Tag Archives: Ξένη ποίηση
Βάσκο Πόπα, To υπερφίαλο λάθος
Ήταν κάποτε ένα λάθος
Το ίδιο δεν ήθελε τον εαυτό του
Και τι δεν σοφίστηκε
Σοφίστηκε τον χώρο
Όλα όσα σοφίστηκε
Βάσκο Πόπα, Μετά το παιχνίδι

Τέλος τα χέρια κάνουν να πιάσουν το στομάχι
Μη σκάσει το στομάχι από τα γέλια
Όπου άφαντο το στομάχι
Το ’να το χέρι υψώνεται με χίλια ζόρια
Από το μέτωπο τον κρύο ιδρώτα να σκουπίσει
Πάει και το μέτωπο
Το άλλο το χέρι τραβάει για την καρδιά
Να μην ξετιναχτεί η καρδιά απ’ τα στήθια
Πάει κι η καρδιά
Πέφτουν τα χέρια και τα δύο
Πέφτουνε ράθυμα στα γόνατα
Παν και τα γόνατα
Πάνω στη μια παλάμη τώρα βρέχει
Από τη δεύτερη χορτάρι μεγαλώνει
Μην τα ρωτάς
1954
Βάσκο Πόπα, Ποιήματα, Μτφρ.: Έλλη Σκοπετέα, Τα παιχνίδια (Μετά το παιχνίδι), σελ. 32, (Από τη συλλογή
Ο αγρυπνόκαμπος), Εκδόσεις Κέδρος, 1979
Φωτό: Michico Kon
——————————————————————————————————————————————————–
Βάσκο Πόπα, Κυνηγητό

Κάποιοι δαγκώνουν κάποιους
Τους κόβουν χέρι ή πόδι ή οτιδήποτεΣτα δόντια το κρατάνε
Τρέχουνε έξαλλοι
Το θάβουνε στη γηΞεχύνονται οι άλλοι παντού
Οσφραίνονται ψάχνουν οσφραίνονται ψάχνουν
Όλη τη γη ξεσκάβουνΑν βρουν οι τυχεροί το χέρι τους
Είτε το πόδι τους είτε το οτιδήποτε
Είναι η σειρά τους να δαγκώσουνΤο παιχνίδι συνεχίζεται ζωηρά
Όσο υπάρχουν χέρια
Όσο υπάρχουν πόδια
Όσο υπάρχει οτιδήποτε
Βάσκο Πόπα, Ποιήματα, Μτφρ.: Έλλη Σκοπετέα, Τα παιχνίδια (Κυνηγητό), σελ. 27, (Από τη συλλογή
Ο αγρυπνόκαμπος, Εκδόσεις Κέδρος, 1979
Φωτό: Sarah Moon
———-
Βάσκο Πόπα, Του ιχνευτή
Κάποιος μπαίνει δίχως να χτυπήσει
Μπαίνει σε κάποιου το ’να αυτί
Και του βγαίνει απ’ τ’ άλλο
Μπαίνει με βήμα σπίρτου
Βήμα αναμμένου σπίρτου
Μες στο κεφάλι γυρνοβολάει Είν’ ο μάγκας
Κάποιος μπαίνει δίχως να χτυπήσει
Μπαίνει σε κάποιου το ’να αυτί
Και δεν του βγαίνει απ’ τ’ άλλο
Αυτός κάηκε
Βάσκο Πόπα, Ποιήματα, Μτφρ.: Έλλη Σκοπετέα, Τα παιχνίδια (Του ιχνευτή), σελ. 30, Από τη συλλογή
Ο αγρυπνόκαμπος, Εκδόσεις Κέδρος, 1979
Φωτό: Eduard Boubat
Durs Grünbein, Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία
Le bon sens
«O υγιής νους είναι το πιο καλά μοιρασμένο πράγμα στον κόσμο…»
«Nαι, ναι. Όχι, όχι. Δεν έχετε συχνά παραπονεθεί για το πόσο
γρήγορα ανατρέπονται οι καταστάσεις; Κάθε πράγμα μάς δείχνει,
εφόσον παρατηρηθεί αρκετά, την πίσω του πλευρά.
Όποιος την αλήθεια λέει ξεγελά μόνο τον εαυτό του».
«Πόσο χαριτωμένη πραγματικά
ακούγεται, όταν τραγουδά,
η αμφιβολία. Κι όμως –μετά από κάθε α λ λ ά ακολουθεί ένα μικρό
δ ι ό τ ι… Τι μας λέει ο κανόνας νούμερο έξι;» «Ποτέ μη λες ποτέ».
«Kαι γιατί αυτό;» «Επειδή δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αυτό
που ξεφεύγει απ’ το βλέμμα, που αγκυλώνει στη θεωρία.
Διότι είμαστε προσωρινοί, κύριε». «To έπιασες».
( …)
Durs Grünbein, Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία, σελ. 33, Μτφρ. : Γ. Λίλλης, Θ. Πούτας,
Εκδόσεις Κέδρος, 2007
Πίνακες: John Dempcy
Anna Akhmatova, You Thought I Was That Type

You thought I was that type:
that you could forget me,
and that I’d plead and weep and throw myself
under the hooves of a bay mare,
or that I’d ask the sorcerers
for some magic potion made from roots
and send you a terrible gift:
my precious perfumed handkerchief.
Damn you! I will not grant
your cursed soul vicarious tears or a single glance.
And I swear to you by the garden of the angels,
I swear by the miracle-working ikon,
and by the fire and smoke of our nights:
I will never come back to you.
Translated by Richard McKane
Φωτό: Anna Akhmatova (1889-1966)
http://ybsapj.wordpress.com/2011/04/11/anna-akhmatova-voice-of-the-people/
Iβάν Γκολ, Μαλαισιακά τραγούδια
16
Όταν το ηφαίστειο με ανασηκωμένα τα χείλια
φτύνει αίμα
αναταράζει τη γη
καίει τα δάση
εξολοθρεύει τα πουλιά
και τρώει τον ήλιο
δε φοβάμαι
φοβάμαι
όταν τα σφιγμένα χείλη σου
σωπαίνουν
28
Έλεγα ότι είσαι ο ήλιος που κάνει ν’ αστράφτουν
τα ροδόδεντρα
Έλεγα ότι είσαι το πέτρινο άγαλμα που ορίζει την πορεία
των ημερών
Έλεγα ότι είσαι ο ολόλαμπρος βασιλιάς που θνητός δεν
τολμά να ζυγώσει
Μα όταν με το σιντεφένιο μου δάχτυλο
άγγιξ’ ανάλαφρα τον περήφανο ώμο σου
έγινες ένα πολύ πολύ μικρό αγόρι
Iβάν Γκολ, Μαλαισιακά τραγούδια, σελ. 39, 63,Μτφρ. : E. X. Γονατάς, Εκδόσεις Στιγμή, 2002
Φωτό : Ergy Landau, Mario Algaze
Τσεζάρε Παβέζε, Ο θάνατος θά ’ρθει

.
.
Ο θάνατος θά ’ρθει και θά ’χει τα μάτια σου —
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ’ το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θά ’ναι μια άδεια λέξη,
κραυγή που έσβησε, σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θά ’ρθει και θά ’χει τα μάτια σου.
Θά ’ ναι σαν ν’ αφήνεις μια συνήθεια,
σαν ν’ αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.
Μετάφραση: Σωτήρης Τριβιζάς
Φωτό: Roudolf Koppitz
.
.






