Tag Archives: ΤΕΧΝΕΣ: ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του κυρίου

.
Ένα βράδυ, λίγο πριν από τις εννέα, αποφάσισε πως να τον περιμένει έξω, στο κατώφλι, ήταν δουλοπρεπές. Ναι, θα πήγαινε απλούστατα να του ανοίξει την πόρτα, όταν θα έφθανε, αλλά χωρίς τρεχάλες, ήρεμα και με βαθιές ανάσες, ώστε να μην ξεχνάει ποια ήταν, θα τον περνούσε με αξιοπρέπεια στο σαλόνι.
Εκεί, conversation, κατόπιν πρόταση για ένα φλιτζάνι τσάι. Μια καλή ιδέα θα ήταν να τα είχε ήδη όλα έτοιμα στο σαλόνι, ώστε να μη χρειαζόταν να του εμφανίζεται σε στάση καμαριέρας, κουβαλώντας δίσκους .Ναι, όλα εκεί, τσαγερό με το παλτουδάκι του, φλιτζάνια, γάλα, λεμόνι.
Οπότε, στην κατάλληλη στιγμή, θα σηκωνόταν, θα σερβίριζε το τσάι αργά, θα τον ρωτούσε με ευγένεια αν ήθελε γάλα ή λεμόνι.
Δοκιμή. Γάλα ή λεμόνι; Όχι, ερώτηση αποτυχημένη, υπερβολικά ενεργητική, προτεστάντισσα πρόσκοπος. Νέα δοκιμή. Γάλα ή λεμόνι; Nαι, έτσι ήταν καλύτερα. Αξιαγάπητη αλλά ανεξάρτητη.
Όρμησε, όταν χτύπησε το κουδούνι. Αλλά, όταν έφτασε στο βεστιάριο, έκανε μεταβολή. Είχε σκουπίσει καλά την πούδρα; Επέστρεψε στο σαλόνι, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, κοιτάζοντας δίχως να βλέπει. Το αίμα βούιζε στ’ αυτιά της, τελικά το αποφάσισε, έτρεξε, παρά λίγο να πέσει, άνοιξε την πόρτα. Πώς είσθε; τον ρώτησε με φυσικότητα τραγουδιστή όπερας που παίζει πρόζα.
.
.
Αναπνέοντας με δυσκολία, προχώρησε πρώτη. Μ’ ένα ακούνητο χαμόγελο πάνω στα χείλη της, του έδειξε μια πολυθρόνα, κάθισε με τη σειρά της, κατέβασε σεμνά τη φούστα της, περίμενε. Άραγε γιατί δεν της μιλούσε; Μήπως δεν του είχε αρέσει; Μπορεί να είχανε μείνει πούδρες.Έφερε το χέρι της στη μύτη της, ένιωθε στερημένη από γοητεία. Να μιλούσε; Η φωνή της θα έβγαινε βραχνή και, αν την καθάριζε τώρα, θα έκανε έναν φοβερό θόρυβο. Δεν υποψιαζόταν ότι αυτός λάτρευε την αδεξιότητά της και έμενε σιωπηλός, για να την κάνει να διαρκέσει.
Με τρεμάμενα χείλη, του πρότεινε ένα φλιτζάνι τσάι. Δέχτηκε με απάθεια. Χωρίς φυσικότητα, με φλογισμένα μάγουλα, έχυσε το τσάι στο τραπεζάκι, στα πιατάκια, και ως μέσα στα φλιτζάνια, ζήτησε συγγνώμην, του έτεινε κατόπιν με το ένα χέρι τη γαλατιέρα και με το άλλο τις ροδέλες του λεμονιού. Γάλα ή λερώνει; τον ρώτησε. Του ξέφυγε ένα γέλιο, και τόλμησε να τον κοιτάξει. Χαμογέλασε και της άπλωσε τα χέρια.
Τα πήρε, και λύγισε τα γόνατα μπροστά της. Από έμπνευση, λύγισε το γόνατο μπροστά του, και τόσο λεπτά που αναποδογύρισε την τσαγιέρα, τα φλιτζάνια, τη γαλατιέρα και όλες τις ροδέλες του λεμονιού. Γονατισμένοι, χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον, με εκτυφλωτικά δόντια, δόντια της νιότης. Γονατισμένοι, ήταν γελοίοι, ήταν περήφανοι και ωραίοι, και ήταν υπέροχη η ζωή.
Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του Κυρίου, κεφ. 45, σελ. 366-367, μτφρ: I. Xατζηνικολή, εκδόσεις Χατζηνικολή, 1990
Φωτό: Carmen dell’ Orefice, Rodney Smith, Christopher Lowel, Sarah Moon, Thomas Barbey, Wayne F. Miller
.
Φωτό: Claude Tolmer

Για την τιμή των όπλων το τραγούδι του Ξυδάκη. Η Αθήνα αλλάζει και ο Καλυβιώτης δεν έχει πλέον την παλιά του αίγλη, προς μεγάλη μου έκπληξη, τουλάχιστον ο Καλυβιώτης της Ερμού, που επισκέφτηκα αυτές τις μέρες. Η περιοχή στην πλατεία της Αγίας Ειρήνης εξακολουθεί να κρατά τα σκήπτρα… επιμένει ακόμη και στα υφάσματα από κασμίρια.
Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα
Σήμερα το βράδυ έδειξαν για δεύτερη φορά στην τηλεόραση την εκπομπή για το χορό Καρουάνα, που κάνει θραύση στην Αμερική. Μίλησαν χορογράφοι, κοινωνιολόγοι, δύο καθηγητές από το Χάρβαρντ, δημοσιογράφοι. Έγινε προσπάθεια να αναλυθεί το βάθος του φαινομένου, που φαίνεται ότι έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Αυτός ο χορός βρίσκει ιδιαίτερη ανταπόκριση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από τα πάρτι γενεθλίων των έγχρωμων μαθητών του δημοτικού, στα γκέτο του Χάρλεμ, έως τα πάρτι των κοσμικών στο Λονγκ Άιλαντ. (…) Ξέρω πως ελάχιστοι από εσάς θα με πιστέψουν. Οι περισσότεροι θα με πάρουν για ανισόρροπο. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται μόνον εγώ ξέρω το μυστικό της γέννησης του φαινομένου Καραουάνα.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο χορός επινοήθηκε από έναν Ιάπωνα σχεδιαστή κόμικ μάνγκα. Άλλοι λένε πως η γέννησή του πρέπει ν’ αναζητηθεί στο τελετουργικό μιας φυλής αυτοχθόνων του Αμαζονίου, για τους οποίους ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι αποτελεί παραλλαγή του tremens delirium που έπαθε ο Σαντάμ, όταν μέσα στο κελί του οι φύλακες τον υποχρέωσαν να καταπιεί μια μικροκάμερα, και έπειτα να παρακολουθήσει με μόνιτορ πώς φαίνονται οι δεκάδες γκλοπιές στην κοιλιακή του χώρα. Αναρωτιέμαι πόσες ανοησίες θα ειπωθούν ακόμα. Η αλήθεια είναι ότι ο χορός γεννήθηκε εδώ στην Ελλάδα. Και ο πρώτος διδάξας δεν ήταν χορευτής, αλλά ένας μαθητής της πρώτης γυμνασίου, ονόματι Γιωργάκης Καραουάνας.Την ιστορία μού τη διηγήθηκε ένας συνταξιούχος δάσκαλος, ο Χαράλαμπος Πασβάντης. (…)
Το 1900 δίδασκε σ’ ένα χωριό της Πάρου. Ο καιρός περνούσε δύσκολα. Μόλις και μετά βίας συγκρατούσε τα νεύρα του, τα οποία συστηματικά δοκίμαζε ο μαθητής της πέμπτης τάξης, Γιωργάκης Καραουάνας. Ο Καραουάνας ήταν ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες και αντικοινωνική συμπεριφορά. (…) Αρεσκόταν, για παράδειγμα, να σηκώνεται απροειδοποίητα, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, και να ζωγραφίζει σκουλήκια στον πίνακα.
Όταν ο Πασβάντης τον ρωτούσε τι κάνει εκεί, και γιατί δεν πήρε άδεια να σηκωθεί, ο Καρουάνας τον ρωτούσε τι όνομα έπρεπε να δώσει στο σκουλήκι του. Ο Πασβάντης δεν άντεχε άλλο. Μια μέρα, μετά το διάλειμμα, πριν μπουν τ’ άλλα παιδιά, μπαίνει στην τάξη και αντικρίζει ένα θέαμα που του ανέβασε το αίμα στο κεφάλι. Ο Καραουάνας είχε ζωγραφίσει σε όλον τον πίνακα σκουλήκια, και, μάλιστα, είχε επεκτείνει τη ζωγραφιά του και στον διπλανό τοίχο. Ο Πασβάντης άφησε, τρέμοντας, την νάιλον τσάντα του στην έδρα. Μόλις είχε περάσει από τον μπακάλη και είχε ψωνίσει ενάμισι κιλό ροκφόρ. (…) Kανένα αντικείμενο δεν ήταν ικανό να τον βοηθήσει να εκτονώσει την οργή του. Και τότε κοίταξε την τσάντα με το ροκφόρ. Μια τρελή σκέψη τον συνεπήρε.
Γύρισε και κοίταξε κατάματα τον μαθητή του. Ο Καραουάνας, αφοπλιστικά αφελής, τον ρώτησε, δείχνοντάς του ένα σκουλήκι: — Πώς να το ονομάσω αυτό, κύριε; O Πασβάντης, βγάζοντας έξω το τυρί, απάντησε απειλητικά: — Xλαπάκιασέ το ή, αλλιώς, χόρεψε καλά.
Την εναλλακτική λύση, όπως μου εκμυστηρεύτητκε, την πρόσφερε, γιατί του φάνηκε πολύ σκληρή η τιμωρία για το μαθητή του. Ο Καραουάνας στραβοκατάπιε, κοιτάζοντας το ροκφόρ. Πώς να το φάει όλο αυτό το κομμάτι στα καλά καθούμενα, και μάλιστα χωρίς ένα κομματάκι ψωμί, όπως συνήθιζε να του βάζει η μάνα του όταν έφευγε για το σχολείο. Κοίταξε το δάσκαλό του και μετά άρχισε να χορεύει.Ο Πασβάντης δεν πίστευε στα μάτια του. Βρέθηκε άφωνος να παρακολουθεί, αρχικά, ένα άτεχνο κρεσέντο κινήσεων, που απείχαν πολύ απ’ αυτό που ο κόσμος ονομάζει χορό. (…) Η κινητική δραστηριότητα του Καραουάνα μετουσιωνόταν σε κραυγή χορευτικής υπαρξιακής αγωνίας. (…) Σαστισμένος και συγκινημένος ο Πασβάντης άρχισε να χειροκροτεί. Δεν είχε προσέξει ότι, κατά τη διάρκεια αυτού του πρωτότυπου χορευτικού, τα υπόλοιπα παιδιά είχαν στριμωχτεί στην πόρτα και κοιτούσαν σιωπηλά. Όταν είδαν τον δάσκαλό τους να χειροκροτάει, άρχισαν κι αυτά να κάνουν το ίδιο. Η φασαρία που ερχόταν από τον δεύτερο όροφο, ανάγκασε το διευθυντή να βγει από το γραφείο του. Όταν μπήκε στην τάξη αντίκρισε ένα πρωτόγνωρο θέαμα.
Οι τοίχοι ήταν ζωγραφισμένοι με σκουλήκια. Στην έδρα υπήρχε ένα μεγάλο κομμάτι ροκφόρ. Ο Καραουάνας χόρευε έναν τρελό νευρόσπαστο χορό, χωρίς μουσική υπόκρουση, και ο δάσκαλος μαζί με τους μαθητές χειροκροτούσαν σε έξαλλη κατάσταση. Αμέσως ο διευθυντής τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε ότι χρειαζόταν αναρρωτική άδεια. Τον έστειλε άρον άρον στην Αθήνα. (…)
Iσχυρίστηκε ότι, προφανώς, ο χορός διαδόθηκε από παιδί σε παιδί σε όλο το νησί, και έπειτα στα παιδιά των Άγγλων και των Αμερικανών τουριστών που παραθέριζαν το καλοκαίρι στην Πάρο. Κάπως έτσι πρέπει να μεταφέρθηκε στην Αμερική. Ύστερα με κοίταξε ευχαριστημένος. Πρόσεξα τα ροζιασμένα χέρια του, που έτρεμαν από χαρά και συγκίνηση. (…)
Δεν ξέρω αν το πιστεύω. Μου αρέσει, όμως, μερικές φορές να φέρνω στο νου την εικόνα του ακούραστου παιδαγωγού και αγωνιστή στην κουνιστή του πολυθρόνα, να θυμάται με συγκίνηση τον μικρό Καραουάνα. Να σκέφτεται, χαϊδεύοντας τις ολάνθιστες τριανταφυλλιές, πως, κάθε παιδί, ακόμα και το πιο δύσκολο, είναι σαν άνθος που θέλει φρέσκο χώμα και νερό για ν’ ανθίσει. Και ύστερα, σέρνοντας τα βήματά του στο υπνοδωμάτιο, να πέφτει στο κρεβάτι και να φαντάζεται ότι όλος ο πλανήτης χορεύει Καραουάνα.
Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα (O χορός του Καραουάνα), σελ. 27-34, αποσπασματικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007
Φωτό: Ilse Bing, Piergiorgio Branzi, Grete Stern, August Sander, Andy Prokh













