RSS

Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας

Κοιτάζω τα λιβάδια της κόκκινης τουλίπας. Και τότε θυμάμαι. «Ρε συ, εδώ είχαμε έρθει εκδρομή με το σχολείο. Θυμάσαι;» «Ναι, ρε. Στη Δευτέρα Γυμνασίου». «Μόνο που το οροπέδιο τώρα καλλιεργείται». «Για δες κηπευτικά!» «Και λιόδεντρα!» «Και τα αυτοκίνητα εξαφανισμένα!» «Τι καλά!» «Δεν καθόμαστε κάτω από εκείνη την ελιά;»  «Μου κόπηκε η ανάσα». «Το ίδιο χώμα».

Στον ίσκιο της φουντωτής ελιάς δροσίζεται μια ηλικιωμένη γυναίκα. Μας χαιρετάει. Μας πιάνει την κουβέντα. Ο φίλος μου αναπηδάει όταν ακούει το όνομά της: Καλή Καλονατοπούλα, χήρα του μακαρίτη Αντρουλή Ασπρέα. Την κοιτάει με δέος. Η γυναίκα που θα μας βοηθήσει στο ταξίδι είναι δίπλα μας. Όπως ακριβώς μας υποσχέθηκε η γιαγιά του. Δεν άργησε να μας βρει.

Ο γιος της είναι μακριά, στο Ρέθυμνο, δουλεύει στον καινούριο φούρνο στη Μεγάλη Πόρτα, λαβοράντε, λέει με καμάρι, στου μαΐστρου Γιακουμή. Είχε μαθητεύσει δίπλα του τέσσερα χρόνια, και τώρα φτιάχνει παξιμάδια για τον ενετικό στόλο. Και κάθε τόσο τρέχει να δει τον θείο του, τον παπα-Δημήτρη τον Ασπρέα, που μένει στην Καρέα. Απλώνει τα δυο της χέρια στον ουρανό και καλεί νεκρούς και ζωντανούς. Μας λέει, ενώ ξεβοτανίζει ένα κομμάτι κηποχώραφο, πως, όταν πέθανε ο άντρας της, την έδιωξε ο αδελφός του. Κι έτσι γύρισε ξανά στον τόπο της, και είναι, όπως παλιά, στη δούλεψη της μεγαλόπρεπης εξαδέλφης του άρχοντα Ματθαίου Καλλέργη, στην έπαυλή του στον Μέρωνα, δίπλα στον λαμπρό ναό της Παναγίας, που ανήκει από παλιά στην ένδοξη οικογένεια. Στο στόμα της έχει μόνο τρία δόντια.  

Όταν αρχίσουν να στεγνώνουν τα κηποχώραφα απ’ τις βροχές, ανηφορίζουν οι χωρικοί στης Γιους τον Κάμπο για να καλλιεργήσουν. Άνοιξη καλοκαίρι, μια εποχή, σπορά και θερισμός, γονατισμένοι στο εύφορο χώμα στρέφουν το βλέμμα μ’ ευγνωμοσύνη στον ανέφελο ουρανό. Πηγαινοέρχονται με τα μουλάρια στα χωριά. Κάποιοι μένουν στον κάμπο, το βράδυ πλαγιάζουν σε πρόχειρες στρωμνές.

Οι γυναίκες κάθονται χάμω στη γη. Λύνουν τα κεφαλομάντηλα, λιγάκι να ανασάνουν, σπάζουνε τα κριθαροκούλουρα στη μέση. Τα βουτούν σε μια κούπα νερό. Γεμίζουν τις χούφτες μας με μαύρες ελιές. Καθισμένοι στον ελαιώνα, στη σκιά των αιωνόβιων δένδρων κοιτάμε τον ήλιο που δύει. Περίκλειστη από τους μαβιούς ορεινούς όγκους και τους χαμηλότερους λόφους απλώνεται η κοιλάδα του Αμαρίου με τα πολλά ρυάκια της και τα ποτάμια, τον Σμιλιανό και τον Γενιανό, που ύστερα γίνεται Λυγιώτης. Κι οι δύο συμβάλλουν στον ποταμό Πλατύ, τον αρχαίο Ηλέκτρα, Άγιο Γαλήνη τον είπε η Καλή. Πίσω από τις μενεξεδιές κορυφές του Σιδέροντα μαντεύουμε της θάλασσας την αέναη κίνηση. Το θέαμα του σούρουπου που έρχεται μας συγκλονίζει. Ο ουρανός είναι ένα λιβάδι με φλογερές τουλίπες που όσο πάει και σκοτεινιάζει.

«Πρέπει να βγήκαμε στον Μάη, αλλιώς δεν θα ’ταν ανθισμένα τα ορεινά λιβάδια», λέει ο Αγγελής και γέρνει στον ώμο μου να κοιμηθεί, κι εγώ του ψιθυρίζω:
     «Τη νύχτα, όταν δεν βλέπουμε, λέει η μάνα μου, ανάβουμε ένα φως για τον εαυτό μας… Γιατί πώς αλλιώς θα δούμε όνειρα; Περιπλανιόμαστε μέσα στη νύχτα ανάβοντας φωτιές».
   Ο Αγγελής τυλίγεται με την κάπα του και μουρμουρίζει:
   «Τότε κράτα ζωντανή τη φωτιά. Να ονειρευτούμε κι αυτό το βράδυ!»
   «Τρέμω μη δω πάλι κανέναν εφιάλτη», του λέω και κλείνω τα μάτια.

Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας, σ. 60-62, Περισπωμένη, 2021

Πίνακας: Stanley Spencer

 

Σταύρος Σταμπόγλης, Πέμπτη μεσάνυχτα

.

ε΄

Η νύχτα λαδώνει τις κλειδώσεις∙ οινοπνεύματα,

μουσική  διαπασών, να μην ακούγεται το τρίξιμο

της μέρας, κορμιά, έπιπλα, ημίφως, οι κοφτερές σκιές∙

γερμανικός εξπρεσιονισμός τα πίνει αντάμα με τα σωθικά

της πόλης∙ η ερημιά μέσα στο πλήθος.

Ο Λόγος των Αθηνών∙ αποχρώσεις Διονύσιου Σολωμού∙

οι ανεξίτηλες έλεγαν, ακόμα και στην παραμόρφωση,

των  εφησυχασμών ας γελάσω. Μια ποίηση δόξα

φυλακισμένη πλέον∙ ρήτορες, πανεπιστήμια,

ναοί, τόσα εντομοκτόνα.

Δεν επαρκούν οι εθνικοί ήρωες τώρα να ψυχανεμιστείς

το μέλλον των λέξεων καθώς μετασχηματίζονται  κλάδοι

άυλων αρχείων και συνωμοσίες πρωτοκόλλου.

Αρνούμαι να λιώσω στις οξειδώσεις μιας θεραπευτικής 

στέρησης∙ προτιμώ τη σβουνιά του τσιγάρου και  της

μπύρας, όπου οι πίντες μετρούν αποστάσεις εν σιγή

ασυρμάτου∙ μοιρολόι οινοπνεύματος  έδαφος

δοκιμασμένο ∙ οι συνήθεις πλημμυροπαθείς.

Η πίστη μου τώρα δα  δεν είναι αιχμηρή∙ ποικιλία

κονιάκ τη στομώνει τριάντα ευρώ οι τρεις γουλιές

θανάτου. Ο θάνατος∙ τρεις

σε μεθυσμένη θάλασσα απλωτές.

Σταύρος Σταμπόγλης, Πέμπτη μεσάνυχτα,από τη συλλογή 13 μπαλάντες του bar, εκδόσεις Κουκκίδα, 2021

Πίνακας: Elfriede Lohse-Wächtler

 

Βασίλης Λαλιώτης, Γαλάζια περίοδος

.

Καθισμένος στη λεκάνη της τουαλέτας μου

το διακοσίων ετών κατόρθωμα του νεοέλληνα

με τα τιμωρημένα βιβλία των ποιητών

στο τραπεζάκι απέναντι βλέπω

ένα ποτάμι γαλανό και περιμένω

να κατεβάσει τα κομμένα κεφάλια των εχθρών

γιατί εχθρούς δεν έχω μα με έχουνε αυτοί

που αντιστέκομαι σ’ αυτό που κιόλας

και όχι μια φορά τους σύντριψε.

Βασίλης Λαλιώτης, από τη συλλογή Γαλάζια περίοδος, Ενδυμίων 2021

Photo: Henri Cartier Bresson

 

Kλεοπάτρα Λυμπέρη, Το χρονικό

.

Στην αρχή, ο γκρεμός· η μητέρα· ο πατέρας· η αδελφή·

η μητέρα της μητέρας βαφτισμένη στη μεγάλη κολυμπήθρα

του Σιλωάμ. (Στην αρχή η λέξη οικογένεια.)

Το σκυλί δεμένο στην αφωνία· το σκυλί λυμένο· το

σκυλί να γαυγίζει τους αστέρες στο χαλί του σαλονιού· 

τους λαμπτήρες της τρέλας. Τα φωνήεντα ήταν

πάντα  πολεμικές ιαχές – σπαθιές (ρομφαίες;)

Όλα έμοιαζαν σαν μια άλλη ονομασία του πόνου. Όταν

το σώμα του πατέρα έμπαινε στο σώμα  της μητέρας

εύρισκε στην υπάρχουσα κατοικία επελάσεις  μαύρων

κυριών σε χαπάκια βερονάλ

(ως γνωστόν

τρέλα είναι η ανάποδη φύση της αρμονίας που

χρειάζεται να συμπληρωθεί). 

Παλιές ιστορίες.

Τω καιρώ εκείνω, μία των ημερών του Σαββάτου

                

φανερώθηκα σε όλη μου τη δόξα· (ως επιδιορθωτής·

ήταν έργο μεγάλο – δεν θα το αποκαλύψω).  Η Κλεοπάτρα

είχε συντριβεί από το βαρύ κιονόκρανο της λύπης

όμως ο επιδιορθωτής έφτιαξα μέσα της το λιβάδι και το

αρνί που βελάζει και πολλά άλλα σχέδια και ηχητικές

αναθεωρήσεις, με σφυριά του απείρου με πρόκες-λέξεις

με διέσεις-υφέσεις, με τη βασική κλίμακα του ντο

(όχι, δεν θα τα αποκαλύψω).

Σε αυτό το μέρος τώρα τρέχουν ποιήματα και σκυλιά

και ο «Ευαγγελισμός» του Fra Angelico, πέφτει

μέσα εκεί εξακολουθητικά· εκεί

το Όλον φωνάζει με πολύ ιδιωτικό στόμα αλλά

μην πλανάσαι, διόλου δεν ιδιωτεύει. […]

.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Το χρονικό από τη συλλογή Το δεν είμαι ακόμα

προσεχώς από τις εκδόσεις Ίκαρος

Πίνακας: Fra Angelico, O Ευαγγελισμός

 

Σταύρος Σταμπόγλης, Τρίτη απόδειπνο, στεγνός ακόμα∙ σχεδόν

.

β΄

Έτσι είναι η μοναξιά∙ έτσι κι η ελπίδα. Τους φτάνει

να τα πίνουν μοναχές∙ αυτές κι οι  ήχοι από κυλιόμενη

ιρλανδέζικη μουσική και άλλες τυμπανοκρουσίες

της μαύρης ηπείρου. Για νησιά πρόκειται.

Και στην στέρεα γη ασφυξία βράχου και μυριάδες

πολυχρωμίες στην κεκαυμένη πλατεία, στην τζαμαρία

επάνω καρφωμένες, συμπιεσμένες, παχύρρευστη θάλασσα,

πικρό μέλι να λασπώνει το ποδόμακτρο της πόλεως, με

τις απελπισίες δραπετεύοντας ν’ αφοδεύουν άμμο

κι αλάτι και ληγμένα νερά εμφιάλωσης∙

το χωνεμένο όσπριο της γης. 

Η άρνηση να ξεδιψάσει η εποχή με γάργαρο νερό

προκαλεί την νοτισμένη  χοληστερίνη μου από μπουρμπόν,

βότκα, ουίσκι,  κονιάκ και τζιν, τόσα οινοπνεύματα

εισαγωγής, συχνά ημίαιμα  απ’ τη βαλκανική

ενδοχώρα∙ σωθικά που καίγονται.

Όπου  συνεργαζόμενες μητροπόλεις μ’ ορίζοντα θολό

προσεύχονται υπέρ αναπαύσεως των ψυχών και

άλλο παντεσπάνι ενοχής, θάβοντας.

Σταύρος Σταμπόγλης, Τρίτη απόδειπνο, στεγνός ακόμα∙ σχεδόν, από τη συλλογή 13 μπαλάντες του bar, εκδόσεις Κουκκίδα, 2021

Artwork: Duy Huynh

 

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ο χρυσός σκαραβαίος

.

Με βαριά καρδιά συνόδευσα το φίλο μου. Ξεκινήσαμε κατά τις τέσσερις· ο Λεγκράν, ο Δίας, ο σκύλος κι εγώ. Ο Δίας κουβαλούσε μαζί του το δρεπάνι και το τσαπί, επιμένοντας να τα κρατάει αυτός, περισσότερο από φόβο –όπως μου φάνηκε– να τα εμπιστευτεί στα χέρια του αφέντη του, παρά από υπερβολική εργατικότητα ή διάθεση εξυπηρέτησης. Το πείσμα του είχε κορυφωθεί κι αυτό το «καταραμένο ζουζούνι» ήσαν οι μόνες λέξεις που ξέφευγαν από τα χείλη του σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού.  Εγώ κρατούσα δύο συσκοτισμένα φανάρια, ενώ ο Λεγκράν περιοριζόταν αν έχει το σκαραβαίο, που τον μετέφερε γαντζωμένο στην άκρη ενός μαστιγίου, στριφογυρίζοντάς το μπρος πίσω, σαν ταχυδακτυλουργός. Όταν είδα αυτό το τελευταίο απτό δείγμα της παραφροσύνης του φίλου μου, μόλις που κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Πάντως, θεώρησα προτιμότερο να συμμορφωθώ με τη φαντασία του –τουλάχιστον προς το παρόν– ώσπου να μπορέσω να πάρω δραστικότερα μέτρα, με μια κάποια ελπίδα επιτυχίας. Στο μεταξύ, μάταια προσπάθησα να τον βολιδοσκοπήσω σχετικά με το αντικείμενο της εκστρατείας μας. Από τη στιγμή που πέτυχε να με καταφέρει να τον συνοδεύσω, φαινόταν απρόθυμος να συζητήσει οποιοδήποτε θέμα μικρότερης σημασίας, και αποκρινόταν σ’ όλες μου τις ερωτήσεις μ’ ένα «θα δούμε».

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ο χρυσός σκαραβαίος, μτφρ.: Π. Ακριβός, επιμέλεια: Αλέξανδρος Μωραΐτης  σελ. 42-43, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2004  

Artwork: Βrand Kunkle

 

Βασίλης Λαλιώτης, Ξέφωτο

.

Έκοψε ξύλα έφερε νερό

έμεινε μόνος με τι λέξεις

κι ένα ελάφι έκανε θάρρος

την πείνα του και κοίταζε.

Τα δέντρα έχουν ονόματα

που λέει το τσεκούρι που τα κόβει

και το χιόνι είναι βιβλίο περασμάτων

για όποιον ξέρει την αλφαβήτα του.

Θα νυχτώσει πάλι λοξά

κι αυτός που έρχεται θα κρυώνει.

Βασίλης Λαλιώτης, Ξέφωτο, από την ποιητική συλλογή Βορειοδυτικό πέρασμα, Ενδυμίων 2020

Πίνακας: Gustave Loiseau

 

Στέργιος Ντέρτσας, Ήλωση 

VI

Προσκυνητής  στα νεκροταφεία   των λαθών

που τα ‘λεγε πλούτη.

Ρόμβος ακλόνητος και πεισματάρης

στους παραληρηματικούς κύκλους της ζωής.

Υποτονθορύζοντας τη συσκότιση του τυχαίου

σχεδόν ως ευλογία

Υποδεχόμενος τους κόντρα ανέμους

με δάνειες  προσευχές και με ζεμπέκικα βαριά.

Παράχορδος τόσο πολύ καθώς κοιτούσε στα μάτια  το κακό

που ήθελες κατεπειγόντως να τον κάνεις  φίλο κι αδερφό.

Αν η τροχαλία της συνήθειας δεν τον κονιορτοποιούσε

κατακρημνίζοντάς τον αίφνης στο λεκιασμένο τεφτέρι

του μαυραγορίτη,

εάν η χαρακτική των χαρισμάτων του

δεν στρεφόταν με τέτοιο μένος  στο καθαρό του βλέμμα

ήταν βέβαιο πως θα γινόταν άγαλμα

που με χέρι απλωμένο παντοτινά

θα τάιζε τις  αγρύπνιες  μας ανελλιπώς.

Αγάπησε.

Αγάπησε πολύ, παντού κατάγματα.

Οι ιαχές του μοιραίου πάνω του

ουδέποτε εισπράξανε τον αντίλαλο τους

ως έξαλλο πανηγυρισμό.

Ετάφη ταυτόχρονα

σε πολλά γυναικεία σώματα

και στο μικρό κηπάκι του, των καχεκτικών ρόδων εραστής.

Πίνουν νερό στο όνομα του πλέον

όσοι  να τον  δικάσουν βιάστηκαν.

Όμως αυτός διψά ακόμη.

Ο ίσκιος του  τριγυρνάει στα ξέφραγα αμπέλια μας

και μας χλευάζει τρώγοντας τους ώριμους ροδίτες.

Της ευγένειας  ανήμερο θεριό.

.

.

VIII

Ωγυγία για λίγο, Ωγυγία για πάντα,  Φεδερίκο.

Η καρδιά σου χτυπάει παντού.

Ραγίζει  η δήθεν αντισεισμική σιωπή μας .

Κρεπάρει.

Φοβερός ο τρόπος της αγάπης σου.

Το ματωμένο σου πουκάμισο

υψώθηκε σαν φλόγα

κι έσβησε την κίτρινη βροχή – τη  λάσπη.

Κι ωστόσο πάλι δειλιάσαμε.

Τώρα περπατάς ανάμεσα στις λεύκες,

δεν εμπιστεύεσαι πια τις λέξεις,

η ποίηση σου είναι ετούτη η ομίχλη

που μιλάει με στεναγμούς,

το στόμα της που δεν έχει ηλικία

αλλά μαντεύει με ακρίβεια τις ηλικίες

ολονών μας.

Ο αέρας υπνοβατεί μαζί σου

ανάμεσα σε  άδειες κλεψύδρες.

Σε ψάχνουμε και θα σε ψάχνουμε για καιρό ακόμη

γιατί οι πρωτοχρονιές  των ποιημάτων σου

παιδεύουν το μόνο καθαρό κομμάτι της ζωής μας,

την αφέλεια μας,

και δεν μας αφήνουν να μάθουμε ποιοι είμαστε.

Η   φωνή σου κατέρχεται  στους γκρεμούς μας,

 όλες τις βεβαιότητες μας  υφαρπάζει ,

αφήνοντας όμως το χώμα νοτισμένο.

Εκεί βεβαίως θα ζητήσουμε να γίνει κάποτε η ταφή μας

όταν ο κίβδηλος οβολός  οριστικά μας καθυποτάξει

και μας κλέψει  την τελευταία ικμάδα της θέλησης μας.

Ωγυγία για λίγο, Ωγυγία για πάντα, Φεδερίκο.

Μας σβήνει αυτό που  δεν θελήσαμε να γράψουμε ποτέ

και καμία φορά βλέπουμε τα  όμορφά  σου χέρια

σαν καθαρά φτερά στις πλάτες της εικασίας.

Δεν μπορούμε να πάμε πουθενά, πάροχοι 

μιας  πικρής ειρωνείας δίχως καταναλωτές. 

Αιχμάλωτοι είμαστε   των παρενθέσεων

και  της παραλήγουσας ισοβίτες.

.

Στέργιος Ντέρτσας, από την ποιητική σύνθεση Ήλωση 

Αrtwork: Katherine Boland

.

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Η λέξη ποιητής

 

.

Ο ποιητής δεν είμαι προφήτης, είμαι η δόξα

  του πρωινού. (Είμαι; Παίζω στα ζάρια το «θα»

  σαν παις στους πεσσούς, ή όπως όταν σκάβεις ένα

  άστρο και τινάζονται από μέσα εξέχοντα ορυκτά.)

  Πάντα αθώο το μήλο όταν πέφτει – δεν ξέρει

  την κατάσταση της πτώσης από πριν.

  Ενώ ο ποιητής γνωρίζει τον θάνατο γι’ αυτό

  σκιρτά στις ενάρξεις.

,

  Κυλά στο πληκτρολόγιο το νυν το αεί ο

  ο αόριστος, ο τετελεσμένος μέλλων

  – το τετελεσμένο τιτίβισμα του πτηνού μου

  που πάντα με γλυτώνει από τον χρόνο.

  Σε αυτά τα απόκρημνα σκαλοπάτια

  από ρόδα κι αγκάθια, από άγρια χόρτα και ζώα,

  η χαρά φωνάζει: κράτα με να γίνω η πολυθρόνα,

  ο καναπές σου, η τηλεόραση, το χαλί, ο πολυέλαιος,

  η κουζίνα, η βρύση.

.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Η λέξη ποιητής, από τη συλλογή Το δεν είμαι ακόμη,

προσεχώς από τις εκδόσεις Ίκαρος

Φωτό: Robert Capa

 

Tags:

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Αμόλα

.

.

Στη θάλασσα κινάμε ξυπόλητο,

ξεπλένουμε το αλάτι με το λάστιχο της αυλής

και ζούμε τις πραγματικές ώρες της ζωής μας

(όλοι θα πεθάνουμε σε βαθιά προσχολική ηλικία)

ανεμίζοντας την τρύπια μας σημαία από σύμβολα

σαν βρακί αναγεννημένου παρθένου σώματος,

στο αμόλυντο και αχειραγώγητο μελτέμι.

.

Αμόλα ή θάνατος

.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Αμόλα, από την ποιητική συλλογή Λουτήρες, εκδόσεις Έναστρον, 2019

Πίνακας: Αlbert Marquet