RSS

Tag Archives: Ifigeneia Siafaka

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Η σούπα (στη Θράκα, e-περιοδικό)

Δημοσίευση 28. 5. 2013

http://thraka-magazine.blogspot.be/2013/05/h.html

Gilbert_Garcin_213Όταν σουρουπώνει σέρνεται από νύχτα το μυαλό του. Φοράει τις μαύρες κοτλέ παντόφλες του, μία χλωμή ανία στις εκφράσεις και μια φαγούρα ιδιόρρυθμη, που ξεκινάει σαν χάδι από την πλάτη, γίνεται ανατριχιαστική στα πισινά και μυρμηγκιάζει, εντέλει, ολόκληρο το σώμα. Ο Λούκας  πασπατεύεται ανήσυχος,  και με τις δυο παλάμες, και ταμπονάρει τραύματα αόρατα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που χαστουκίζουμε έναν άνθρωπο αθώο, όταν είναι πολύ άγουρες ακόμα οι αιτίες στο μυαλό, και αναζητούνται επειγόντως επισημάνσεις καθοδήγησης. Προχθές, ωστόσο, αγόρασε ένα μικρό καλάθι με φράουλες θερμοκηπίου. Το πιγούνι μου είναι εντάξει μόνον, σκέφτεται ανακουφισμένος, και το αγγίζει με τις άκρες των δαχτύλων, προσεκτικά, σαν να φοβάται μη ραγίσει. Πολύ καλά! Tο έχει καταφέρει, έβαλε μάλλον τα δυνατά του απόψε, και το πιγούνι στέκει άτρωτο  στην ψύχρα του παράθυρου. Το χνώτο, δες, δημιουργεί και μιαν εξαίσια ομίχλη γύρω από το τζάμι. Είναι δημιουργικός με κάτι τέτοια, κυρίως υπαρκτός, υπέροχα! μπορεί να στρέψει τώρα το βλέμμα αργά και ασφαλής προς το φανοστάτη.

Surrealist-Photo-Manipulation-Tommy-Ingberg01 Ο φανοστάτης, αυτή την εποχή, ανάβει στις 18.35, στις 18.40 η κυρία Μάινς, φωτιζόμενη, βάζει το σκύλο να κάνει στο φράχτη των Τρέιβερς πιπί του, ενώ, την ίδια περίπου ώρα, ο Φιλς αφήνει μια σκιά, καθώς γυρνάει στο σπίτι, ύστερα από το Κολλέγιο, φορτσάροντας το βαριεστημένο βήμα του με τα καπρίτσια καμιάς νέας γκομενίτσας, που σέρνει από το χέρι για να περάσουνε τη νύχτα. Ο Λούκας είναι πεπεισμένος ότι ο Φιλς φέρνει μαζί του πάντα νεαρά κορίτσια με χοντρές γάμπες και στητά βυζιά, γιατί το σπίτι του βρίσκεται στην πιο βολική γωνία σε όλο το τετράγωνο. Οι γυναίκες είναι σπίτια, σκέφτεται, αν είχα χρήματα θα είχα αγοράσει εγώ το γωνιακό του Φιλς σε κείνη τη δημοπρασία.

LEGS 579504_421165821316134_716991576_nΒλέπει στο δάσος κι έχει ανοίγματα παντού, το δικό μου δεν είναι ούτε ανοιχτό στο θέαμα ούτε έχει ανοίγματα πολλά, μια μικρή πρόσοψη τεσσάρων μέτρων σού επιβάλλει απλώς μεγάλο βάθος και απόσυρση στα ενδότερα που λέμε. Γιατί επέλεξα αυτόν το σκοτεινό πράσινο χασέ για τις κουρτίνες; έτσι κι αλλιώς δεν κάνει δάσος! ν’ άλλαζα χρώμα άραγε; ύφανση επιπλέον; θα ’παιρνε διαφορετική φινέτσα η διάθεση; o Φιλς έχει λεπτές κουρτίνες σε σομόν, γαλάζιο και κορίτσια συν τοις άλλοις!

Στις 18.55 το τρένο σφυρίζει την τελευταία αναχώρηση απ’ το Τλέισον, κι ο Λούκας βλέπει τώρα το πίσω μέρος του να σέρνεται αδιάφορα πάνω στη στροφή. Δείχνει τον κώλο του το τρένο, ε;  Ό, τι είναι να φύγει, γυρνάει τα σιδερένια του οπίσθια, ερήμην, καμιά συνείδηση δεν έχει μπράτσα να τιθασεύσει το αλλότριο, και στο σημείο όπου κόβει το μάτι του Λούκας τον ορίζοντα, τελειώνει και το Τλέισον, ίσως να σβήνει κι ολόκληρος ο κόσμος μες στην ανεπίσημη βραχνάδα των λιγνών δέντρων, που θροΐζουν στη στροφή, όταν το τρένο τα αγγίζει, και δυναμώνει τη φαγούρα του στο σώμα.  Η στύση που του κρατάει το παντελόνι από το χέρι, σκέφτεται ο Λούκας πως τον αποζημιώνει για την απώλεια του τελευταίου βαγονιού από το οπτικό πεδίο του, κι ο σκύλος της κυρίας Μάινς είναι ευγενής, διότι κατουράει πάντα με ακρίβεια τα δέντρα, δεν πέφτει ούτε μια σταγονίτσα στο τσιμέντο. Μπράβο, καλό σκυλάκι, πώς τα κατάφερες και σήμερα, υπέροχα!

644728_154297144712558_58764919_nΗ κυρία Μάινς μάλλον τον έχει εκπαιδεύσει να είναι δημοσίως ευγενής. Έχει ωραία οπίσθια, από εκείνα τα πλατιά, που η βάση τους σου δείχνει απαρέγκλιτα το δρόμο προς την τρύπα, δε χάνεσαι με άστοχες κινήσεις μέσα στα σεντόνια, κι  ένα προσεκτικό σμίλευμα οπισθίων θα έχει προεκτάσεις, σίγουρα, σε αυστηρές δομές που αφορούν και την εκπαίδευση του σκύλου. Ο Λούκας πιστεύει πως τα σκυλιά μοιάζουν πολύ στ’ αφεντικά τους, κι ελέγχει πάλι το  πιγούνι του. Είναι σε φόρμα ακόμη, δεν κινδυνεύει να χάσει το πολύτιμο κομμάτι του, κι αναθαρρεύει εξαπίνης μία σφοδρή επιθυμία για μια σούπα με φρεσκοκομμένο λάχανο, μεγάλα λουκάνικα από χοιρινό, πράσο και μυρωδικά, αντζούγιες, καυτερά και λίγη κρέμα γάλακτος για ν’ ανασαίνει το υγρό. Τρώει πολύ τα αλμυρά, του αρέσει τα βράδια να ξυπνάει για νερό, είναι μια παιδική ανάμνηση που αρνείται να αποχωριστεί, δηλώνοντας έτσι τη σταθερή αγάπη για το σπίτι που μεγάλωσε. Πάντα η μητέρα μεριμνούσε για ένα μικρό κιτρινωπό λαμπάκι να μένει ανοιχτό, κι ο Λούκας δε φοβόταν καθόλου στο διάδρομο. Η ανάμνηση αυτή, όπως κι όλος ο χρόνος που γίνεται απόνερο στο χώρο, τον παλουκώνει εδώ, κι ο Λούκας προσφέρεται λιγότερο επιρρεπής σε σχεδιάσματα απόσχισης από το ξένο σώμα το γεμάτο με ακάνθινους πολίτες. Αν και δεν το παραδέχεται ο ίδιος, το Τλέισον είναι ό,τι τον καθηλώνει σ’ αυτήν τη μη ιάσιμη φαγούρα μπρος απ’ το παράθυρο όταν σουρουπώνει. Τίποτε δεν έχετε, κύριε Στέισον, είστε απολύτως υγιής, του είπε ο γιατρός.

Gilbert_Garcin_120 Το τρένο ακούγεται ν’ αγκομαχά έναν ηχητικό λαβύρινθο στις ράγιες, καθώς ορμάει για το τούνελ, αλλά το σφύριγμά του είναι υπερβολικά συριστικό απόψε για τον Λούκας, και του χαλάει τη διάθεση. Πιστεύει πως, τουλάχιστον, το τρένο οφείλει να είναι ευτυχισμένο. Αυτά είναι! Αυτά, πού να τα πάρει ο διάολος! Tα ξαφνικά που ’ρχονται να σου ανατρέψουν με το έτσι γουστάρω την εικόνα που έχεις για τα πράγματα, για σένα, μπορεί και για τα δύο. Αυτός το έχει ξεκαθαρίσει πάντως : δεν είναι με τίποτε το τρένο, είναι οπωσδήποτε ο Λούκας! Οπωσδήποτε; Eίναι μήπως αυτός τα πράγματα, τα πράγματα μήπως αυτός,  προς ποια κατεύθυνση οφείλει να κοιτάξει; Μια σκοτοδίνη του ’ρχεται, ελέγχει το πιγούνι, το σπίτι του Φίλς δεν είναι δικό του! και στο τούνελ δεν θα τολμούσε να μπει αυτός ποτέ μονάχος ούτε να σφυρίξει. Αγγίζεται  κι ανακαλύπτει πώς κρατιέται πλέον ετοιμόρροπος από μια στύση πολύ απελπισμένη. Πώς να πιαστεί για να βαδίσει από ένα άτρωτο πιγούνι μόνον, με τι κουράγιο να κόψει λάχανα, να τηγανίσει τα λουκάνικα, ν’ ανοίξει τις αντζούγιες, να βγάλει κατσαρολικά, και να λουφάξει   στον αλμυρό πολτό, που του εγγυάται ασφάλεια τα βράδια; Θα φάει, καλύτερα, μιαν άλλη σούπα, πιο πεπερασμένη, δηλαδή, θα ζεστάνει μια έτοιμη σούπα σε κουτί, με κρεμμύδια, τομάτες και λίγη κολοκύθα. Του πέφτει λίγο ξινή, αλλά αναθαρρεύει στη σκέψη πως δεν του κάνει και μεγάλο κόπο να προσθέσει δυο τρία μαύρα παξιμάδια!

 LEGS ae169310Η κυρία Μάινς θα δειπνήσει, άραγε, απόψε; Πρέπει να τρώει πάντως λιπαρά για νά ’χει τόσο όμορφα οπίσθια! Το διαπίστωσε τότε που τη συνέτρεξε με τις χυμένες αγορές μίας σκισμένης οικολογικής χαρτοσακούλας, τζέντλεμαν! τότε που ανταμείφθηκε δεόντως από την τύχη να κρατήσει στα χέρια του πράγματα τόσο πολύ δικά της: μπέικον, καπνιστό μπούτι χοιρινού, λαρδί,  βούτυρο, ω, αυτές τις λιπαρές ομορφιές του ουρανίσκου, που άφηναν μες στο σελοφάν μια πινελιά φρεσκογυαλισμένου κάδρου γύρω από τις τόσο κομψές βελούδινές της γόβες! Του έκανε τότε εντύπωση η ποσότητα, και σκέφτηκε, τείνοντας διακριτικά το χοιρινό προς τη μεριά της, όταν εκείνη έσκυβε για να μαζέψει το λαρδί της και όταν εκείνου του ήρθε η μεγάλη όρεξη να τη χουφτώσει,  πως μάλλον θα πρέπει να ταΐζει και το σκύλο με αυτά. Κι αν γινόταν αυτός ο σκύλος της κυρίας Μάινς;

 dogs Gilbert GarcinGG01Xαζομάρες του περνούν συχνά απ’ το μυαλό.O Φιλς θα τσιμπήσει, άραγε, με το κορίτσι του απόψε; Δεν κρατούσε τίποτε που να προδίδει πως κουβαλούσε τρόφιμα μαζί του, θα έφαγαν, προφανώς, στη λέσχη, μόνο το χέρι της κοπέλας είχε ελαφρά στα δάχτυλά του κλειδωμένο. Έτσι όπως περπατούσανε στο δρόμο ήταν σαν νά ’διναν τόπο για τη χώνεψη κυρίως, κανένα στραβοπάτημα, η κίνηση ήταν νωχελική και αεράτη, τα στραβοπόδαρα του Φιλς,  στο  ξεβαμμένο τζιν σφιχτοδεμένα, πατούσαν στο έδαφος γερά, και το κορίτσι φορούσε μία απλή ριχτή μαύρη μπλούζα από βαμβάκι, που την ανέμιζε λίγο ο αέρας.Το παντελόνι τον σφίγγει πολύ στη μέση ξαφνικά… κι αν φόραγε  το μαύρο με το φερμουάρ, το πλέον άνετο που έχει, είναι πλυμένο, όχι μάλλον;  Όλα τα παντελόνια που έχουν κουμπιά και σούστες ασφαλείας τού πειράζουνε τη μέση, τον ενοχλούνε στο στομάχι και τον περιορίζουν στον καβάλο. Απόψε θα ’χει μια συχνουρία ανελέητη και, επιπλέον, θα δώσει μάχη με τα κουμπιά του και το φούσκωμα. Γι’ αυτήν τη σούπα, θα του επιβάλει να γεμίσει το στομάχι με νερό, τρις και κατά συρροή, και όχι μία μόνον, όπως θα έκανε με τη χορταστική του λαχανόσουπα.  Να ξεκουμπώνεται, ίσως, σιγά σιγά; Του μένει άλλος δρόμος; Πώς θα μπορούσε να αποδεσμευτεί από την ηχηρή εντύπωση του τρόμου που του διακίνησε το σφύριγμα του τρένου; Δεν είναι οι λεπτομέρειες που ακυρώνουν τις στιγμές, γιατί είναι αυτές που λένε με άλλο όνομα τα πράγματα από αυτό που είθισται  αναληθώς οι λέξεις να δηλώνουν; 

Gilbert_Garcin_251Η κυρία Μάινς ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της, κι ο σκύλος ορμάει χοροπηδώντας μέσα, ευχαριστημένος προφανώς από τη βόλτα και το επιτυχές πιπί του, ο Φιλς σβήνει το μεγάλο φως κι ανάβει ένα μικρότερο, μάλλον πορτατίφ, μπορεί να θέλει να κατεβάσει τώρα και την κυλόττα της κοπέλας. Τι χρώμα κυλόττα να φοράει το κορίτσι; Ο Λούκας σκέφτεται πως θα φοράει μία βαμβακερή λευκή με χρωματιστά λάχανα και πιπερίτσες σαν κόκκινη βροχούλα, ε, βέβαια, οι πιτσιρίκες είναι πολύ καπάτσες για ν’ ανοίγουν έτσι την όρεξη στ’ αγόρια! Αλλά, για… για… μια στιγμή… γιατί ο Φιλς σβήνει όλα τα φώτα και γιατί, α όχι! η κυρία Μάινς δεν γυρίζει να κοιτάξει καθόλου πίσω της τώρα που κλείνει την εξώπορτα, ξέχασε πώς o Λούκας υπήρξε ευεργέτης; γιατί ο φανoστάτης τρεμοπαίζει ξαφνικά και πώς τα δάχτυλά του κυλιούνται με τρέμουλο ανισόρροπο πάνω στα κουμπιά του για να κερώσουν, στο τέλος, μονομιάς;  Λούκας Στέισον, Λούκας Στέισον! βουίζει στ’ αυτιά του της μητέρας η φωνή, που μόλις βάζει το κιτρινωπό λαμπάκι στην πρίζα του διαδρόμου, είναι ευπρεπές ν’ ανακαλύπτεις ξαφνικά πως δε φοράς σήμερα σώβρακο καθόλου, όταν ακόμα και οι σκύλοι φροντίζουν να μην αφήνουν ούτε ένα σταγονίδιο αμμωνίας στο μαλλί τους ούτε στο τσιμέντο;

Gilbert_Garcin_199

Ευτυχώς, σκέφτεται ο Λούκας, κι ανατριχιάζει στην ιδέα, που η κυρία Μάινς δεν είναι παρούσα, τι ντροπή! και η κοπέλα του Φιλς δεν είναι δική του, τι θα επιδείκνυε σε κείνη; είναι και το σαγόνι, το μόνο στήριγμά του, που νιώθει πλέον ασταθές κι αυτή η ολοκαίνουργια φαγούρα που γαργαλάει το πρόσωπο μαζί μ’ ένα ζεστό χυλό που τρέχει από τα μάτια. Gilbert_Garcin_076Ο κόσμος θολώνει γύρω, στο παράθυρο φτιάχνεται πάχνη απ’ το χνώτο μεγαλύτερη, μόλις που διακρίνεται την τελευταία στιγμή, όταν η λάμπα του φανοστάτη κάνει ένα τσικ, και πέφτει στο σκοτάδι όλο το δωμάτιο. Με τι κουράγιο, ε; χωρίς κανένα πλέον δεκανίκι να συρθεί ως την κουζίνα, για να ετοιμάσει ο Λούκας Στέισον τη σούπα, που μέσα στα υγρά της σχεδίαζε να ρουφηχτεί απόψε;     

_

___

.


 

 

 

 

 

Tags: , ,

Image

Σαβάνα στο κεφάλι

Σαβάνα στο κεφάλι

 

Βρήκες αστείο το πλαστικό καπέλο με τα ζώα της σαβάνας που φορούσα, δεν υποψιαζόσουν καν πως ήσουν ήδη αφανισμένος από κάτω. Παρεμπιπτόντως, είχες ξεχάσει πως το αγόρασα για να μου προστατεύει το κεφάλι απ’ τη βροχή. Τράβα λοιπόν μια βόλτα τώρα, που έπιασε χαλάζι, να πιείς με τον Οιδίποδα καφέ, στην μπρασερί «Το Πέρασμα», εκεί βαράνε τα βιολιά και βγάζουνε μαχαίρια οι βιολιτζήδες, στο τέλος γυρνάνε και ρακί, και λεν το ριζικό σου. Ρίξε και τις εκσπερματώσεις σου στο δάσος μη χαθείς. Μπορεί μια μέρα να επιστρέψεις για τα νέα. Να εύχεσαι μόνον τα χνάρια σου απ’ τα ζώα της σαβάνας να μην είναι συνθλimena. Λίγο με ανησυχεί και θέλω να σ’ το πω: Ήδη όσο μιλώ η ζούγκλα ρέει νεκρή απ’ το πλαστικό της.

Πίνακας: David Stoupakis

 

Tags: ,

Image

Αναγνώριση

Αναγνώριση

Κοίταξε ανεστραμμένο το είδωλό του και ανακάλυψε πως στον καθρέφτη υπήρχαν δύο: ό, τι του υποσχέθηκε ν’ αντέξει κι ό, τι δεν άντεξε να του υποσχεθεί !

Όταν θρυμμάτισε το είδωλο, πρώτη φορά, με τρόμο διαπίστωσε, χωρίς καμία πλέον αντανάκλαση, πως πορευόταν ολομόναχος σ’ ένα λευκό κενό που χρειαζόταν μόνον χρόνο ν’ αγαπήσει.

Πρώτη φορά ΤΟΝ αναγνώριζε δικό ΤΟΥ!

Πίνακας: Shimoda Hikari

————————————————————————————————-

 

Tags: ,

Image

To κορίτσι με τις κόκκινες γαλότσες

John De Andrea 814

Ο Πολ φοράει μπλε ριγωτές πιτζάμες και ροχαλίζει τον ύπνο των αδίκων σ’ ένα μεταξωτό γαλάζιο μαξιλάρι με το μονόγραμμα ΠΛ. Η ρίγα στο χρώμα του εκρού είναι παχιά, σοφή, ίσα με πέντε εκατοστά και ακρωτηριάζει ανάσκελα σε φέτες τις επάλξεις του κορμιού του. Το εξογκωμένο του στομάχι κοιμάται ήσυχα και αυτό. Η όλο πλαστικότητα  επιδερμική απόλαυση του βίου πάλλεται ανεξέλεγκτα σε κάθε εισπνοή. Και γουργουρίζουν λιχουδιές. Απόψε έφαγε μια ωραία μους με μαύρη σοκολάτα περιχυμένη από φράουλες του δάσους. Μεγάλα κόκκινα κουμπιά, σαν παγιδευμένες κεφαλές μόσχων, μουγκρίζουν στις κουμπότρυπες,  τσιτώνουν ανοίγματα αναθάρρησης.

Ο Πολ φοράει πολύ καλής ποιότητος λευκές βαμβακερές φανέλες που του υπόσχονται αυτοπεποίθηση. Εκ των έσω πάντα η βεβαιότητα και η άνεση. Αμάνικες διαφημίσεις απλότητας και απαλότητας των μπουρζουάδων.  Τρίβει σπασμωδικά  το στέρνο σε μια επαρμένη εισροή αέρα, που βρίσκει προφανώς σε αμυγδαλή και κάνει κορδελάκια βρυχηθμών. Ακουμπά τρίχες. Πρωτίστως στιλπνή αφή πραγματικότητας. Δικής του. Πυκνής και μαλλιαρής. Μόνο δικής του μόνο. Που υπόσχεται και αυτή με τη σειρά της στήριγμα στη βαρύτητα των θέσεων και των απόψεων του Πολ Βαν Λούνεν. Του νεότερου! Βρυχάται και χαμογελάει.

John De Andrea 817

Η Αστρίντ, σ’ ένα σομόν από βαμβάκι της Αιγύπτου νυχτικό, σέρνει το σβέρκο στο διπλανό μεταξωτό γαλάζιο μαξιλάρι που έχει  το μονόγραμμα ΑΛ. Η δαντελένια αγχόνη με κουμπάκι γύρω απ’ τον κύκνειο λαιμό της μοιάζει να  τσαλακώνει την ανάσα της μες σε μικρά κοφτά σπαράγματα. Αυτά οφείλονται ωστόσο στις άπνοιες που κάνει στον ύπνο της συχνά. Το καμπαναριό της Σαντ Κατρίν, δύο τετράγωνα πιο πέρα απ’ το διαμέρισμα του Πόλ και της Αστρίντ Βαν Λούνεν σφάζει μ’ έναν Προκρούστη ιππότη πέντε χτυπήματα ατσάλινων φαλλών και στο σαλόνι πετάγεται ο πετεινός. Προβάλλει στην αρχή ευθυτενής κι αμέσως ύστερα τρεκλίζει, όπως ρευστό ζελέ λεμόνι, επάνω στο ελατήριο του  οικογενειακού ρολογιού τοίχου, που ο Πολ  επέμενε να κουβαλήσει από το πατρικό του μαζί με το πορτρέτο της μητέρας. H Αστρίντ πάντα ταράζεται όταν οι άγιοι μετρούν τις ώρες. Είναι σαν να γνωρίζουν το τέλος των ανθρώπων.  Στριγκλίζει «Πατέρα!»

Volkert Olij 20

Ο στριγκός ήχος απ’ το χαλαρωμένο ελατήριο, όπως απρόσμενα ακούγεται έτσι ακριβώς απρόσμενα βουτάει σ’ έναν παχύ χυλό από σκοτάδι, όπου η πόλη αναδεύεται σαν μέλανας ζωμός απ’ την κουτάλα των ανέμων.

Πίνακες: John de Andrea, Lucien Freud, Volkert Olij

__________________________________________

 

Tags: ,

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, To τραγούδι του λύγκα

To τραγούδι του λύγκα

.

Άλλωστε έτσι τη θέλανε όλοι από τότε. Ξόμπλι. Όταν την απιθώνανε σε ρούχα κυριακάτικα, «σήκω, μουρή, κι βάρεσ’ η καμπάνα», νερό, ανατριχίλα, βούρτσα, «πάνου του κιφάλ’!», νερό, «μαδάς!», βούρτσα, άλγος, πολλές κινήσεις, νευρικές. Μιλιά αυτή, πλεγμένη σε κοτσίδα κρυβότανε στις κάλτσες. Αναμονή σε στάση καθώς πρέπει, πάνω στα υποδήματα. Λιτές κινήσεις, καθόλου φληναφήματα, στο ύψος της ήβης δάχτυλα. Καπακωμένες ενοχές με θλίψη ευθυτενή. Κόκκινα μάγουλα, μάτια επίσης, ξόμπλι του οίκου, εύτηκτο.
Μετά την παρφουμάρανε, χαράματα. Χωρίς μπουκιά, πομαδιασμένη. «Πάμι!» Ένα τσουβάλι, να μεταλάβει το χρυσό δοντάκι, κι ας βρώμαγε λεμόνι. Λιβανιζότανε ξινίλες στις μετάνοιες, σε κάθε επίκυψη δίναν και παίρναν σφάχτες κοσμιότητας. Αφόριζε υγρά. Χωρίς μπουκιά, πομαδιασμένη. Σε λίγο θα τα επέστρεφε και αρώματα και χρυσαφικά και δώρα. Όλα θα τα επέστρεφε. Αντίδωρα. Κρυφά στην τουαλέτα, φλομωμένη, ωραία πεθαμένη
.

 

Dino_Valls_-_In_Memoriam

.

Μετρούσε το λείψανο το ωραίο στο χωριό της. Ανήκε στα υπέρ του αποδημήσαντος, το εξετάζανε στις κηδείες, λες κι ήταν ανδραγάθημα, το έσχατο του πεθαμένου, να ζέχνει κάλλος και χλομάδα. Κι ένα φόρτωμα από άνθη από πάνω, να κρατάει. Και δώσ’ του άνθη και μπαμπάκια από αγάπη να μπουκώσει, να συχωρέσει το κουκούλωμα στο χώμα. Μετά κοιτάγανε τον πεθαμένο, ώρες πολλές τον πεθαμένο, από συμφέρον μόνο: «μπας και χαμογελάει; Θα πάρει κι άλλους σύντομα μαζί του, γι’ αυτό χαμογελάει ο πανούργος φασκιωμένος». Φτυνόντουσαν κρυφά –δε χώραγε η σκέψη πώς στέργει να ’σαι χαλασμένος κι αδιάφορος. Μειδίαζε εκείνος. Τον σκάγανε μ’ ένα ασπρομάντιλο στο τέλος, του το φοράγανε κατάμουτρα – όπως κι εκείνος κατάμουτρα τους πέταξε το σμίξιμο του κάλλους με το θάνατο. Αλλά δεν ξέρανε από τέτοια.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Γρηγόρη 2011

Πίνακες: Dino Valls

http://www.newsville.be/gr/politismos/siafaka-lygkas.asp

 

 

Tags: ,

Image

ΠρόβΑ θανάτου

Αυτό σημαίνει πρόνοια: να αυτοακυρώνεσαι από πριν γι’ αργότερα, ως παντοδύναμος επιτηρητής της αντανάκλασης του άλλου στον καθρέφτη.

Έτσι κι αλλιώς η αιωνιότητα θα σε καθρεφτίζει απόλυτα και μόνον.

Πίνακας: Dmitry Shlykov,  The passage of time

________________________

 

Tags: ,

Image

Μικρό σχόλιο στη “θυσία” του Ταρκόφσκι

Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ταρκόφσκι, η «Θυσία» παραμένει μία αριστουργηματική ταινία και πάντα επίκαιρη, νομίζω, υπερβολικά επίκαιρη σήμερα, πραγματευόμενη τον συμβολικό ευνουχισμό που εξανθρωπίζει, έχοντας ως εφαλτήριο την «πίστη» σε κάτι που άπτεται της υπαρξιακής τάξεως και που χωρίς αυτό διακυβεύεται η ύπαρξη.

Για να «κερδίσεις» κάτι το οποίο είναι πραγματικά σημαντικό για σένα, μας λέει ο Ταρκόφσκι, πρέπει να «χάσεις» κάτι, έχεις να κάνεις μια «επιλογή», παίρνοντας αφενός το ρίσκο της επιθυμίας σου και έχοντας αφετέρου «πίστη» για την πραγμάτωση του στόχου σου : Tίποτε δεν παρέχεται δωρεάν και χωρίς ρίσκο, χωρίς πνευματική και συναισθηματική εμπλοκή, χωρίς έμπρακτη έκθεση προς τον στόχο σου, χωρίς κίνηση προς τον άλλον, χωρίς διακύβευση του ίδιου σου του εαυτού και των μέχρι στιγμής κεκτημένων που σου εξασφαλίζουν μεν μία πραγματικότητα, αλλά δε σου διασφαλίζουν την ίδια τη ζωή σου.

Johnson Tsang (12)

Το μήνυμα της «Θυσίας» βρίσκεται στον αντίποδα της σύγχρονης φαστφουντάδικης πραγματικότητας σε όλες τις εκφάνσεις της: από τον έρωτα έως την πολιτική και από τη διαπλεκόμενη διανόηση έως το παγκόσμιο οικονομικό Βατερλό. Το φαστ φουντ μας βόλεψε, γιατί ήταν γρήγορο και φτηνό, και ιδού τα αποτελέσματα! O Ταρκόφσκι, εδώ που τα λέμε, έπεφτε αργός και βαρύς στη χώνεψη.

http://www.koinotopia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=514%3A-the-sacrifice-offret-andrei-tarkovsky&catid=10%3A2009-10-18-21-13-18&Itemid=11&lang=el

———————————————————-

———————-

—————————

Γλυπτική: Johnson Tsang

 

Tags: ,