RSS

Category Archives: Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Nτοκουμέντα απτά

.

Όσο ακόμη ζούσε βάδιζε
Σαν ένσαρκο άρωμα που φεύγει στον αέρα
Τώρα η φωτογραφία τής χαρίζει
Παράστημα σε σφριγηλή ακινησία
Έπαρση ανακτορική στη θλίψη.
Συνεκτικά έχουν τυλιχτεί πνοή και ρούχο
Κι όλο το σώμα της κοιτάζει τον φακό
Μια στήλη από πετρωμένο αλάτι
Που ζωηρά θυμάται τα οστά
Που αναγνωρίζει κάθε πόρο του δέρματος
Κι είναι κορνίζα τοσοδούλα όρθια κλίνη
Απ’ όπου εγείρεται επιθυμώντας τον Θεό.

Πόσοι και πόσοι εγείρονται από την άπνοια
Όταν φυσάει δυνατά στην πόλη
Και κλαίνε τα παραθυρόφυλλα δαρμένα
Και δραπετεύουνε ξεμαλλιασμένες κουρτίνες
Κι οι αρρωστημένες νεραντζιές στη λεωφόρο
Σκορπάνε αζήτητους καρπούς στο οδόστρωμα.
Σαν σκύλους ξαμολάν τα περιπολικά τους
Η αστυνομία και η θεία πρόνοια.
Παντού τα ίχνη, πουθενά τα σώματα.
Μόνο που τρέχουν από τάφους και τράπεζες
Εργάτες, πελάτες, φαντάσματα
Κι ο φωτογράφος στρέφει σ’ όλους τον φακό.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Nτοκουμέντα απτά, Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή, Μελάνι 2019

Photo: Gerhard Richter

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Κοτσιδάκια με φιόγκο

.

Όταν τα δάχτυλα χτυπάνε ώρα στο τραπέζι
Και το κεφάλι μου ζυγίζει σίδερο,
Όταν το κινητό στέκει αχρείαστο στη θήκη,
Τσόφλι ενός τζίτζικα που ’χει στεγνώσει,
Όταν η σκέψη μου είναι ρύζι με στάχτη,
Εξαίσιο έδεσμα για ψάρια,
Τότε αρχίζει να γελά από το κάδρο του
Ο πατέρας μου ο συχωρεμένος,
Ερασιτέχνης τενόρος και αντάρτης
Που, αφού γέρασε στη ραπτική,
Έκαμε έξι χρόνια στο κρεβάτι,
Πριν παραδώσει την ψυχή.

Σκέφτομαι πόσο λίγο του ’χω μοιάσει.
Και φάλτσα κι ούτε ένα κουμπί να ράψω.
Κι ούτε που σήκωσα ποτέ κεφάλι,
Παρά μονάχα για να φανταστώ τη φλόγα
Που κατακαίει τη σπηλιά του ουρανού.
Μέσα στ’ αποκαΐδια της βαδίζουν
Με πέδιλα από λευκές πεταλούδες
Οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους.
Εκείνοι σιωπούν κι αυτά ρωτάνε
Τραβώντας τους από το γύψινο μανίκι.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Παράκτιος οικισμός, Μελάνι 2017

Artwork: Ray Cesar

.

 

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Μαγειρική για βοριάδες

.
Αέρας στήνει μάχη με αέρα
Στην πόλη απόψε. Τη χτυπάει σαν αυγό
Με δυο πιρούνια τ’ αγιάζι.
Κάποια μαγειρική για ζωντανούς
Θα πέρασε σε χέρια πεθαμένων.
Το υδραγωγείο, το αμαξοστάσιο, το μουσείο
Σπρώχνονται πότε κατά το λιμάνι
Πότε εδώ κάτω, στον φωταγωγό.
Στην ίδια κατσαρόλα συντρίβονται
Τα γυαλικά των αστεριών.
Κι ακούω που κλαίει ένας γάτος φουκαράς
Κάτω στην άδενδρη πλατεία.
Ως και το τσόφλι του φεγγαριού να σπάσει
Κανείς δεν θα έκανε τα χέρια του κούπες
Να του μαζέψει τον χυλό.
Διπλοκλειδώνουν με τέτοιον καιρό τις πόρτες
Κλείνουν τ’ αυτιά τους με το μαξιλάρι
Και ο ύπνος τους είναι σπασμένος και ωμός.
Και μόνο μες στον κρόκο του ονείρου τους
Σαλεύει ένα κλωσσοπούλι. Τρέμω
Μήπως και γεννηθεί τέτοια ώρα
Κι αφτέρουγο τ’ αρπάξει η φασαρία
Και σβήσει η κραυγούλα της ζωής του
Στο στόμα άλλου ζώου που πεινά.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Μαγειρική για βοριάδες, Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή, Μελάνι 2019.

Αrtwork: Rozi Demant

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Καλό σημάδι

.

«Ήμουν ανόητη και δειλή,
Δεν ήξερα να μαγειρεύω,
Δεν είχα καν προφίλ πορσελάνινο.
Και βρέθηκα κάτω από το βλέμμα σου
Μουτζουρωμένη, τοσοδούλα, βήχοντας
Σαν να ’πεσα από καμινάδα.

Πέταξες το παλτό στην πολυθρόνα
Κι ενώ βούιζαν τα κούτσουρα που καίγονταν
Απέσυρες την προσοχή σου προς τα δέντρα
–Έξω απλωνόταν φορτωμένο χιόνι
Νεαρά και γέρικα έλατα–
Και δεν επέστρεψες εδώ.
Μόνη μου, με καλό σημάδι,
Βρήκα έναν τρόπο να σε ακολουθώ»

Σημείωμα αυτόχειρα που ξετρύπωσε ο γάτος
Κλεισμένος μέσα, πεινασμένος πια, ανήσυχος.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Παράκτιος οικισμός, Μελάνι 2017

Πίνακας: Edward Le bas

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Χριστούγεννα

-tetheredfulcrum

.

Ο πατέρας μου χτυπάει τα χέρια στον αέρα:
Ένα κακό πουλί τον τυραννά.
Η μητέρα μου τυλίγεται με στάχτη:
Θέλει να μην την γνωρίσουν οι Άλλες,
Αυτές με τα κουρέλια στα μάτια.
Η αδελφή μου έχει τόσο ψηλώσει,
Που δεν την χωράει το δέρμα της.
Σφίγγει τα σωθικά της επάνω της.
Ο αδελφός μου κρύβει τη γυναίκα του
Μέσα σ’ ένα βρεγμένο σεντόνι.
«Σουτ!», γνέφει με το δάχτυλο, «σουτ!
Θα ξυπνήσετε το μωρό-εαυτό της.»
Ο άντρας μου φυτεύει καγχάζοντας
Τα μανιτάρια στο κρασί.
Θανάσιμος οικοδεσπότης.
Ο γιος μου χτυπάει το πόδι στο πάτωμα.
«Έξω», φωνάζει, «έξω όλοι!
Θ’ ανάψω τις οχτάχρονες φράουλες!»
Μια εδώ, μια εκεί περιφέρομαι
Σερβίροντας κακοψημένους στίχους.
Όλοι αποστρέφουν το πρόσωπο.

Στρέφω κρυφά ένα βλέμμα γάτας στο παράθυρο
Κι αρχίζει η βροχή που φαντάζομαι.
Τίποτε άλλο, μόνο αυτήν ακούω
Που με πλένει από την αρχή τού κόσμου.

Δήμητρα Χριστοδούλου, από τη συλλογή Λιμός, Νεφέλη 2007

Πίνακας: Steven Kenny

 

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Εορταστικές υπηρεσίες

.

Σχεδόν λερώνει αυτό το κρύο από κει πάνω
Σαν κάποιος να μη θέλει που ξύπνησε
Και χύνει αργά τον καφέ στα πλακάκια.
Τέτοια βουνά δεν τ’ ακουμπά μεσημέρι.
Κάθονται υπέρβαρα κι άντυτα
Κι από το ύψος της αθανασίας τους
Ξεφυσάνε το χιόνι κατάμουτρα
Στους κοκαλιάρηδες τους λύκους του σπιτιού.

Έτσι μου ’ρχεται να το σκάσω απ’ τον Θάνατο
Κουκουλώνοντας τη γειτονιά μ’ ένα σκούφο,
Χώνοντας τ’ αγρίμια σε υπνόσακους
Και σπρώχνοντας τις βλαστήμιες μου
Σ’ ένα ζευγάρι χνουδωτές παντούφλες.
Να του δέσω μ’ ένα κασκόλ τα μάτια,
Τάχα πως παίζουμε τυφλόμυγα,
Κι άσ’ τον μετά να σκουντουφλάει γελοίος
Στα παγωμένα παπλώματα.

Για δες, πώς κατεβαίνουν τα Χριστούγεννα,
Φτερούγα Αρχαγγέλου με γυάλινες αρβύλες
Και εκείνο το υπηρεσιακό χαμόγελο
Κάποιου που σε κυνηγά και σε βρίσκει.

Δήμητρα Χριστοδούλου, Από τη συλλογή Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Εκδόσεις Μελάνι 2014

Πίνακας: Katherine Ace

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Η φύση του πράγματος

.

Κάτι έχει αυτός ο άντρας, κάτι έχει.
Κάτι έχει κρεμασμένο στο λαιμό του,
Ένα βραχνά, μια ποινή, μια πεποίθηση,
Κάτι που δένει τα νεύρα του
Με το λουρί του σκύλου απ’ την καρέκλα,
Όπου το ομοίωμά του κάθεται
Μ’ ολόκληρο το χοντροκόκαλο σώμα.
Και μέσα από τις μπογιές τις χυμένες
Απ’ άκρη σ’ άκρη στον ουρανό της βεράντας
Μπαίνει στο πλάνο φέρνοντάς του τον καφέ
Μια γυναίκα που δεν έχει ξαναδεί
Με τρίδιπλα σκεπασμένα χέρια.


Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια,
Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια.
Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι
Και θα ’μια τόσο περιττή όσο η ζάχαρη
Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας

Δήμητρα Χριστοδούλου, Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι 2014

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Η προτομή

Vilhelm-Hammersh-25

.

Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο
Σαν κεφαλή του Βαπτιστή στο χώμα.
Με κρύα δάχτυλα η δασκάλα
Βάζει στο πιάτο το ροδάκινο.


Λάβετε, φάγετε, δεν έχει άλλο.
Μασάτε, αποφοιτάτε, φτύνετε.
Μέσα στην τρίχινη νυχτικιά της
Έχει γεράσει σερβίροντας.


Αλλά με τα γυαλιά ταρταρούγας,
Τα δύο κρινάκια στο ανθοδοχείο,
Το ασήμι που παγώνει στα πόδια της,
Μένει σοφή σαν ένα μαχαίρι.
Ένας σεπτός αποκεφαλισμός.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Η προτομή, σελ. 39, Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Εκδόσεις Μελάνι, 2014

Πίνακας:Vilhelm Hammershøi

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Κοσμική τάξη

 

.

Ο ήλιος, ένας άντρας ώριμος
Που δεν μπορείς πια να αγνοήσεις,
Χαμογελούσε (μ’ επιφύλαξη,
Σαν να ’χε σκόνη ανάμεσα στα δόντια).
Το σπίτι βολεμένο στις στάχτες του
– Μπορούσαν πια ανεπιφύλακτα
Να χάσκουν οι ξυλοδεσιές του –
Όλο τούτο το μασκάρεμα το ’λεγε
Μεσημέρι του πένθους.

«Ποια τάξη αποκατέστησες τάχα»,
Του ψιθύριζε, «ποια ενσάρκωση πείρας…
Πέρα, όχι μακριά, προς τα μνήματα,
Σε χρόνο νυχτερινής λεωφόρου,
Τους ξετρυπώνουνε τους επιζώντες οι σκύλοι,
Ο μπόγος τους μυρίζει βενζίνη,
Δεν έχουνε χαρτιά, δεν ξέρουν γλώσσα,
Πώς να σταθούν κάτω από αιώνιο φως».

 


(Από Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι 2014 )

Photo: Jerry Uelsmann

Καλά ταξίδια στην Ποίηση!

.

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Δέντρο ως περίπλοκη ανάμνηση

 

 Το χαμόγελο αυτό σού ανήκει. Θα σε πολιορκώ με τη στάχτη του. Κάποτε θα το ανταποδώσεις κατεβάζοντας τα μάτια ντροπαλά. Τότε θα γείρω στον ίδιο μου τον ώμο, όπου βρίσκω ανάπαυση όλον αυτόν τον παρατεταμένο χειμώνα. Πίσω μου θα σταθεί αμήχανο το τελευταίο δέντρο του κόσμου: Ένα λιγνό, αφτιασίδωτο κορίτσι, με τα δάχτυλα γεμάτα χαρακιές και τα φουντωτά μαλλιά του σκονισμένα. Τολμάς να σηκώσεις τα βλέφαρα; Η μικρή Δέντρο θα ενηλικιωθεί μ’ ένα στεναγμό μελαγχολίας, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Όλοι αποκτούν την ηλικία τους μ’ ένα αιφνίδιο φούσκωμα του στήθους πριν ή μετά την πλήρωση του χρόνου.

Δεν τολμάς πάλι; Γνωρίζω την περιπλάνησή σου στη δόξα, την υστερία που σε καταπονεί. Τα ευτελέστερα των αιτημάτων σου μου είναι εντελώς οικεία σαν πείσματα μοναχογιού, σαν αταξίες θείου βρέφους. Χαμογελώ μ’ ένα δύο δάκρυα που δεν μπορούν να εξευμενίσουν τη Μοίρα αλλά μπορούν να δώσουν στην κοκεταρία μου τα στρας ενός μικρού μυστηρίου. Ύστερα σου γυρίζω την πλάτη και περπατώ προς την άκρη της γης με την ουρά τής ντεμοντέ τουαλέτας μου να σέρνει πίσω της φύλλα και κλαριά. Είμαι καλύτερη από τους πόθους σου και αγριότερη του πνεύματός σου. Δεν υπάρχει μέρα εργάσιμη που θα μπορούσες να μου φιλήσεις το χέρι.

Δήμητρα Χριστοδούλου, από τη συλλογή Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Δέντρο ως περίπλοκη ανάμνηση, σελ. 57, Εκδόσεις Πατάκη, 2010

.

.