RSS

Category Archives: Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

Δήμητρα Χριστοδούλου, Χριστούγεννα

-tetheredfulcrum

.

Ο πατέρας μου χτυπάει τα χέρια στον αέρα:
Ένα κακό πουλί τον τυραννά.
Η μητέρα μου τυλίγεται με στάχτη:
Θέλει να μην την γνωρίσουν οι Άλλες,
Αυτές με τα κουρέλια στα μάτια.
Η αδελφή μου έχει τόσο ψηλώσει,
Που δεν την χωράει το δέρμα της.
Σφίγγει τα σωθικά της επάνω της.
Ο αδελφός μου κρύβει τη γυναίκα του
Μέσα σ’ ένα βρεγμένο σεντόνι.
«Σουτ!», γνέφει με το δάχτυλο, «σουτ!
Θα ξυπνήσετε το μωρό-εαυτό της.»
Ο άντρας μου φυτεύει καγχάζοντας
Τα μανιτάρια στο κρασί.
Θανάσιμος οικοδεσπότης.
Ο γιος μου χτυπάει το πόδι στο πάτωμα.
«Έξω», φωνάζει, «έξω όλοι!
Θ’ ανάψω τις οχτάχρονες φράουλες!»
Μια εδώ, μια εκεί περιφέρομαι
Σερβίροντας κακοψημένους στίχους.
Όλοι αποστρέφουν το πρόσωπο.

Στρέφω κρυφά ένα βλέμμα γάτας στο παράθυρο
Κι αρχίζει η βροχή που φαντάζομαι.
Τίποτε άλλο, μόνο αυτήν ακούω
Που με πλένει από την αρχή τού κόσμου.

Δήμητρα Χριστοδούλου, από τη συλλογή Λιμός, Νεφέλη 2007

Πίνακας: Steven Kenny

 

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Εορταστικές υπηρεσίες

.

Σχεδόν λερώνει αυτό το κρύο από κει πάνω
Σαν κάποιος να μη θέλει που ξύπνησε
Και χύνει αργά τον καφέ στα πλακάκια.
Τέτοια βουνά δεν τ’ ακουμπά μεσημέρι.
Κάθονται υπέρβαρα κι άντυτα
Κι από το ύψος της αθανασίας τους
Ξεφυσάνε το χιόνι κατάμουτρα
Στους κοκαλιάρηδες τους λύκους του σπιτιού.

Έτσι μου ’ρχεται να το σκάσω απ’ τον Θάνατο
Κουκουλώνοντας τη γειτονιά μ’ ένα σκούφο,
Χώνοντας τ’ αγρίμια σε υπνόσακους
Και σπρώχνοντας τις βλαστήμιες μου
Σ’ ένα ζευγάρι χνουδωτές παντούφλες.
Να του δέσω μ’ ένα κασκόλ τα μάτια,
Τάχα πως παίζουμε τυφλόμυγα,
Κι άσ’ τον μετά να σκουντουφλάει γελοίος
Στα παγωμένα παπλώματα.

Για δες, πώς κατεβαίνουν τα Χριστούγεννα,
Φτερούγα Αρχαγγέλου με γυάλινες αρβύλες
Και εκείνο το υπηρεσιακό χαμόγελο
Κάποιου που σε κυνηγά και σε βρίσκει.

Δήμητρα Χριστοδούλου, Από τη συλλογή Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Εκδόσεις Μελάνι 2014

Πίνακας: Katherine Ace

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Η φύση του πράγματος

.

Κάτι έχει αυτός ο άντρας, κάτι έχει.
Κάτι έχει κρεμασμένο στο λαιμό του,
Ένα βραχνά, μια ποινή, μια πεποίθηση,
Κάτι που δένει τα νεύρα του
Με το λουρί του σκύλου απ’ την καρέκλα,
Όπου το ομοίωμά του κάθεται
Μ’ ολόκληρο το χοντροκόκαλο σώμα.
Και μέσα από τις μπογιές τις χυμένες
Απ’ άκρη σ’ άκρη στον ουρανό της βεράντας
Μπαίνει στο πλάνο φέρνοντάς του τον καφέ
Μια γυναίκα που δεν έχει ξαναδεί
Με τρίδιπλα σκεπασμένα χέρια.


Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια,
Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια.
Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι
Και θα ’μια τόσο περιττή όσο η ζάχαρη
Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας

Δήμητρα Χριστοδούλου, Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι 2014

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Η προτομή

Vilhelm-Hammersh-25

.

Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο
Σαν κεφαλή του Βαπτιστή στο χώμα.
Με κρύα δάχτυλα η δασκάλα
Βάζει στο πιάτο το ροδάκινο.


Λάβετε, φάγετε, δεν έχει άλλο.
Μασάτε, αποφοιτάτε, φτύνετε.
Μέσα στην τρίχινη νυχτικιά της
Έχει γεράσει σερβίροντας.


Αλλά με τα γυαλιά ταρταρούγας,
Τα δύο κρινάκια στο ανθοδοχείο,
Το ασήμι που παγώνει στα πόδια της,
Μένει σοφή σαν ένα μαχαίρι.
Ένας σεπτός αποκεφαλισμός.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Η προτομή, σελ. 39, Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Εκδόσεις Μελάνι, 2014

Πίνακας:Vilhelm Hammershøi

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Κοσμική τάξη

 

.

Ο ήλιος, ένας άντρας ώριμος
Που δεν μπορείς πια να αγνοήσεις,
Χαμογελούσε (μ’ επιφύλαξη,
Σαν να ’χε σκόνη ανάμεσα στα δόντια).
Το σπίτι βολεμένο στις στάχτες του
– Μπορούσαν πια ανεπιφύλακτα
Να χάσκουν οι ξυλοδεσιές του –
Όλο τούτο το μασκάρεμα το ’λεγε
Μεσημέρι του πένθους.

«Ποια τάξη αποκατέστησες τάχα»,
Του ψιθύριζε, «ποια ενσάρκωση πείρας…
Πέρα, όχι μακριά, προς τα μνήματα,
Σε χρόνο νυχτερινής λεωφόρου,
Τους ξετρυπώνουνε τους επιζώντες οι σκύλοι,
Ο μπόγος τους μυρίζει βενζίνη,
Δεν έχουνε χαρτιά, δεν ξέρουν γλώσσα,
Πώς να σταθούν κάτω από αιώνιο φως».

 


(Από Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι 2014 )

Photo: Jerry Uelsmann

Καλά ταξίδια στην Ποίηση!

.

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Δέντρο ως περίπλοκη ανάμνηση

 

 Το χαμόγελο αυτό σού ανήκει. Θα σε πολιορκώ με τη στάχτη του. Κάποτε θα το ανταποδώσεις κατεβάζοντας τα μάτια ντροπαλά. Τότε θα γείρω στον ίδιο μου τον ώμο, όπου βρίσκω ανάπαυση όλον αυτόν τον παρατεταμένο χειμώνα. Πίσω μου θα σταθεί αμήχανο το τελευταίο δέντρο του κόσμου: Ένα λιγνό, αφτιασίδωτο κορίτσι, με τα δάχτυλα γεμάτα χαρακιές και τα φουντωτά μαλλιά του σκονισμένα. Τολμάς να σηκώσεις τα βλέφαρα; Η μικρή Δέντρο θα ενηλικιωθεί μ’ ένα στεναγμό μελαγχολίας, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Όλοι αποκτούν την ηλικία τους μ’ ένα αιφνίδιο φούσκωμα του στήθους πριν ή μετά την πλήρωση του χρόνου.

Δεν τολμάς πάλι; Γνωρίζω την περιπλάνησή σου στη δόξα, την υστερία που σε καταπονεί. Τα ευτελέστερα των αιτημάτων σου μου είναι εντελώς οικεία σαν πείσματα μοναχογιού, σαν αταξίες θείου βρέφους. Χαμογελώ μ’ ένα δύο δάκρυα που δεν μπορούν να εξευμενίσουν τη Μοίρα αλλά μπορούν να δώσουν στην κοκεταρία μου τα στρας ενός μικρού μυστηρίου. Ύστερα σου γυρίζω την πλάτη και περπατώ προς την άκρη της γης με την ουρά τής ντεμοντέ τουαλέτας μου να σέρνει πίσω της φύλλα και κλαριά. Είμαι καλύτερη από τους πόθους σου και αγριότερη του πνεύματός σου. Δεν υπάρχει μέρα εργάσιμη που θα μπορούσες να μου φιλήσεις το χέρι.

Δήμητρα Χριστοδούλου, από τη συλλογή Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Δέντρο ως περίπλοκη ανάμνηση, σελ. 57, Εκδόσεις Πατάκη, 2010

.

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Οι ρίζες

.

Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:
Eχθροί του νερού και του χώματος.
Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι.
Βγαλμένοι από ’να κόκκινο πανί
Που ποιος ξέρει τι τυλίξανε μέσα

Δήμητρα Χριστοδούλου, Οι ρίζες από τη συλλογή Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, σελ. 25, Εκδόσεις Πατάκη, 2010

Πίνακας: Margo Selski