

Gilbert_Garcin_251Η κυρία Μάινς ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της, κι ο σκύλος ορμάει χοροπηδώντας μέσα, ευχαριστημένος προφανώς από τη βόλτα και το επιτυχές πιπί του, ο Φιλς σβήνει το μεγάλο φως κι ανάβει ένα μικρότερο, μάλλον πορτατίφ, μπορεί να θέλει να κατεβάσει τώρα και την κυλόττα της κοπέλας. Τι χρώμα κυλόττα να φοράει το κορίτσι; Ο Λούκας σκέφτεται πως θα φοράει μία βαμβακερή λευκή με χρωματιστά λάχανα και πιπερίτσες σαν κόκκινη βροχούλα, ε, βέβαια, οι πιτσιρίκες είναι πολύ καπάτσες για ν’ ανοίγουν έτσι την όρεξη στ’ αγόρια! Αλλά, για… για… μια στιγμή… γιατί ο Φιλς σβήνει όλα τα φώτα και γιατί, α όχι! η κυρία Μάινς δεν γυρίζει να κοιτάξει καθόλου πίσω της τώρα που κλείνει την εξώπορτα, ξέχασε πώς o Λούκας υπήρξε ευεργέτης; γιατί ο φανoστάτης τρεμοπαίζει ξαφνικά και πώς τα δάχτυλά του κυλιούνται με τρέμουλο ανισόρροπο πάνω στα κουμπιά του για να κερώσουν, στο τέλος, μονομιάς;  Λούκας Στέισον, Λούκας Στέισον! βουίζει στ’ αυτιά του της μητέρας η φωνή, που μόλις βάζει το κιτρινωπό λαμπάκι στην πρίζα του διαδρόμου, είναι ευπρεπές ν’ ανακαλύπτεις ξαφνικά πως δε φοράς σήμερα σώβρακο καθόλου, όταν ακόμα και οι σκύλοι φροντίζουν να μην αφήνουν ούτε ένα σταγονίδιο αμμωνίας στο μαλλί τους ούτε στο τσιμέντο;

Gilbert_Garcin_199

Ευτυχώς, σκέφτεται ο Λούκας, κι ανατριχιάζει στην ιδέα, που η κυρία Μάινς δεν είναι παρούσα, τι ντροπή! και η κοπέλα του Φιλς δεν είναι δική του, τι θα επιδείκνυε σε κείνη; είναι και το σαγόνι, το μόνο στήριγμά του, που νιώθει πλέον ασταθές κι αυτή η ολοκαίνουργια φαγούρα που γαργαλάει το πρόσωπο μαζί μ’ ένα ζεστό χυλό που τρέχει από τα μάτια. Gilbert_Garcin_076Ο κόσμος θολώνει γύρω, στο παράθυρο φτιάχνεται πάχνη απ’ το χνώτο μεγαλύτερη, μόλις που διακρίνεται την τελευταία στιγμή, όταν η λάμπα του φανοστάτη κάνει ένα τσικ, και πέφτει στο σκοτάδι όλο το δωμάτιο. Με τι κουράγιο, ε; χωρίς κανένα πλέον δεκανίκι να συρθεί ως την κουζίνα, για να ετοιμάσει ο Λούκας Στέισον τη σούπα, που μέσα στα υγρά της σχεδίαζε να ρουφηχτεί απόψε;     

_

___

.


 

 

 

 

 

Tags: , ,

Image

Tάσος Λειβαδίτης, Βιολέτες από μια εποχή

Tάσος Λειβαδίτης, Βιολέτες από μια εποχή

.

«Το καλοκαίρι ο ουρανός διανυκτερεύει
οι μυρουδιές έχουν την παιδική μας ηλικία
μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια
κι εγώ δεν έχω άλλο όπλο απ’ το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
και να τις πιστεύω»

.

(απόσπασμα)

 

Tags: ,

Image

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Μωβ

Laura Makabresku8257554694_07abaffe75_z

…θα καθυστερήσω λίγο σε αυτό τον ώμο, σου είπα, γύρω βουίζαν σφήκες όλα τα υδρόφιλα κύτταρα της σπάνιας νύχτας σου, μετά άλλαξες πλευρό∙ χάθηκε η αντίπαλη αίσθηση ότι το λινό και το δέρμα είναι ένα σημείο ρύθμισης του λευκού, όπου μπορείς να στηριχτείς, για να πάρεις μιαν αξιοπρεπή φωτογραφία∙ μπήκε από το χωλ ένας παγωμένος αέρας, κρυστάλλωσε το χνούδι στους γλουτούς, και το δάκρυ ρυάκι – όπως έπρεπε−, η ζωή, δηλαδή, βρήκε την ισορροπία του πάγου, και στη σερβάντα πυροδοτήθηκε η αιώρηση της σκόνης από το σχολικό λεύκωμα∙ εκεί, στο σαλόνι, κάτω απ’ το αμπαζούρ-φωλιά της σφήκας, είχε ξαπλώσει το σταχτί ελάφι, γλουτοί και δάκρυα σβούριζαν στ’ αμυγδαλωτά του μάτια, και η κοιλιά του άχνιζε καυτό αίμα από την ξυραφιά∙ μετά σηκώθηκα, πήγα στην κουζίνα, άναψα το φως, και ήταν άνοιξη του ’79, οι πάγκοι ήταν φορμάϊκα, τα τραπέζια δανέζικα, κι έμπαινε μια πασχαλιά απ’ το παράθυρο μωβ περλέ με μυρωδιά νεκροταφείου∙ έκανα δεν την είδα, κι έβαλα επιτέλους ένα ποτήρι νερό, χωρίς τον κόμπο να με πνίγει∙  αύριο πάλι, με το ξημέρωμα, θα μπω να σφουγγαρίσω…

Φωτό: Laura Makabresku

.

 

 
Image

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

http://bibliotheque.gr/?p=21888

http://www.arisgrandman.com/bibliography–web.html

.

Εδώ και πάρα πολύ καιρό, το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα στη γραφή και την τέχνη γενικότερα είναι πρόβλημα κατανόησης του κόσμου. Όποιος, παράδειγμα, «διαβάζει» τον κόσμο μέσα από την κουλτούρα της Μπάρμπι (ακόμα κι αν αυτή είναι localized, όπως π.χ. στα ελληνικά ευπώλητα βιβλία που μετά μανίας καταβροχθίζουν ανορεξικές και αγάμητες κυρίες) κατανοεί τη ζωή του σαν Μπάρμπι. Δηλαδή διαβάζει πρόχειρα, επιπόλαια, στον αφρό. Διαβάζει μια πλοκή, διαβάζει μια ιστορία, καταπίνει το ένα μετά το άλλο βιβλία της λογοτεχνίας και της παραλογοτεχνίας λες και είναι επεισόδια σε τηλεοπτική σειρά. Τα συζητάει εξίσου ανάλαφρα στα social media, λες και είναι ιστοριούλες από τα παρασκήνια των ειδήσεων. Κάνει zapping ανάγνωση των βιβλίων και, τελικά, του κόσμου. Ειδικά, όταν πέσει στα χέρια του ένα κείμενο με κάποιες απαιτήσεις διαφορετικής ανάγνωσης του κόσμου, πέρα από την κυρίαρχη των Μέσων, το κείμενο/έργο ακυρώνεται αυτομάτως μέσα από την à la Μπάρμπι ανάγνωσή του.

Alexej Alexejewitsch Harlamoff  tumblr_mhakufDJyo1r74hw1o1_1280Μεγάλη μερίδα αναγνωστών έχει εθιστεί να διαβάζει τη λογοτεχνία όχι ως αυτό που είναι, ως τέχνη της ζωής, μια τέχνη που θέτει ερωτήματα για τη ζωή, μια τέχνη που εμπνέει την Επιθυμία για την αλήθεια και την ομορφιά, αλλά ως φτηνό ρεπορτάζ του Πραγματικού. Είναι σχεδόν φυσιολογικό να διαβάζεις έτσι. Αφού αυτή τη γραφή κι αυτή την ανάγνωση διδάσκει η κυρίαρχη ανάγνωση του κόσμου: ένα ρεπορτάζ του Πραγματικού που δεν έχει καμία σχέση με το Πραγματικό. Ή, έχει όση σχέση έχει η Μπάρμπι με τον πραγματικό κόσμο ή τα Goodies με το πραγματικό φαΐ. Η πιο σοβαρή συνέπεια αυτής της παραμορφωτικής ανάγνωσης του κόσμου είναι μία – και τη διατυπώνω δίχως καμία περαιτέρω εξήγηση (ο καθείς θα πρέπει να την ανακαλύψει μέσα από την προσωπική του διαδρομή): σιγά, αλλά σταθερά, όπως το σαράκι που τρώει το ξύλο, χάνεται από τα μάτια της πλειονότητας του κόσμου η Επιθυμία του Αισθητικού, η Επιθυμία της όποιας ομορφιάς, αλλά και το κριτήριο που επιτρέπει να την αναγνωρίζεις όταν τη συναντάς.

CARL Detail_2Με αυτή την απώλεια της Επιθυμίας συνδέεται ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα στην Iστορία της Τέχνης: η αληθοφάνεια. H σχέση του Έργου με το Πραγματικό. Η Ιστορία διδάσκει ότι η καλύτερη λογοτεχνία κάθε καιρού και κάθε τόπου γύρισε την πλάτη στο ζήτημα της αληθοφάνειας. Aυτό πιο συγκεκριμένα υπονοεί: όχι ότι αδιαφόρησε για το Πραγματικό καθεαυτό. Tο αντίθετο μάλιστα. H καλύτερη λογοτεχνία ουδέποτε αδιαφόρησε για το Πραγματικό. Aδιαφόρησε όμως για το βαθμό αληθοφάνειας διά της οποίας θα το αποδώσει. Δείτε, π.χ., τον Δάντη, τον Στερν, τον Θερβάντες, τον Pαμπελέ, τον Γκόγκολ, τον Μπέιλι, τον Kάφκα, τον Τζόις, τον Mπέκετ, τον Μπόρχες, τον Μούζιλ, τον Μπροχ, για να αναφέρω πρόχειρα, έτσι στην τύχη, μερικά πασίγνωστα παραδείγματα αναληθοφανούς ρεαλισμού. Kι όμως όλοι αυτοί οι μεγάλοι κλασικοί στην πραγματικότητα αγωνιούσαν για την απόδοση του Πραγματικού[1].


Θα τους ονομάσουμε ρεαλιστές; Δεν νομίζω. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που τους έκαιγε όταν έγραφαν. Η σχέση της λογοτεχνίας με το Πραγματικό δεν είναι μια σχέση μορφική με την πολύ στενή έννοια (δηλαδή μια σχέση μεγαλύτερης ή μικρότερης πιστότητας στην αληθοφανή απόδοση του Πραγματικού), είναι πρωτίστως, μια σχέση μορφική με την ευρύτατη έννοια, σχέση εμπειρική/καλλιτεχνική: είναι μια σχέση που απορρέει από τη λιγότερο ή περισσότερο γνήσια επιθυμία του καλλιτέχνη να καταβροχθίσει, να σπαράξει, να πονέσει, να χαθεί μέσα στο Πραγματικό – με την ερωτική έννοια του όρου.

Zούμε, εδώ και τριάντα και παραπάνω χρόνια, έναν πληθωρισμό λογοτεχνίας που υποκρίνεται το αληθοφανές, το Πραγματικό. Tο μεγαλύτερο μέρος αυτής της ευπώλητης, μεταμοντέρνας μυθοπλασίας, παγκοσμίως, υποκρίνεται πως αποδίδει το Πραγματικό ενώ στην ουσία παράγει ένα αθλητικό ρεπορτάζ του Πραγματικού [2].


CARL DSCN0994.-JPG
Aυτή είναι η αλήθεια κι όποιος δεν τη βλέπει ζει στα σκοτάδια. Aλλά αυτή η παραγωγή δεν οικοδομεί τέχνη του λόγου, δεν οικοδομεί καμία τέχνη. Πρόκειται για έναν διεφθαρμένο ρεαλισμό [3], έναν ρεαλισμό που στέκεται επιπόλαια στον αφρό της ζωής – όπως η ρηχή δημοσιογραφία, όπως η πόρνη Μπάρμπι. Αυτός ο ρεαλισμός δεν ταράζει τίποτε και κανέναν. Δεν ενοχλεί, δεν προσβάλλει, δεν πληγώνει, δεν αρνείται, δεν κρίνει, δεν σκέφτεται, δεν κινητοποιεί τις ψυχές, την Επιθυμία. Αναπαράγει μηρυκαστικά τη ζωή λες και αυτή η κοινωνική ζωή έχει πάψει να επιθυμεί, λες και η ζωή έχει συρρικνωθεί σε μικροσυμβάντα που αφορούν πάντα τους άλλους, αλλά ποτέ τον Άλλο. Έχοντας, επιπλέον, αποσυνδεθεί από την όποια Θεωρία που εμπνέει το όποιο Όραμα, την όποια Επιθυμία, έχει επιστρέψει εν πλήρη συγχύσει στη ρωπογραφία της ατομικής εμπειρίας ανάγοντάς την, μέσα από στερεότυπες συνταγές, σε παγκοσμιοποιημένη version του Πραγματικού.

Κι έτσι σιγά σιγά, αλλά σταθερά, ο σύγχρονος αναγνώστης, πνιγμένος στο ρεπορτάζ, πνιγμένος στη δημοσιογραφική αληθοφάνεια που περνιέται/πουλιέται για τέχνη, χάνει από τα μάτια του την Επιθυμία. Την επιθυμία για την ομορφιά του κόσμου. Την επιθυμία για την Ουτοπία ενός άλλου κόσμου. Την επιθυμία γενικώς. Συνηθίζει κανείς στην ασκήμια όπως συνηθίζει στην οικολογική καταστροφή, όπως συνηθίζει στην πολιτική διαφθορά, όπως ένα κουρασμένο ζευγάρι συνηθίζει να απέχει από τον έρωτα. Η μεταμοντέρνα συνθήκη έχει εθίσει τον αναγνώστη/θεατή του έργου τέχνης στην παραίτηση από την Επιθυμία.

CARL 6186508988_e2db6c2918_z

Ο Φρέντρικ Τζέιμσον, πολύ πριν από την έκρηξη του Μεταμοντέρνου, το 1977, διέκρινε προφητικά την ανάγκη για έναν νέο ρεαλισμό ο οποίος, αφενός θα υπερβαίνει τις διαπιστωμένες αντιφάσεις του μοντερνισμού [4] και αφετέρου θα αποκολλάται από τις γερασμένες συμβάσεις του παρεμβατικού ρεαλισμού.
Ήδη από τότε ο οξυδερκής θεωρητικός έβλεπε την πιθανή διαλεκτική σύνθεση των δύο ρευμάτων στη σύγχρονη συγκυρία: σύνθεση ενός παρεμβατικού ρεαλισμού που ανασυνθέτει, μέσα από το μεγάλο μέτωπο εναντίον της παγκοσμιοποίησης, την ενότητα του κατακερματισμένου κόσμου με έναν μοντερνισμό που ανανεώνει/επαναστατικοποιεί δραστικά τις μορφές αναπαράστασης του Πραγματικού [5].

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε έναν «Ρεαλισμό μετά τον Ρεαλισμό», κατά το όραμα του Τζέιμσον. Έναν ρεαλισμό που θα εμπνέει ξανά την Επιθυμία, έναν ρεαλισμό που θα διεγείρει από την αρχή το χαμένο κριτήριο του Αισθητικού. Έναν ρεαλισμό που θα παράγει ξανά ομορφιά (μορφή) στη θέση της ασχήμιας (α-σχήμα) και Ουτοπία στη θέση της Δυστοπίας.

 

Εγώ σ’ αυτή την κατεύθυνση δουλεύω. Κάμποσα χρόνια τώρα. Με οδηγό την Επιθυμία.


1]Bλ. ως προς τους μοντερνιστές, τη διαπίστωση του Tζωρτζ Στάινερ στο τέλος της Bαβέλ: «H Έρημη Xώρα, το Ulysses, τα Kάντο του Πάουντ, αποτελούν σκόπιμα assemblages, σοδειά από ένα πολιτισμικό παρελθόν που έδινε την αίσθηση ότι κινδύνευε να διαλυθεί. […] Όσοι έδειχναν εικονοκλάστες αποδείχτηκαν, κατά το μάλλον ή ήττον, αγχωμένοι επιστάτες που τρέχουν πάνω-κάτω μέσα στο μουσείο του πολιτισμού, αναζητώντας τάξη και καταφύγιο για τους θησαυρούς του, πριν έρθει η ώρα να κλείσει. […] Tο νέο, ακόμη και στη σκανδαλωδέστερη εκδοχή του, στήθηκε με φόντο τη γνώση και το πνεύμα της παράδοσης. O Στραβίνσκι, ο Πικάσο, ο Mπρακ, ο Έλιοτ, ο Tζόις, ο Πάουντ –οι “δημιουργοί του νέου”– υπήρξαν νεοκλασικοί, που συχνά έδειξαν τόση φροντίδα για τα προηγούμενα κανονιστικά πρότυπα όση και οι πρόγονοί τους κατά τον 17ο αιώνα» (George Steiner, AfterBabel, Aspects of languageand translation, Oxford Univiversity Press, Οξφόρδη, Νέα Υόρκη, 1998, 3η έκδ., σ. 490 – πρβλ. και την ελλ. μτφρ.: George Steiner, Mετά τη Bαβέλ, μτφρ.: Γρηγόρης N. Kονδύλης, επιμ.: Άρης Mπερλής, Scripta 2004, σ. 733 – η υπογράμμιση δική μας).

Andrey Remnev - (6)[2]Eπ’ αυτού συνηθίζω να παραπέμπω στη φράση-κλειδί από τον Kούντερα, που, σημειωτέον, έχει γραφεί το 1993 (στο Προδομένες Διαθήκες): «Tο μεγαλύτερο ποσοστό της σημερινής παραγωγής μυθιστορημάτων αποτελείται από μυθιστορήματα έξω από την ιστορία του μυθιστορήματος: εξομολογήσεις εν είδει μυθιστορήματος, ρεπορτάζ εν είδει μυθιστορήματος, διακανονισμοί λογαριασμών εν είδει μυθιστορήματος, αυτοβιογραφίες εν είδει μυθιστορήματος, αδιακρισίες εν είδει μυθιστορήματος, καταγγελίες εν είδει μυθιστορήματος, μαθήματα πολιτικής εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του συζύγου εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του πατέρα εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό της μάνας εν είδει μυθιστορήματος, διακορεύσεις εν είδει μυθιστορήματος, τοκετοί εν είδει μυθιστορήματος, μυθιστορήματα ad infinitum έως της συντελείας του αιώνος, που δεν λένε τίποτα καινούριο, δεν έχουν καμία αισθητική φιλοδοξία, δεν επιφέρουν καμία αλλαγή ούτε στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον άνθρωπο ούτε στη μορφή του μυθιστορήματος, μοιάζουν όλα μεταξύ τους, τα καταναλώνεις θαυμάσια το πρωί και τα πετάς θαυμάσια το βράδυ».

[3] Βλ. εκτενέστατα επί του θέματος στο δοκίμιο του γράφοντος Διαφθορείς, Eραστές, Παραβάτες, Ελληνικά Γράμματα 2006.

[4] Εκείνες που ανέλυσε θαυμάσια ο Ντάνιελ Μπελ στο βιβλίο του Οι πολιτισμικές αντιφάσεις του καπιταλισμού (Τhe cultural contradictions of capitalism, 1978).

[5] Φρέντρικ Τζέιμσον, «Afterword», στη σύμμεικτη έκδοση Aesthetics & Politics, Verso 1980.

.

Πίνακες: Alexej Alexejewitsch Harlamoff, Carl Heinrich Bloch, Andrey Remnev

.

Σημείωση: Ως εκ τούτου, η  λίστα στο παρόν μπλογκ των φιλοξενουμένων, όσον αφορά τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, θα είναι εξαιρετικά μικρή. Δεκτές οι υποδείξεις, ωστόσο, όσων έχουν κοινά κριτήρια με αυτά του Άρη Μαραγκόπουλου, τα οποία συμβαίνει να συμπίπτουν επακριβώς και με τα δικά μου. Δεν αποκλείεται να έχω χάσει κάτι αξιόλογο… Μου αρκούν και δύο καλογραμμένες παράγραφοι! Ως δείγμα… γενναιοδωρίας των κατεχόντων τα εκδοτικά. Διότι, ασφαλώς, και υπάρχουν άνθρωποι που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, μόνον που γίνονται αντιληπτοί ως… “ινδιάνοι” και πόσο μάλλον όταν απουσιάζουν… οι συστάσεις! Tα κείμενά τους δεν διαβάζονται καν. Καλώς ή κακώς αυτή είναι η αλήθεια! H εκδοτική πραγματικότητα, στο πλείστο των περιπτώσεων, ασπάζεται τα κριτήρια της μη επιθυμίας και της δημοσιογραφικής ανάπλασης του κόσμου, που κάθε άλλο πάρα κόσμο συνιστά, καθότι α:κοσμος και α:τοπος!

.

.

 

 

 

 

Tags: , ,