Το βιβλίο σας «Το τραγούδι του Λύγκα» είναι ένα ξεχωριστό βιβλίο, με πρωτότυπο τρόπο συγγραφής. Μέσα από διαφορετικές προσεγγίσεις, επιλέγετε να εκφραστείτε χρησιμοποιώντας «γρίφους». Ποια τα βοηθήματα που έχει ο αναγνώστης σε αυτή την πρόκληση;
Η ερώτησή σας είναι ενδιαφέρουσα, διότι μου δίνει την ευκαιρία να σας απαντήσω ως εξής: το βιβλίο μου δε συνιστά ξεχωριστό βιβλίο αλλά απλώς λογοτεχνία. Ο τρόπος συγγραφής του είναι ο τρόπος με τον οποίο παραδοσιακά και εξ αρχαιοτάτων χρόνων γράφεται παγκοσμίως η λογοτεχνία… αφενός με λέξεις και αφετέρου με τον πολύ ιδιαίτερο τρόπο χρησιμοποίησής τους προκειμένου να υπηρετήσουν ισόρροπα ιδέες και νοήματα, δίνοντας ένα συγκεκριμένα στίγμα στο βιβλίο, αυτό δηλαδή που θα το διαχωρίσει από ένα άλλο και που ονομάζουμε ύφος. Λογοτεχνία χωρίς ιδιαίτερο και ξεχωριστό συγγραφικό ύφος δεν υφίσταται.
Από την άλλη πλευρά αντιλαμβάνομαι τη βάση της ερώτησής σας, διότι πλέον στο μεγαλύτερο ποσοστό αυτό το οποίο παράγεται (υπάρχουν βεβαίως και οι εξαιρέσεις) είναι απλές και, σε πολλές περιπτώσεις, επαναλαμβανόμενες όσον αφορά τη θεματική, “αφηγηματικές παρουσίες τυπωμένων πλέον γραφόντων”, οι οποίοι δεν έχουν καμία απολύτως σχέση ούτε με τη συγγραφή αλλά κυρίως με τη λογοτεχνία, γιατί απλώς είναι ατάλαντοι. Είναι σαν να σας ζητώ εγώ, που, (αν και αγαπώ τη ζωγραφική) τα πινέλα μου δεν υπακούν σε τίποτε από τις βασικές αρχές που την καθορίζουνε ως τέχνη, να πάρετε ένα έργο μου, που θα θεωρήσω και εμπνευσμένο συν τοις άλλοις, και να το βάλετε στο Μουσείο του Μαγκρίτ ως καλωσόρισμα στην είσοδο. Είναι βλακώδες!
Βάλτε, λοιπόν, για παράδειγμα, στην τύχη και στη σειρά πέντε βιβλία της εγχώριας σύγχρονης ελληνικής παραγωγής, από αυτά που βρίσκονται σαν κρεατικά στους πάγκους των βιβλιοπωλείων (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν προταθεί από την πληρωμένη κριτική ή από τον διεφθαρμένο και γνωστό κύκλο των δικών στο ελληνικό στερέωμα πριν καν διαβαστούν ή κυκλοφορήσουν), ανοίξτε μία τυχαία σελίδα από το καθένα, διαβάστε την και πέστε μου αν μπορείτε να διακρίνετε συγγραφικό ύφος. Eίναι σαν το κείμενο να έχει πατηθεί από μπουλντόζα και σαν ο ίδιος άνθρωπος να έχει γράψει και τα πέντε βιβλία, σαν να υπάρχει ένας συγγραφέας-φάντασμα. Τη διαφορά θα την διαπιστώσετε, αν ανάμεσα σε αυτά τα πέντε βιβλία, βάλετε και έναν μεγάλο της λογοτεχνίας ή κάποιον από τους μετρημένους στα δάκτυλα άξιους λογοτέχνες της εποχής μας. Ακόμη και ένα μικρό παιδί θα είναι ικανό να διακρίνει τη διαφορά… είναι κραυγαλέα.
Οι «γρίφοι» δεν είναι τίποτε άλλο από σύμβολα εντασσόμενα στη σημειολογία του βιβλίου. Είναι κώδικες που φέρουν πολλαπλές σημασίες και δίνουν μία πολυδιάσταση, από άποψη ερμηνείας, νότα στο μυθιστόρημα και τους οποίους κάθε αναγνώστης, ακουμπώντας στα μέχρι στιγμής αναγνωστικά του εφόδια, καλείται να αποκρυπτογραφήσει, καταγράφοντας την προσωπική αναγνωστική του εμπειρία. Όλα τα κλειδιά της επίλυσης των «γρίφων» δίνονται, είναι παρόντα μέσα στο μυθιστόρημα. Oύτε μια λέξη δε βρίσκεται τυχαία εκεί. Συνεπώς είναι ένα μυθιστόρημα που μας καλεί να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση με τις λέξεις, ξεκινώντας συμβολικά από τη λογοτεχνία, και περνώντας στη δική μας καθημερινότητα, διότι… μην είστε τόσο σίγουροι ότι δίνουμε μεγάλη σημασία στο τι λέμε ή ότι ξέρουμε πραγματικά τι λέμε. Αν ήταν έτσι θα είχαν επιλυθεί τα προβλήματα της ανθρωπότητας διά μέσου της κατανόησης και της συνέπειας.
Γιατί η ηρωίδα του μυθιστορήματος εκτός από το όνομα της (Τριανταφυλλιά Αηδονοπάτη), αποκαλείται συνεχώς στο μυθιστόρημα, «η με το γελοίο»;
Γιατί το όνομά της είναι εκ προοιμίου γελοίο… Την αποκωδικοποίηση την αφήνω στον αναγνώστη.
Στο βιβλίο σας υπάρχουν πολλές αναφορές στα ελληνικά νησιά, (Φολέγανδρος, Σαντορίνη). Είναι ένας έμμεσος τρόπος ανάδειξης της Ελλάδας ή αποτελούν στοιχεία μνήμης που παράλληλα λειτουργήσουν εικονοπλαστικά στον Έλληνα αναγνώστη;
Στο βιβλίο δεν υπάρχουν μόνο αυτά τα νησιά, αλλά και τα νησιά που τα καλοκαίρια γραφόταν το βιβλίο, όπως τα Κύθηρα και η Αντίπαρος, και βεβαίως η Σαντορίνη αλλά και η Άνδρος, η παραλία της Άχλας, που περιέγραψα χωρίς να την έχω επισκεφτεί αλλά ακούγοντας την περιγραφή μιας φίλης, ενώ έγραφα το συγκεκριμένο κεφάλαιο έχοντας την τελειότερη θέα του Αιγαίου από ένα μπαλκόνι στο Φυροστεφάνι… αλλά και η Φολέγανδρος που είναι το μνημονικό ίχνος της χρονιάς που προηγήθηκε της έναρξης της συγγραφής του βιβλίου. Δεν σκέφτηκα ποτέ να διαφημίσω τα νησιά για να αναδείξω την Ελλάδα, όχι ότι είναι κακή ιδέα, αλλά προσωπικά δεν το σκέφτηκα. Είναι περισσότερο η πολύ ιδιαίτερη και ερωτική σχέση που έχω με τα ελληνικά νησιά και κυρίως με τις Κυκλάδες, που τις συναντώ μέσα από μία καθρεφτική σχέση με το δικό μου ψυχικό τοπίο.
Ελλάδα-Βέλγιο, μία σχέση περίεργη για τους Έλληνες που έφυγαν από την πατρίδα και ήρθαν να ζήσουν εδώ. Πώς βιώνετε την συγγραφή σε μια δυτικοευρωπαϊκή πόλη του βορρά και τι επιρροές καταγράφονται στη ψυχοσύνθεση σας;
Η αλήθεια είναι ότι το Βέλγιο, αν και είναι ίσως μία από τις πιο φιλόξενες θεσμικά ευρωπαϊκές χώρες ως χώρα υποδοχής και με ρατσιστικά συμπτώματα σε πολύ μικρότερη έκταση από αυτά που συναντούμε αλλού, είναι μια χώρα που ανήκει στο βορρά και όπου πάρα πολλοί Έλληνες αντιμετωπίζουν προβλήματα προσαρμογής, κυρίως σε ό, τι αφορά το κλίμα, που επηρεάζει πάμπολλες πτυχές της καθημερινότητας: από την ώρα του φαγητού έως και την αρχιτεκτονική. Αυτή η τεράστια κλιματολογική διαφορά αφήνει στίγματα, που όπως θα δείτε στη συνέχεια ήδη έχουν αρχίσει να περνούν μέσα στη γραφή μου. Αυτήν τη στιγμή δουλεύω ταυτόχρονα ένα μυθιστόρημα και μία επιστολική νουβέλα. Στο ένα πρυτανεύει η βροχή, στο δεύτερο το χιόνι…
Ουρλιάζει η πόλη και φτύνει σάλια επιληψίας μπρος στο θέαμα. Μόνον αγώνας επιβίωσης, το θέαμα να επιβιώσει απ’ τα μπαλκόνια και τις τηλεοράσεις και τις μεγάλες έδρες στα γνωστά σχολεία, κι έτσι να απλώνονται οι λέξεις και οι ιδέες σαν χολέρα, breeze driftin’ on by you know how I feel, και συγχορδίες συνθημάτων να εκσφενδονίζονται σαν πεταλούδες με πυρηνικά στο μέλλον, butterflies all havin’ fun you know what I mean, κι ας τελματώνει η σκέψη και πράξη, «δε βαριέσαι». Αλλά γονίδιο, σου λέει, η ευτυχία ! Sleep in peace when day is done. Κι ώσπου να βρουν το αντιγονίδιο ή ώσπου να κάνουν εγχύσεις ευτυχίας στα ανάπηρα του κόσμου ή ώσπου να μεταλλάξουν τα στραβογεννημένα καύκαλα σε πασαρελογεννημένες πέτσες, that’s what I mean, με εγχειρήσεις ευφορίας πλαστικής, αυτή θα αναζητά τον τέταρτο δρόμο, τον μεταμοντέρνο, σικ, μασώντας νευρικά παρανυχίδες, χαπάκια καταπίνοντας, πιο σικ ακόμη, stars when you shine you know how I feel, βρίζοντας λόγια αιχμηρά και πνιγηρά.
Θα έχει τολμηρές επιθυμίες, θα είναι σέξυ. And a bold world for me, θα λέει.Θα θέλει να ανατείλει σαν έως σφριγηλή από τις στάχτες της κι απ’ τον ασφοδελόν λειμώνα, it’s a new day, it’s a new life for me, θα πει. Και ύστερα θα θέλει να αποθέσει στους μαστούς της τον τόπο της τον γαλαθηνό, it’s a new dawn, σουρουπώνει η ιδέα, και ογκόλιθους-προπάτορες θα θέλει να ανορθώσει στα τρυφηλά της μπράτσα, να λιβακώσει το σύμπαν θα θέλει στις μασχάλες, dragonfly out in the sun you know what I mean, don’t you know, έθνη στους αργαλειούς να ξάνει κι ολυμπιακή να υφάνει θα θέλει μεγαθήριο πλεξούδα, and this old world is a new world, το χνώτο ν’ εκπατρίσει μ’ ένα γαλλικό φιλί στου άλλου τη χοάνη, στην πλεκτάνη, κούτελο με κούτελο, όπως θα συναντιέται. Θα θέλει να εναγκαλίζεται με τους συμπορευόμενούς της αδελφούς μες στη μεγάλη πόλη, στην πόλη που μαύρισε, η πόλη, οh freedom is mine, με εωσφόρους να παρκάρουν τα κορμιά τους κι αγγέλους να αυτοεξορίζουν τα φτερά τους, κι αν όχι, όχι με αυτούς, and this old world is a new world, έστω να φιληθεί θα θέλει με μια απειλή, μια γάτα, μια φράντζα, ένα σπυρί, μια μπούκλα θα θέλει, έστω μ’ έναν νευρόσπαστο περιπατητή ή μέρος περιπατητή, and a bold world for me, δεν έχει σημασία θα θέλει, αδιάφορων στοιχείων κατά τ’ άλλα, η γελοία.
Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Γρηγόρη 2011
Κυρία Σιαφάκα, ποια ήταν τα πρώτα ερεθίσματα που σας οδήγησαν στη συγγραφή;
Η γραφή και κατ’ επέκταση η συγγραφή ήταν το μόνο πράγμα που είχα την αίσθηση, από την παιδική μου ηλικία, ότι ήξερα να διαχειρίζομαι καλά, χωρίς να υπάρξει η παραμικρή καθοδήγηση. Είναι αυτή η περίεργη αίσθηση που έχει κανείς όταν νιώθει πως γεννήθηκε γνωρίζοντας κάτι. Συνεπώς, δεν μπορώ να μιλήσω ούτε για συγκεκριμένα ερεθίσματα ούτε για ένα σημείο αναφοράς που στάθηκε η αφορμή για να στραφώ προς τη συγγραφή, δεδομένης αυτής της καταλυτική εντύπωσης ότι η γραφή ήταν παρούσα εκ προοιμίου μέσα μου.
Ασφαλώς, ύστερα από μια μακρά μαθητεία σε αναγνώσματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, πολλαπλές προσπάθειες και ασκήσεις γραπτού λόγου, αρκετή ενασχόληση με την ποίηση κυρίως, πήρα την απόφαση ότι ήταν καιρός πλέον να στραφώ σε μία περισσότερο συστηματική ενασχόληση και να ετοιμάσω γραπτά που προορίζονται για έκδοση.
Όπως και να έχει, όμως, η διαδικασία της γραφής δε σχετίζεται, στην προσωπική μου περίπτωση, ούτε με ανυπέρβλητη ανάγκη έκφρασης ούτε με εκτονωτική διαδικασία ή ημερολογιακή καταχώρηση. Δεν συνιστά επίσης ούτε τον τόπο συναισθηματικής αποφόρτισης ούτε το μέσο μιας αυτοβιογραφικής ανάπλασης συμβάντων ούτε πολύ περισσότερο μία ναρκισσιστική διέξοδο προς την κατεύθυνση της κοινωνικής αποδοχής.
Το μόνο που θα μπορούσα να πω, απαντώντας στην ουσία του ερωτήματός σας, είναι ότι συνιστά τον τρόπο με τον οποίο μπορώ εγώ να ζω δίνοντας μια απάντηση στα πράγματα που με περιβάλλουν. Η γραφή, υπό την έννοια αυτή, έχει οντολογική διάσταση στον τρόπο βίωσής της, ενώ, εκ παραλλήλου, συμπληρώνεται από την εκάστοτε θεματική η οποία σχετίζεται με τους προβληματισμούς ή τα ερωτήματα που με απασχολούν στο πλαίσιο μία συνεχούς προσωπικής διαδικασίας εξέλιξης.
Ο συγγραφέας που μεταφέρει και αποτυπώνει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο βιωματικά στοιχεία στη συγγραφή ενός βιβλίου γίνεται πιο ελκυστικός για το ευρύ κοινό; Εσείς πώς λειτουργείτε σε σχέση με αυτήν τη σκέψη;
Kοιτάχτε… τα περισσότερα άρλεκιν, για παράδειγμα, έχουν έντονο βιωματικό χαρακτήρα αλλά καθόλου ξεχωριστό τρόπο παρουσίασης, που σημαίνει ότι η λογοτεχνική τους αξία είναι μηδενική. Πρόκειται για σκουπίδια της βιομηχανίας του βιβλίου απευθυνόμενα σε μειωμένης αντίληψης κοινό, που εξαιτίας αυτής της αναπηρίας του παραμυθιάζεται : επιτέλους εκείνος που δεν έχει ουδεμία σχέση με την αναγνωστική εμπειρία και καμία απολύτως εκπαίδευση τώρα γίνεται κοινωνός και του βιβλίου… μέσα από μια βιομηχανοποιημένη ψευδαίσθηση ταυτότητας κουλτούρας… πόσο μάλλον όταν το περιτύλιγμα αυτού του πολτού είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που ντύνει στον ίδιο χώρο, ας πούμε, έναν Ντοστογιέφσκι ή μια Γέλινεκ ή έναν Γονατά…
Αν δούμε τις πωλήσεις, θα διαπιστώσουμε ότι είναι πολύ ελκυστική αυτού του είδους η βιωματική ή αυτοβιογραφική αναφορά, η οποία αφενός αντικατοπτρίζει τις μειωμένες ικανότητες αυτών που τα υπογράφουν και αφετέρου απευθύνεται με μαεστρία και με γνώμονα το κέρδος σε όσους με συνέπεια δεν επιθυμούν να μπουν σε ουδεμία διαδικασία εξέλιξης, που μόνο ο προβληματισμός και η επαφή με τη γυμνή και έντεχνη αλήθεια είναι σε θέση να προσφέρει.
Από την άλλη πλευρά, η λογοτεχνία δεν είναι πασαρέλα, για να θέσουμε το θέμα της έλξης ή της νέας κολεξιόν, για να ικανοποιήσουμε τα κορεσμένα γούστου του κοινού. Επομένως, η λογική αυτή δεν με αφορά. Η δική μου γραφή είναι μια πρόσκληση για συνδιαλλαγή και άμεση αναγνωστική συμμετοχή προς εκείνους που κάθε φορά είναι έτοιμοι να μοιραστούν τους προβληματισμούς ή τα ερωτήματα που θέτω, γενόμενοι την ίδια στιγμή και κοινωνοί μίας αισθητικής απόλαυσης. Τόσο ο προβληματισμός όσο και η αισθητική σε όλα τα επίπεδα είναι θέση ζωής και ασφαλώς δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ούτε τις ανάγκες ούτε τις αισθητικές προτιμήσεις κάθε εν δυνάμει αναγνώστη.
«Πάντοτε καθ’ οδόν, πορ(ν)ευόμενος, ατενίζει το βουβό βασίλειο των νεκρών και των πικρών ειδών καφέ.» (σελ. 43)
Η συζήτηση για το τι ακριβώς συνιστά λογο-ΤΕΧΝΙΑ μπορεί να συνεχίζεται δυναμικά επ’ αόριστον και σίγουρα με πρισματική λογική προσέγγισης (εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει στοιχειώδης λογική), μια και η ισοπεδωτική σύγχρονη τάση, τόσο της γραφής όσο και της κριτικής και κατ’ επέκτασιν της κατανάλωσης πολτού, που αυτο-ορίζεται στο πλαίσιο αυτό σαν βιβλίο και, ακόμη χειρότερα, σαν «λογοτεχνία», δε φαίνεται να είναι ικανή να διασφαλίσει τους όρους και τα όρια για τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Για τη Λαγνεία ωστόσο της νομπελίστριας Αυστριακής συγγραφέως έχουμε χρέος να παρακάμψουμε τη μαστροπεία της πλειονότητας των εκδοτών και των κριτικών, αν και σε μια πρώτη (βεβιασμένη ή παρεξηγημένη) ματιά θα έλεγε κανείς ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός σκληρού πορνογραφικού υλικού σε εξευγενισμένο αμπαλάζ εύστοχου, πλούσιου και αθυρόστομου μυθιστορήματος και ότι συνεπώς εκπορ(ν)ευόμαστε αναλόγως των (προσ)ταγμάτων της εποχής.
Αλλά «είναι απαράδεκτο να κάνει κανείς έναν ζωντανό άνθρωπο φύλλα και φτερά και να μην τον διαβάζει καν» (σελ. 70), γράφει η Γέλινεκ, αφού «γνωρίζει όλες τις ύπουλες λαβές και απολαβές» (σελ. 39) του κόσμου, «καθώς υμνεί το γιο του θεού, που σε αυτή τη χώρα έπλασε τους ανθρώπους με χώμα και μεταμόρφωσε τα δάση της σε χαρτί» (σελ. 33) και αφού το «εργοστάσιο, με τη βοήθεια αυτών που το κατοικούν και το κινούν, παρήγε το χαρτί, το δικό μας λίπασμα, πάνω στο οποίο μπορούμε να γράφουμε και τις σκέψεις μας» (σελ. 100).
Λίπασμα ωστόσο για τη γέννηση τέχνης και λογοτεχνών είναι η ίδια η συγγραφέας όχι μόνο για τις ευαίσθητες κεραίες της που διεισδύουν στην εποχή της, παράγοντας εκ παραλλήλου μια (έστω και στοιχειώδη) μυθοπλασία ως όχημα για την ανάδειξη του προβληματισμού της• όχι μόνο για τη μεστή, άμεση και τεκμηριωμένη κριτική τη δια-νοούμενης, η οποία διαθέτει και εξαιρετικό ταλέντο στη γραφή και γι’ αυτό επαξίως μπορεί να χαρακτηριστεί λογο-τέχνις• όχι μόνο για το απαλλαγμένο από παντός είδους σύνδρομα πνεύμα που επιτίθεται με οξύτητα και χιούμορ στον εκδημοκρατισμένο φασισμό και στην ελευθεριότητα της εποχής μας• όχι μόνο για την αντίσταση στην προσωπική εκπόρνευσή της, με την απουσία παζαρέματος στην τεχνική, στην τέχνη και στο στόχο της• όχι μόνο για την έλλειψη φιλαυτίας που μαρτυρά η εξαιρετική δουλειά κάθε παραγράφου, καθιστώντας την είλωτα του λόγου, καθώς παράγονται σελίδες που χαρακτηρίζονται από έλλειψη φλυαρίας και κοινοτοπίας σ’ ένα βιβλίο που κινείται στους ιλιγγιώδεις, εσωστρεφείς και επαναληπτικούς ρυθμούς της ανθρώπινης Λαγνείας•αλλά κυρίως για τη δημιουργική και ποιητική ανάπλαση, διά μέσου των εργαλείων του λόγου, ενός θέματος που θα εξέπιπτε σε επιθεωρησιακή αισχρολογία ή δημοσιοποιημένη και δημοσιευμένη προσωπική σεξουαλική εκτόνωση στα χέρια κάποιου από αυτούς που παίρνουν τους «καυλούς» τους για «αυλούς» (σελ. 222) ή κάποιας από αυτές τις σύγχρονες «(κ)αυλητρίδες του σπιτιού»(σελ. 252), που προσβάλλουν την αισθητική και τη νοημοσύνη μας με την παραγωγή σκευασμάτων καθ’ ομοίωσιν. Εξαιρετική η μετάφραση του Λευτέρη Αναγνώστου σ’ ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και πολύσημο κείμενο του οποίου οι δυσκολίες συγγενεύουν σε πολλά σημεία με αυτές της ποιητικής μετάφρασης.
Εθνική εορτή. Παρέλαση Μαρτίου.
Επέτειος βελτίωσης λιγάκι του καιρού.
Μπλε ποδίτσες άσπρα συννεφάκια φοράει
η αίθρια από μια σκοπιά ημέρα.
Σημαιοφόρα πράσινα φύλλα, σημειωτόν το έαρ.
Νικητήρια παιδάκια κρατούν
χάρτινες σημαιούλες κυματίζουν
υπερήφανες μάνες.
.
.
.
Κάθομαι στο άδειο παγκάκι με μιαν ηλιαχτίδα.
Παλιά μου συμμαθήτρια,
όμως αυτή πώς τα κατάφερε
και μένει από τότε, όλο στην ίδια ωραία τάξη.
.
.
Ομοβροντίες σχολείων. Επέτειος νεότητος.
Τιμές σε ανδριάντα. Όρθιος ο πυρπολητής
στη μισή του βάρκα. Οικονομία στο μάρμαρο
σπατάλη ηρωισμού ή κόπηκε η έμπνευση στη μέση;
ποιος ξέρει, πολλές των εκδοχών οι ναυμαχίες.
.
.
.
Ευτυχώς, η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ χαραγμένη
στο σώο ήμισυ της βάρκας
ευανάγνωστα επιπλέει και βυθίζει
τα εχθρικά τεράστια κύματα της ακινησίας.
Καθηγητής στεφανώνει το άγαλμα
κι εγώ το προεόρτιον μαθητή.
Τις μέρες που αγυρτεύανε οι στάλες του Θεού
στ’ απόβροχο τα θάματα μας παίρνανε το νου
κοντά παντελονάκια, τιραντούλες και φωνές
αφήναν στο πετρόστρωτο ασπρόμαυρες μπαλιές
Πεντόβολα αράζαν στα παρτέρια, στις αυλές
απλώναμε χοχλιούς κι ήταν οι άμαχες στρατιές
ουράνιο τόξο στόχευε κουρσάρους, πειρατές
ψωμί, ζάχαρη λιώνανε στο στόμα οι νικητές
Εσύ γουλί, με ένα φιόγκο εγώ πορτοκαλή
τυλίγαμε μ’ ένα σεντόνι πάνω στη σιωπή
τη μοναξιά και κάτι κουρελιάρικα κουκλιά
κι ήταν τ’ απόβροχο νωπά που μύριζε φιλιά
Ρεφρέν
Εγώ θα ζευγαρώσω με τ’ απόβροχο ξανά πληρώνω τη δροσιά απ’ τα φιλιά πανάκριβα θ’ αφήσω στο παγκάκι την ομπρέλα μοναχή εσύ ξέρω πως έφυγες μα όχι κι η βροχή.
Το 1968 ο Μάνος Χατζιδάκις που ζει στην Νέα Υόρκη, γράφει και εκδίδει το έργο REFLECTIONS (έργο 26, 1969). Ένα κύκλο δέκα τραγουδιών, σε αγγλικούς στίχους του συγκροτήματος New York Rock & Roll Ensemble, το οποίο και ερμήνευε τα τραγούδια.
Εικοσιπέντε χρόνια μετά, το έργο ηχογραφείται και πάλι, αυτή τη φορά με νέα ενορχήστρωση, με τους ελληνικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου (σ’ ένα τραγούδι οι στίχοι είναι της Αγαθής Δημητρούκα) και με ερμηνεύτρια, την εξαιρετική Αλίκη Καγιαλόγλου.
Σε δύο από τα τραγούδια συμμετέχει και ο συνθέτης.
Ο Χατζιδάκις δεν ασχολήθηκε ποτέ με θεωρίες περί ελληνικότητας ή επικαιρότητας ενός έργου. Γι αυτό, όπως λέει κι ο ίδιος: Τα REFLECTIONS με την φόρτιση των ελληνικών στίχων του Γκάτσου έγιναν σαν τα πολλά πρόσωπα μιας γυναίκας. Μιας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι κι ένας νέος άντρας μέσα στην επαναστατημένη ατμόσφαιρα αμφισβήτησης που χαρακτήριζε τη Νέα Υόρκη του ΄68. Έγιναν οι αντικατοπτρισμοί της πόλης και των νέων ανθρώπων της και απαιτούσαν πολυεδρική ερμηνεία γυναίκας με διαφορετικές φωνές, με αντιδράσεις με όψεις σπασμένες μέσα σε κρύσταλλα…
Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1993 και σε CD. Δεύτερη έκδοση (2001): CD (Σείριος: SMH 93 001).
Περιμπανού τη λέγαν τα παιδιά, Περιμπανού
κι ήτανε δεκαπέντε χρονών
Έγραφε τ’ όνομά της στον καθρέφτη τ’ ουρανού
μ’ ενός πνιγμένου γλάρου φτερό
Μα της ζωής το κύμα το παράφορο
σάρωσε βάρκες και κουπιά
Και στο μεγάλο κόσμο τον αδιάφορο
ποιος τη θυμάται τώρα πια
Περιμπανού την έλεγα κι εγώ, Περιμπανού
κι ας μη με είχε ακούσει κανείς
Έμοιαζε με κοχύλι στο βυθό του αυγερινού
προτού καρδιά μου πέτρα γενείς
Μα της ζωής το κύμα το παράφορο
σάρωσε βάρκες και κουπιά
Και στο μεγάλο κόσμο τον αδιάφορο
ποιος τη θυμάται τώρα πια
Μουσική – Ερμηνεία: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Από την ταινία του Κώστα Φέρρη “Ρεμπέτικο” (1983)
Το πρακτορείο
θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές
Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο
πιο πίσω ’γω κι εσύ μπροστά
σα βραδινό λεωφορείο
που `χει τα φώτα του σβηστά
για μας ο κόσμος δεν τελειώνει
για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι
δε θα μας βγάλει πουθενά
Το πρακτορείο
θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές
Άντρα και γείτονα και φίλε
στη φτώχεια και στην προσφυγιά
μια παγωμένη σπίθα στείλε
να σου την κάνω πυρκαγιά
Κι αν δεν καείς έλα κατόπι
που δε θα μείνει πια κανείς
για να γίνουμε πάλι ανθρώποι
στο κήπο της Γεθσημανής