RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Image

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος

«Σήμερα η μαμά πέθανε. Ή μπορεί χτες, δεν ξέρω».

Albert Camus (από τον «Ξένο»)

Πίνακας: Alan Macdonald

http://thestorygirlbookreviews.blogspot.be/2011/07/short-story-spotlight-wall-by-jean-paul.html

 

Tags: ,

Image

Eric Lax, Γούντυ Άλεν: Η βιογραφία μιας ιδιοφυΐας

«Κάποτε σκότωσα ένα ελάφι. Και το δένω πάνω στο φτερό του αυτοκινήτου μου και οδηγώ για να γυρίσω σπίτι μου από την εθνική οδό της Δυτικής Πλευράς. Αλλά αυτό που δεν είχα αντιληφθεί ήταν ότι η σφαίρα μου δε διαπέρασε το ελάφι. Του έγδαρε μόνο το κεφάλι, ρίχνοντάς το αναίσθητο. Και περνώ μέσα από το τούνελ Χόλαντ και το ελάφι συνέρχεται. Έτσι, βρίσκομαι να οδηγώ μ’ ένα ζωντανό ελάφι πάνω στο φτερό μου και το ελάφι βγάζει σήμα για στροφή. Και υπάρχει ένας νόμος στην πολιτεία της Νέας Υόρκης που απαγορεύει να οδηγάς μ’ ένα ελάφι που έχει τις αισθήσεις του πάνω στο φτερό σου, Τρίτες, Τετάρτες και Σάββατα. Και μ’ έχει πιάσει μεγάλος πανικός.

Και τότε μου έρχεται η ιδέα – κάποιοι φίλοι μου κάνουν ένα πάρτι μεταμφιεσμένων. Θα πάω. Θα πάρω και το ελάφι. Θα το παρατήσω στο πάρτι. Δε θα είναι πια δική μου ευθύνη. Έτσι πηγαίνω με το αυτοκίνητο στο πάρτι και χτυπάω την πόρτα. Το ελάφι στέκεται δίπλα μου. Ο οικοδεσπότης έρχεται στην πόρτα. Λέω: «Γεια σας, ξέρετε τους Σόλομον». Μπαίνουμε μέσα. Το ελάφι ανακατεύεται με τον κόσμο. Τα πήγε θαυμάσια. Είχε επιτυχίες. Κάποιος τύπος προσπαθούσε να του πουλήσει ασφάλειες επί μιάμιση ώρα.

Έρχονται τα μεσάνυχτα, δίνουν τα βραβεία για το καλύτερο κοστούμι της βραδιάς. Το πρώτο βραβείο το παίρνουν οι Μπέρκοβιτς, ένα παντρεμένο ζευγάρι που είναι ντυμένο σαν ελάφι. Το ελάφι παίρνει το δεύτερο βραβείο. Το ελάφι είναι έξω φρενών! Αυτό και οι Μπέρκοβιτς χτυπιούνται με τα κέρατά τους μέσα στο σαλόνι. Ρίχνουν ο ένας τον άλλον αναίσθητο.

Τώρα, σκέφτομαι, είναι η ευκαιρία μου. Αρπάζω το ελάφι, το δένω πάνω στο φτερό του αυτοκινήτου μου και τραβάω πίσω για το δάσος. Αλλά έχω πάρει τους Μπέρκοβιτς. Κι έτσι βρίσκομαι να οδηγώ με δυο Εβραίους πάνω στο φτερό μου. Και υπάρχει ένας νόμος στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, Τρίτη, Πέμπτη και ιδιαίτερα το Σάββατο.

Το επόμενο πρωί, οι Μπέρκοβιτς ξυπνούν μέσα στο δάσος μέσα σ’ ένα κοστούμι ελαφιού. Ο κ. Μπέρκοβιτς πυροβολείται, ταριχεύεται και κρεμιέται στην Αθλητική Λέσχη της Νέας Υόρκης. Και η πλάκα είναι ότι η λέσχη απαγορεύει την είσοδο στους Εβραίους».

Eric Lax, Γούντυ Άλεν: Η βιογραφία μιας ιδιοφυΐας, μτφρ. Γ. Γαλάτης, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 1992.

 

Tags:

Video

Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων

Έβγαλε και καθάρισε τα γυαλιά του.

-Έχω πολλές φορές φανταστεί τον Σαιν-Εξυπερύ εκεί ψηλά με το μικρό αεροπλάνο του, παλεύοντας κόντρα στη θύελλα, καταμεσής στον Ατλαντικό, ηρωικό και αμίλητο, με τον τηλεγραφητή του πίσω, ενωμένους από τη σιωπή και τη φιλία, από τον κοινό κίνδυνο, αλλά και από την κοινή ελπίδα, ακούγοντας τον ήχο της μηχανής, παρακολουθώντας με αγωνία το απόθεμα των καυσίμων και κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Ή συντροφικά μπροστά στο θάνατο.

Ξανάβαλε τα γυαλιά του και χαμογέλασε κοιτώντας μακριά.

-Bέβαια, καμιά φορά θαυμάζει κανείς περισσότερο αυτό που δεν μπορεί να κάμει. Δεν ξέρω αν θα ήμουν ικανός να κάμω το ένα εκατοστό οποιασδήποτε από τις πράξεις του Εξυπερύ. Βέβαια, αυτή είναι η μεγάλη πράξη. Εννοούσα όμως ότι ακόμα κι ένας μικρός αρχηγός πυροσβεστών… Αντίθετα εγώ… τι είμαι εγώ; Ένα είδος μοναχικού θεατή, ένας άχρηστος. Ούτε και ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ μου να γράψω ένα μυθιστόρημα ή ένα δράμα. Κι αν το έγραφα… δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να συγκριθεί με κείνον που αποτελεί μέρος μιας στρατιωτικής φρουράς και που φυλάει με το όπλο του τη ζωή και τον ύπνο των συντρόφων του… Δεν έχει σημασία το ότι ο πόλεμος είναι έργο ξεδιάντροπων ανθρώπων που λυμαίνονται τα οικονομικά ή το πετρέλαιο: εκείνη η φρουρά, εκείνος ο ύπνος που μας εξασφαλίζει ο σκοπός με το όπλο του, εκείνη η πίστη των συντρόφων μας σε μας ήταν και θα είναι πάντα οι απόλυτες αξίες.

Ο Μαρτίν τον κοίταζε με θαυμασμό. Και ο Μπρούνο έλεγε μέσα του: «Μα δεν είναι αλήθεια πως όλοι μας κατά βάθος βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου; Δεν ανήκω κι εγώ σε μια μικρή φρουρά; Kαι δεν είναι ο Μαρτίν, κατά κάποιον τρόπο, κάποιος που φυλάω το όνειρό του, που προσπαθώ να απαλύνω τις αγωνίες του και που συντηρώ τις ελπίδες του σαν μια μικρή φλόγα στο μέσο μιας μανιασμένης θύελλας;»
Αμέσως όμως ένιωσε ντροπή.
Κι είπε τότε κάποιο αστείο.

Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων, σελ. 236-237, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εκδόσεις Εξάντας 1986

Πίνακας: Kay Harwood

.

.

 

 

 

Tags:

Image

Ernest Hemingway, The old man and the sea

Then he dreamed that he was in the village on his bed and there was a norther and he was very cold and his right arm was asleep because his head had rested on it instead of a pillow.

After that he began to dream of the long yellow beach and he saw the first of the lions come down onto it in the early dark and then the other lions came and he rested his chin on the wood of the bows where the ship lay anchored with the evening off-shore breeze and he waited to see if there would be more lions and he was happy.

Πίνακας: Alexander Ivanov

 

Tags: ,

Image

Παστερνάκ, Τσβετάγιεβα, Ρίλκε, H αλληλογραφία των τριών

Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα στον Μπαρίς Παστερνάκ

Γεια σου, Μπαρίς! Είναι έξι η ώρα το πρωί, φυσά ασταμάτητα. Μόλις τώρα έτρεχα στη μικρή αλέα προς το πηγάδι (δυο διαφορετικές χαρές: άδειος ο κουβάς, γεμάτος ο κουβάς) και προϋπαντούσα σύγκορμη τον αέρα, χαιρετούσα εσένα. Στο κατώφλι (με γεμάτο πια τον κουβά) η επόμενη παρένθεση: όλοι κοιμόντουσαν ακόμη, κοντοστάθηκα, σήκωσα το κεφάλι μου για να σε προϋπαντήσω. Έτσι ζω μαζί σου, πρωί και βράδυ, σηκώνομαι μέσα σου, πλαγιάζω μέσα σου. Δεν ξέρεις όμως ότι έχω γράψει κάποιους στίχους για σένα, στο αποκορύφωμα του Βουνού… Ημιτελείς, μια έκκληση σ΄ εσένα μέσα μου, σ’ εμένα μέσα μου.

Ένα απόσπασμα:

Στη σκοποβολή — σκέτος Σκύθης,
στο χορό για τον Χριστό — ένα μαστίγιο.
Θάλασσα! Τολμώ σαν ουρανός μέσα σου να μπω.
Σε κάθε στίχο,
σα να ‘ναι σφύριγμα κρυφό,
σταματώ.
Αφουγκράζομαι.
Σε κάθε αράδα — στάσου!
Σε κάθε τελεία κι ένας θησαυρός.
Μάτι! Σαν φως προς τη μεριά σου απλώνομαι,
διαλύομαι. Από τη θλίψη
σαν κιθάρα
νιώθω να κουρδίζομαι ξανά,
να μεταμορφώνομαι γι’ άλλη μια φορά…

Santiago Ydanez (36)

Τι άλλο να σου γράφω, Μπαρίς; Η σελίδα τελειώνει, η μέρα άρχισε. Μόλις τώρα γύρισα από την αγορά. Σήμερα στο χωριό έχουν γιορτή οι πρώτες σαρδέλες! Σαρδέλες όχι σε κιβώτια αλλά πιασμένες σε δίχτυα. Ξέρεις, Μπαρίς, αρχίζω να νιώθω μια έλξη για τη θάλασσα, κι αυτό εξαιτίας μιας κακόβουλης περιέργειας, θέλω να πειστώ για τη δική μου αστάθεια. Φιλώ το κεφάλι σου, μου φαίνεται ότι είναι τόσο μεγάλο εξαιτίας αυτών που έχει μέσα του, είναι σαν να φιλώ ένα ολόκληρο βουνό, ένα από τα Ουράλια… Πρόσεξες ότι σου χαρίζω το είναι μου σε κομμάτια;

Από το βιβλίο Παστερνάκ, Τσβετάγιεβα, Ρίλκε — η αλληλογραφία των τριών εκδ. Μεταίχμιο, 2005. Μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου

Φωτό: Focroul Camille

Πίνακας: Santiago Ydanez

_________________________________________________________________

 

Tags:

Image

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η Ιστορία της Σονέτσκα

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η Ιστορία της Σονέτσκα Όχι δεν την αγαπούσαν τη Σονέτσκα μου. Οι γυναίκες για την ομορφιά της, οι άντρες για την εξυπνάδα της, οι ηθοποιοί (άντρες και γυναίκες) για το ταλέντο της, κι όλοι αυτοί για τη μοναδικότητά της:Όλες οι γυναίκες τη βρίσκουν άσχημη.
Όμως οι άντρες όλοι είναι γι΄ αυτήν τρελοί. Το πρώτο είναι αλήθεια (που σημαίνει ότι από ποιητική άποψη πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο), το δεύτερο όχι. Την εποχή όπου η ομορφιά της, το ταλέντο της και η ζωντάνια της γνώριζαν τη μεγαλύτερη άνθηση ούτε ένας δεν την αγάπησε, μιλούσαν για κείνη μ’ ένα μικρό γέλιο λίγο… φοβισμένο. Για τους άντρες ήταν ένα παιδί… επικίνδυνο. Μια ζωντανή ύπαρξη όχι μια γυναίκα. Δεν ήξεραν πώς να της φερθούν… αδυνατούσαν να καταλάβουν… Η εξυπνάδα της Σονέτσκα δεν κοιμόταν ποτέ. Φοβόντουσαν όλοι ακόμη, ακόμη και όταν εκείνη έκλαιγε με τα μεγάλα της δάκρυα, πως θα γελούσε μαζί τους. Όταν θυμάμαι ποια προτίμησαν από τη Σονέτσκα μου, ποιες υπάρξεις προσποιητές, επίπλαστες, ποιες απομιμήσεις από τις ψευτο- Βεατρίκες ως τις ψευτο- Κάρμεν ! (Ας μη λησμονούμε ότι βρισκόμαστε στο θέατρο, με άλλα λόγια στην καρδιά της απάτης).

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Η Ιστορία της Σονέτσκα, μτφρ: Ράνια Τουτουντζή, Εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 74-75.

Φωτό: Jeanloop

 

 

Tags: ,

Image

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (3)

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (3)

.

Τα πιο αργοπορημένα παιδιά μαζεύουν τα πράγματά τους να γυρίσουν σπίτι, γιατί το πάρτυ τέλειωσε. Αυτό είναι το τελευταίο τραμ. Τα κοκαλιάρικα καφετιά άλογα το ξέρουν αυτό και κουνάν τα κουδουνάκια τους στην καθάρια νύχτα, σαν ορμήνεμα. Ο εισπράκτορας μιλάει με τον οδηγό˙ και οι δύο γνέφουν συχνά με το κεφάλι μέσα στο πρασινωπό φως του φαναριού. Κανένας εκεί κοντά. Είναι σαν να αφουγκραζόμαστε, εγώ στο πιο ψηλό σκαλοπάτι κι αυτή στο πιο χαμηλό. Ανεβαίνει στο σκαλοπάτι μου πολλές φορές και ξανακατεβαίνει, ανάμεσα στις φράσεις μας, και μια ή δυο φορές μένει δίπλα μου ξεχνώντας να κατέβει, κι ύστερα κατεβαίνει… Ας είναι˙ ας είναι… Και τώρα δεν προβάλλει τις ομορφιές της – το ωραίο της φόρεμα και τη ζώνη και τις μακριές της μαύρες κάλτσες – γιατί τώρα (σοφία των παιδιών) μοιάζει να ξέρουμε πως η κατάληξη αυτή θα μας ευχαριστήσει περισσότερο από οποιαδήποτε κατάληξη και αν είχαμε σοφιστεί.

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (3) σελ. 9, μτφρ. : Δημήτρης Χουλιαράκης, Εκδόσεις Το ροδακιό, 1994

Πίνακας: Gustav Klimpt

.

.

 

Tags: ,

Image

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (21)

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (21)

.

Δυο μοιρολογίστρες αγωνίζονται να διασχίσουν το πλήθος. Το κορίτσι, που με το ένα χέρι κρατάει τη φούστα της γυναίκας, πάει μπροστά. Το πρόσωπο του κοριτσιού είναι το πρόσωπο ενός ψαριού, ξεπλυμένο και με λοξά μάτια∙ το πρόσωπο της γυναίκας είναι μικρό και τετράγωνο, πρόσωπο ενός πραματευτή. Το κορίτσι, το στόμα του παραμορφωμένο, κοιτάζει ψηλά τη γυναίκα να δει αν είναι ώρα να κλάψει∙ η γυναίκα, σιάζοντας ένα επίπεδο σκουφί, βιάζει το βήμα της για το νεκροστάσιο.

Τζέημς Τζόυς, Φανερώσεις (21) σελ. 27, μτφρ. : Δημήτρης Χουλιαράκης, Εκδόσεις Το ροδακιό, 1994

Πίνακας: Gustav Klimpt

 

Tags: ,

Image

Φιλίπ Ντελέρμ, Έργα και ημέρες του αξιότιμου κυρίου Σ.

«Γιατί με κοιτάει έτσι αυτός εκεί; Nα κρατήσει την εγκαρδιότητά του για τον εαυτό του, δεν έχω καμιά δουλειά μαζί του!» O κύριος Σπιτσβέγκ  το έχει παρατηρήσει: οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν για να τους κοιτούν οι άλλοι. Όπως, για παράδειγμα, αυτή η πιτσιρίκα που τελειώνει τον καφέ της έξω, στην πλατεία Σαιν Συλπίς. Σηκώνει το κεφάλι με μιαν ηδυπάθεια που μοιάζει να λέει: «Τι ωραίος που είναι αυτός ο πρώτος ήλιος του Μάρτη, τι ωραία να τον απολαμβάνω πίνοντας τον εσπρέσο μου!» (…)

JOE BRADNEY marmalade1

Ο κύριος Σπιτσβέγκ πάντως καταλήγει να αποδώσει σε όλους μαζί και στον καθένα ξεχωριστά πολύ μέτριους ρόλους, μολονότι μερικές φορές, όταν είναι στις κακές του, βλέποντάς τους ανασηκώνει ελαφρά τους ώμους του. Ούτε χειροκροτεί, αλλά ούτε και κοντοστέκεται στο πέρασμά τους. Απλώς, τους ανταμείβει με τον τρόπο που επιζητούν όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες, καθώς προσποιούνται ότι τον περιφρονούν: μόνο μια ματιά, μια δεύτερη, ένα πετάρισμα των βλεφάρων, ως επιβεβαίωση. Το ποτάμι κυλάει, κι η βοή μοιάζει να παρασέρνει όλα τα ψάρια στο ίδιο ρεύμα. Αλλά είναι δύο είδη που κολυμπάνε πλάι πλάι, και το είδος σου δεν μπορείς να το διαλέξεις. Υπάρχουν οι θεατές και οι θεώμενοι, και οι δεύτεροι χρειάζονται τους πρώτους. Ο κύριος Σπιτσβέγκ, με το χειμωνιάτικο πανωφόρι του, το φθινοπωρινό του αδιάβροχο, ο κύριος Σπιτσβέγκ ανήκει, φυσικά, στην κατηγορία των θεατών. Συχνά χαίρεται γι’ αυτό — και μερικές φορές το αποδέχεται καρτερικά.

Πίνακες: Christer Karlstad, Joe Bradney

____________________________________

 
Image

Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του κυρίου

.

Ένα βράδυ, λίγο πριν από τις εννέα, αποφάσισε πως να τον περιμένει έξω, στο κατώφλι, ήταν δουλοπρεπές. Ναι, θα πήγαινε απλούστατα να του ανοίξει την πόρτα, όταν θα έφθανε, αλλά χωρίς τρεχάλες, ήρεμα και με βαθιές ανάσες, ώστε να μην ξεχνάει ποια ήταν, θα τον περνούσε με αξιοπρέπεια στο σαλόνι.

Εκεί, conversation, κατόπιν πρόταση για ένα φλιτζάνι τσάι. Μια καλή ιδέα θα ήταν να τα είχε ήδη όλα έτοιμα στο σαλόνι, ώστε να μη χρειαζόταν να του εμφανίζεται σε στάση καμαριέρας, κουβαλώντας δίσκους .Ναι, όλα εκεί, τσαγερό με το παλτουδάκι του, φλιτζάνια, γάλα, λεμόνι. Rodney SmithDEP120702603Οπότε, στην κατάλληλη στιγμή, θα σηκωνόταν, θα σερβίριζε το τσάι αργά, θα τον ρωτούσε με ευγένεια αν ήθελε γάλα ή λεμόνι.

Δοκιμή. Γάλα ή λεμόνι;  Όχι, ερώτηση αποτυχημένη, υπερβολικά ενεργητική, προτεστάντισσα πρόσκοπος. Νέα δοκιμή. Γάλα ή λεμόνι; Nαι, έτσι ήταν καλύτερα. Αξιαγάπητη αλλά ανεξάρτητη.

Όρμησε, όταν χτύπησε το κουδούνι. Αλλά, όταν έφτασε στο βεστιάριο, έκανε μεταβολή. Είχε σκουπίσει καλά την πούδρα; Επέστρεψε στο σαλόνι, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, κοιτάζοντας δίχως να βλέπει. Το αίμα βούιζε στ’ αυτιά της, τελικά το αποφάσισε, έτρεξε, παρά λίγο να πέσει, άνοιξε την πόρτα. Πώς είσθε; τον ρώτησε με φυσικότητα τραγουδιστή όπερας που παίζει πρόζα.

.

rodney smith bab-0206-049-03

.

Αναπνέοντας με δυσκολία, προχώρησε πρώτη. Μ’ ένα ακούνητο χαμόγελο πάνω στα χείλη της, του έδειξε μια πολυθρόνα, κάθισε με τη σειρά της, κατέβασε σεμνά τη φούστα της, περίμενε. Άραγε γιατί δεν της μιλούσε; Μήπως δεν του είχε αρέσει; Μπορεί να είχανε μείνει πούδρες.Έφερε το χέρι της στη μύτη της, ένιωθε στερημένη από γοητεία. Να μιλούσε; Η φωνή της θα έβγαινε βραχνή και, αν την καθάριζε τώρα, θα έκανε έναν φοβερό θόρυβο. Δεν υποψιαζόταν ότι αυτός λάτρευε την αδεξιότητά της και έμενε σιωπηλός, για να την κάνει να διαρκέσει.

SARAH MOON 1la-fille-de-leclusecsarah-moonΜε τρεμάμενα χείλη, του πρότεινε ένα φλιτζάνι τσάι. Δέχτηκε με απάθεια. Χωρίς φυσικότητα, με φλογισμένα μάγουλα, έχυσε το τσάι στο τραπεζάκι, στα πιατάκια, και ως μέσα στα φλιτζάνια, ζήτησε συγγνώμην, του έτεινε κατόπιν με το ένα χέρι τη γαλατιέρα και  με το άλλο τις ροδέλες του λεμονιού. Γάλα ή λερώνει;  τον ρώτησε.  Του ξέφυγε ένα γέλιο, και τόλμησε να τον κοιτάξει. Χαμογέλασε και της άπλωσε τα χέρια.

Wayne F. Miller481149_518871881478806_368303153_nΤα πήρε, και λύγισε τα γόνατα μπροστά της. Από έμπνευση, λύγισε το γόνατο μπροστά του, και τόσο λεπτά που αναποδογύρισε την τσαγιέρα, τα φλιτζάνια, τη γαλατιέρα και όλες τις ροδέλες του λεμονιού. Γονατισμένοι, χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον, με εκτυφλωτικά δόντια, δόντια της νιότης. Γονατισμένοι, ήταν γελοίοι, ήταν περήφανοι και ωραίοι, και ήταν υπέροχη η ζωή.

Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του Κυρίου, κεφ. 45, σελ. 366-367, μτφρ: I. Xατζηνικολή, εκδόσεις Χατζηνικολή, 1990

Φωτό: Carmen dell’ Orefice, Rodney Smith, Christopher Lowel,   Sarah Moon, Thomas Barbey, Wayne F. Miller

.

 

Tags: , , ,