RSS

Category Archives: Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

Δήμητρα Χριστοδούλου, Η προτομή

Vilhelm-Hammersh-25

.

Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο
Σαν κεφαλή του Βαπτιστή στο χώμα.
Με κρύα δάχτυλα η δασκάλα
Βάζει στο πιάτο το ροδάκινο.


Λάβετε, φάγετε, δεν έχει άλλο.
Μασάτε, αποφοιτάτε, φτύνετε.
Μέσα στην τρίχινη νυχτικιά της
Έχει γεράσει σερβίροντας.


Αλλά με τα γυαλιά ταρταρούγας,
Τα δύο κρινάκια στο ανθοδοχείο,
Το ασήμι που παγώνει στα πόδια της,
Μένει σοφή σαν ένα μαχαίρι.
Ένας σεπτός αποκεφαλισμός.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Η προτομή, σελ. 39, Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Εκδόσεις Μελάνι, 2014

Πίνακας:Vilhelm Hammershøi

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Κοσμική τάξη

 

.

Ο ήλιος, ένας άντρας ώριμος
Που δεν μπορείς πια να αγνοήσεις,
Χαμογελούσε (μ’ επιφύλαξη,
Σαν να ’χε σκόνη ανάμεσα στα δόντια).
Το σπίτι βολεμένο στις στάχτες του
– Μπορούσαν πια ανεπιφύλακτα
Να χάσκουν οι ξυλοδεσιές του –
Όλο τούτο το μασκάρεμα το ’λεγε
Μεσημέρι του πένθους.

«Ποια τάξη αποκατέστησες τάχα»,
Του ψιθύριζε, «ποια ενσάρκωση πείρας…
Πέρα, όχι μακριά, προς τα μνήματα,
Σε χρόνο νυχτερινής λεωφόρου,
Τους ξετρυπώνουνε τους επιζώντες οι σκύλοι,
Ο μπόγος τους μυρίζει βενζίνη,
Δεν έχουνε χαρτιά, δεν ξέρουν γλώσσα,
Πώς να σταθούν κάτω από αιώνιο φως».

 


(Από Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι 2014 )

Photo: Jerry Uelsmann

Καλά ταξίδια στην Ποίηση!

.

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Δέντρο ως περίπλοκη ανάμνηση

 

 Το χαμόγελο αυτό σού ανήκει. Θα σε πολιορκώ με τη στάχτη του. Κάποτε θα το ανταποδώσεις κατεβάζοντας τα μάτια ντροπαλά. Τότε θα γείρω στον ίδιο μου τον ώμο, όπου βρίσκω ανάπαυση όλον αυτόν τον παρατεταμένο χειμώνα. Πίσω μου θα σταθεί αμήχανο το τελευταίο δέντρο του κόσμου: Ένα λιγνό, αφτιασίδωτο κορίτσι, με τα δάχτυλα γεμάτα χαρακιές και τα φουντωτά μαλλιά του σκονισμένα. Τολμάς να σηκώσεις τα βλέφαρα; Η μικρή Δέντρο θα ενηλικιωθεί μ’ ένα στεναγμό μελαγχολίας, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Όλοι αποκτούν την ηλικία τους μ’ ένα αιφνίδιο φούσκωμα του στήθους πριν ή μετά την πλήρωση του χρόνου.

Δεν τολμάς πάλι; Γνωρίζω την περιπλάνησή σου στη δόξα, την υστερία που σε καταπονεί. Τα ευτελέστερα των αιτημάτων σου μου είναι εντελώς οικεία σαν πείσματα μοναχογιού, σαν αταξίες θείου βρέφους. Χαμογελώ μ’ ένα δύο δάκρυα που δεν μπορούν να εξευμενίσουν τη Μοίρα αλλά μπορούν να δώσουν στην κοκεταρία μου τα στρας ενός μικρού μυστηρίου. Ύστερα σου γυρίζω την πλάτη και περπατώ προς την άκρη της γης με την ουρά τής ντεμοντέ τουαλέτας μου να σέρνει πίσω της φύλλα και κλαριά. Είμαι καλύτερη από τους πόθους σου και αγριότερη του πνεύματός σου. Δεν υπάρχει μέρα εργάσιμη που θα μπορούσες να μου φιλήσεις το χέρι.

Δήμητρα Χριστοδούλου, από τη συλλογή Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Δέντρο ως περίπλοκη ανάμνηση, σελ. 57, Εκδόσεις Πατάκη, 2010

.

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Οι ρίζες

.

Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:
Eχθροί του νερού και του χώματος.
Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι.
Βγαλμένοι από ’να κόκκινο πανί
Που ποιος ξέρει τι τυλίξανε μέσα

Δήμητρα Χριστοδούλου, Οι ρίζες από τη συλλογή Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, σελ. 25, Εκδόσεις Πατάκη, 2010

Πίνακας: Margo Selski

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Ο ανώνυμος

Slide1

http://www.pella-museum.gr/explore/archaiological-site/dead-city-of-pelle/proistoriko-nekrotafeio

Yπάρχει μια γη με την κοιλιά φουσκωμένη.
Εγκυμονεί τους νεκρούς.
Παίρνουν σιγά σιγά τη στάση του εμβρύου.
Τέλος, τη στάση του βολβού.
Μια άλλη γη που γυρίζει σαν σβούρα
Στα πατώματα των ετών του φωτός.
Μια τρίτη, φθονερός πλανήτης,
Που φέρνει βόλτες μέσα στο κεφάλι σου.
Κι άλλες πολλές που στριφογυρίζουν
Κρεμασμένες στο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

.


Μόνο εσύ παραμένεις ακίνητος.
Σε δυο σανίδες καρφωμένος.
Μιλούν για σένα συνεχώς στις οθόνες.
Μα ποιος πατέρας να σε λυπηθεί και ποια μάνα…
Εκεί, εκεί, σε τρώει η έγνοια,
Να περιμένεις ή να δώσεις μια
Και να πηδήσεις από τις σανίδες στο χάος…

Δήμητρα Χριστοδούλου, Ο ανώνυμος, σελ. 89, από τη συλλογή Ο τρόμος ως απλή μηχανή, Εκδόσεις Πατάκη, 2012

Αrtwork: Joel-Peter Witkin

.

.

 

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Χώμα και Νερό

TOMMY

Άρχισε πάλι η βροχή να σκουραίνει
Σαν να πέσανε φύλλα τσαγιού στα σύννεφα.
Α, τι εξαίσιο ρόφημα θα γίνει
Μια ολόκληρη μουντζουρωμένη πόλη
Που αργά διαλύει με το κουταλάκι της η φτώχεια…
Α, στίγματα στα μάτια μου πίσω απ’ τα τζάμια,
Μικροτυφλότητες στο παζάρι του χάους,
Καθώς πετούν οι περαστικοί τα καπέλα τους
Σαν να ζητωκραυγάζουν απ’ τον τάφο…
Πόσος θυμός πατικωμένος στα ρείθρα
Που ξέπλυνε η λασποβροχή…


Εγώ κι η σκέψη μου κι ανάμεσά μας
Ο δαίμονας, ο ανυπόφορος τρίτος,
Που κάνει μούσκεμα τη θλίψη μας
Με τ’ απόνερα του λυρισμού της.
Ποτέ του δεν δαγκώνει στ’ αλήθεια
Ένας στίχος μπουκωμένος ψωμί
Και δώσ’ του να βαρούν ντενεκέδες
Πίσω από τα φοβισμένα βουνά.
Θα μας βρίσκει η νεροποντή καταγέλαστους
Που παριστάνουμε τα κυβάκια της ζάχαρης
Μέσα σε μια τεράστια κούπα από τσιμέντο.


Καημένα σπίτια, φαμελιές αμήχανες,
Τα μαξιλάρια σας χιονισμένοι πανσέδες,
Πρωτοβουλίες που δεν ξέρουν αν μπορούν,
Κλάματα που δεν ξέρουν αν θέλουν,
Μωρά που κλωτσάν τα σεντόνια τους,
Για να ρίξουν μια γερή μπαλιά… Ίσα με τ’ άστρα!

.

.

Ανέκδοτο (2013)

.

.DC

.

.

 
Image

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Πολεμικές αλληγορίες

.

Θα ήθελα να σηκώσω το μέτωπο
όπως σηκώνει η θέρμη τη θάλασσα
και παντιέρες υδρατμών μοσκοβολώντας
αλατίζουνε τα κεφάλια των βράχων.
Σαν μια σύναξη γερόντων
εκείνοι συγκατανεύουν βλοσυρά.

Και παίρνεται η μεγάλη απόφαση.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Πολεμικές αλληγορίες (20, απόσπασμα)

Πίνακας: D. Colibarov

 

Tags: ,