RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Unknown's avatar

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρηματα, διηγήματα και δοκίμια. Από το 2016 επιμελείται την ετήσια περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα.

Αλέξιος Μάινας, Ο Χάιντεγκερ αποφασίζει ν’ ανοιχτεί στη σόμπα

.

Εσχάτη Θούλη.

(IV. Επίφραση και απομύθιο)


Τα είπε όλα. Κι όμως.
Το νόημα της τουλίπας
δεν είναι ότι μαραίνεται.


Εξέχει τόσο σύντομα ο λαιμός και γέρνει,
δεκτόν. Εύθραυστο τ’ αγαθό, σαν ψευδαδάμας.
Τέτοια η φύση μας. Και σίγουρα δεν είναι θείος νόμος,
μα ως θνητός κι ως άνθρωπος επιθυμώ και εικάζω:
η ομορφιά υπάρχει προς εμάς, υπάρχει για να φαίνεται!


Αν είχαμε νόημα, θα είχαν και τα πράγματά μας.
Μα ούτε αυθεντία υπάρχει, ούτε Ρώμη, ούτε Γάγγης.


Έτσι, το νόημα κάθε έργου –πράξης ή ποιήματος–
δεν πρέπει να ορίζεται και να εξαντλείται
από μας. Είτε το νιώσει κάποιος άλλος είτε
όχι, ο τρόπος πάνω απ’ όλα του κλεισίματος
εξέχει πάντα προς τον δέκτη από το βάζο
της μορφής. Κι είναι καλό να παίρνει,
απαλύνοντας, το χρώμα της δικής του ανάγκης,
το σχήμα της δικής του τρύπας.

Αλέξιος Μάινας, από τη συλλογή Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2021.

Πίνακας: Ambrosius Bosschaert the Young

 

Πασχάλης Κατσίκας, Νεκρά πλοία


.

Με κάθε ρουφηξιά πυρώνει
το βλέμμα σου στα δάχτυλα
Το τραγούδι μου γλιστρά
Πίσω απ’ την ομίχλη γαντζώνεται
σε φτερούγες αποδημητικών πτηνών
Οι νεφέλες στενάζουν
Λικνίζουν τα νεκρά πλοία
Κι εσύ, σ’ ένα λιμάνι χιονισμένο,
σφυρίζεις τον σκοπό
που πέφτει από τα δέντρα

Πασχάλης Κατσίκας, Νεκρά πλοία, από τη συλλογή Τα κόκκινα πουλιά, εκδόσεις Δρόμων, 2022

Πίνακας: Kristin Vestgard

 

Λιάνα Σακελλίου, Πάρε με σαν φωτογραφία

.

Βρήκα τους μονάρχες. Ήταν ακίνητοι.

Στα πορτοκαλί φτερά σαν στρογγυλός καρπός

ξάπλωνε το σκοτάδι.

Πώς να σε κάνω να ξεχάσεις τον κήπο;

Είναι φελλός, πάνω του καρφιτσώνουμε τα έντομα.

Κοιμήσου. Όταν ξυπνήσεις θα ’σαι πιο μικρή.

Λίγο κατεστραμμένη. Για χρόνια σιωπηλή.

Κι επιτέλους δική μου.

Θα σου χαϊδεύω τον οπάλινο λαιμό,

τις γκρίζες μπούκλες,

και θ’ αφουγκράζομαι τα λαμπερά λεπίδια

στα σπλάχνα τ’ ουρανού.

Νύμφη

.

Λιάνα Σακελλίου, Πάρε με σαν φωτογραφία, Τυπωθήτω, 2004

Πίνακας: Anne Siems

.

 

Βαγγέλης Ασημένιος

[…]

.

Έτσι θα μείνει μόνος ν’ αναμένει

την πιο ελάχιστη βροχή την ελεούσα

τα κρίματα που κρύβει να ξεπλύνει·

μα γελασμένος θα σταθεί

σακατεμένο το νερό στο πουθενά του ρέει.

Ώσπου αυτός που δεν ξανακούστηκε

κι ας ζει το φως

κι ας φέγγει άλλο άστρο

ως φρύαγμα θ’ αναφανεί στο σύμπαν

ο πάταγος του έσχατου βλεφάρου […]

Βαγγέλης Ασημένιος, Αρκάνα, ποιητική σύνθεση πάνω σε 7 κάρτες της Κυριακής Πρεβενιού, V. The oracle, Εκδόσεις ΑΩ, 2021

Αrtwork: Andrew Wyeth

 

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Κουλουράκια αλισίβας

.

Είχε έναν δικό της τρόπο να διασχίζει τη νύχτα

.

όταν γυρνούσε σπίτι ξημερώματα

με αλειμμένες τις παλάμες μαύρο φως κι αρχαίο χιόνι

στίλβωνε με μικρούς οργασμούς το πρωινό κελάηδημα των πουλιών

ύστερα έβγαζε τη μάσκα της άγριας ομορφιάς

γινόταν καθημερινή νοικοκυρά

έψηνε κουλουράκια, τα δάχτυλά της έψηνε

στον φούρνο την καρδιά της όσο να ροδίσει

δάκρυα αφυδάτωνε χυμούς

ένα βράδυ μπήκε μέσα του ολόκληρη

.

τέφρα

.

μάταια την περίμεναν όλη τη νύχτα θηρία ανήμερα του σκότους

να τα δαμάσει, να μπήξει στο κορμί τα δόντια της

να κομματιάσει το κενό τους

μάταια την άλλη μέρα τα πουλιά στα ράμφη τους να ψιθυρίσει στίχους.

.

Στο σπίτι είπαν, ας κρατήσουμε τις στάχτες

τόσο καθαρές άμμος διάφανη θα τρίζουνε στο στόμα.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Κουλουράκια αλισίβας, από την ποιητική συλλογή Φυτρώνει άγρια ζάχαρη, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021

Πίνακας: Casa Jordi

 

Tags:

Αλέξιος Μάινας, Η Ντίκινσον αποφασίζει να στεφθεί ο εαυτός της

.

Ένα ταξίδι απ’ την κουρτίνα ως τα κλαδιά. 

Βουερή καρδιά μου,

ανάξια! Μελάνι πέρα ως πέρα! 

Έρωτα τρίκλισμα και ζάλης. 

Και συμπονάς και περιβάλλεις. 

Τον πόνο σου μην τον κοιτάζεις, δράσε!    

Υπήρξες δίχως ταίρι. Παρηγορήσου ότι υπήρξες.  

Σε σένα δόθηκε φτερό – παράτα το μαχαίρι.    

.

Τέτοιο βαθύ στα μύχια σκάψιμο

είσαι, ποίηση. Οχιά της άσπρης άμμου     

στη μήτρα αυτή καιρό λαθροκοιμάσαι.  

Στο άσπιλο δοχείο μου κολυμπάνε Κίρκες.

Οι εραστές μου χάρτινοι. Κάθε παιδί μου νόθο.    

Είμαι μια θάλασσα. Τα κύματα τα νιώθω

εδώ στο χέρι. 

.

Σκληρή ζωή το γράψιμο.

Μα δεν θα γίνω αλλιώς μητέρα.

Αλέξιος Μάινας, από τη συλλογή Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2021.

Πίνακας: Antonio del Pollaiuolo

 

Πασχάλης Κατσίκας, Απόψε


.

Δεν μ’ αγαπούν τα πουλιά
σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
συντρίμμια γίνεται το ταβάνι
Ζητιανεύω τσουρέκια στον ουρανό
να χορτάσω το πεινασμένο φάντασμα
που δίχως πόδια
παίζει μιαν εξαντλητική φλογέρα

Πασχάλης Κατσίκας, Απόψε, από την ποιητική συλλογή Τα κόκκινα πουλιά, εκδόσεις Δρόμων, 2022

Πίνακας: Beksinski

 

Μίλα Χάγκοβα, Διαύγεια

.

9

Δεν μπορούν να σταματήσουν ν’ αγαπούν

Δεν μπορούν να σταματήσουν ν’ αγαπούν. Δύο απ’ τις πολλές τους μητέρες

αιωνίως κάνουν κύκλο και τους τραβούν μέσα στην άβυσσο. Μια πληγή ανοίγει.

Την πίνουν με μια ρουφηξιά. Στέλνουν σήματα γουργουρίζοντας σιγανά

στα τηλέφωνα. Συγγένεια χωρίς πρόσωπο.

Η ζαφειρένια άβυσσος κλείνει. Έχουν ένα μάτι σε κάθε παλάμη.

Παίζουν και κερδίζουν στο πρόσωπο ενός γρήγορα ιπτάμενου Αγγέλου.

Μες στην οικειότητα των γυμνών ήχων.

.

10

Επίμονες μεταβλητές επιφάνειες

Επίμονες μεταβλητές επιφάνειες ακτινοβολούν μέσα απ’ το τελικό δέρμα.

Αμετακίνητα ζώα αφήνουν το αποτύπωμά τους: η αγάπη δεν χρειάζεται να θυμίζει τον έρωτα. Μας βάζει ιεραρχικά στη σωστή θέση.

Στο κρυμμένο πλέγμα του διχτυού το μάτι το συλλαμβάνει: o πόνος πηγάζει απ’ τον χωρισμό:

ζώντας ανάμεσα από αιώνιους βράχους

Μας δοκιμάζει ο Θεός για το πόσο μπορούμε ν’ αντέξουμε;

Μίλα Χάγκοβα, Διαύγεια, από την ανθολόγηση ποιημάτων της Η εξαφάνιση των αγγέλων, μτφρ. Πηνελόπη Ζαλώνη, εκδόσεις Βακχικόν, 2021

Artwork: Κonstantin Κacev

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Με πίστιν και ζήλον

Φωτογραφία: Vincent Lempereur

Μια καρέκλα, ένα κρεβάτι, πάνω η εικόνα της Βρεφοκρατούσας. Ένας ολόσωμος καθρέφτης. Μια στολή καλοκαιρινή Χωροφυλακής της εποχής [λευκή], κρεμασμένη στον τοίχο, μια λάμπα πετρελαίου, ένα τραπέζι, ένα πιάτο με μια μισοφαγωμένη φέτα ψωμί και λίγα κουκούτσια από ελιές, ένα άδειο ποτήρι, μια καράφα νερό. Δίπλα ένα περίστροφο. Ακούγονται στο βάθος σαν χαλί καλπασμοί αλόγων αναμεμειγμένοι με ήχους πόλης. Ένας άνθρωπος με μια σκελέα κάθεται σ’ ένα κρεβάτι.

[Πλησιάζει και ανάβει τη λάμπα] Το σκέφτομαι συχνά. Από τότε που μου το είπε ο Βασιλάκης σκάζοντας στα γέλια. Εγώ το βρήκα όμως έξυπνο και σοβαρό και τυχερό κυρίως. Κάναμε μια μικρή τρέλα, και πίναμε προς 25 λεπτά τη λεμονάδα μας με πάγο στο καφενείο του Φουλάκη,[i] Αθηνάς και Σοφοκλέους, και ήτανε, μου λέει ο Βασιλάκης, στην άμαξα και κύριοι πολύ των υψηλών και πεντακάθαροι και στολισμένοι, όπως ο Παπούδωφ και ο Αξελός, που, λέει, επέστρεφαν από το Λαύριο. Το φαντάζεσαι, μου λέει, κάνοντας καταβρεχτήρι τη λεμονάδα απ’ το στόμα, με μιας μπαμ και κάτω στον σωστό τον τόπο; Χαχαχα! Από τότε, προσωπικώς, ηγάπησα και περισσότερο τα άλογα. Ξεύρουν να ζουν, ξεύρουν και εν τω έργω να πέφτουν με τάξη προπάντων και ηθικώς! Κι ο θάνατος είναι μια ηθική της τάξεως. [Παύση. Σηκώνεται, χτυπάει προσοχή] «Ορκίζομαι και υπόσχομαι να υπηρετήσω την Α. Μ. Βασιλέα, με πίστιν και ζήλον, να φέρω το ανήκον σέβας προς τους ανωτέρους μου εις όσα αφορώσι την υπηρεσίαν, και να μην κάμω χρήσιν της δοθείσης μοι εξουσίας, εμή μόνον προς διατήρησιν της κοινής ησυχίας και ευταξίας, και εις εκτέλεσιν των νόμων.»[ii]

[Κάθεται και γελάει νευρικά] Σωστά! Ανοίγεις μια τρύπα στην Ομόνοια για γκάζι όπως-όπως, περνάνε τ’ άλογα, κλατς το ένα άλογο γυρνάει το ποδάρι, πέφτει στο χαντάκι, παρασέρνει κλατς, κλατς και το ζευγάρι του… κι όλα κουλουβάχατα, ζα, άμαξα και αθρώποι μες στη μαύρη τρύπα που ’ναι σκαμμένη κάτω απ’ το ψευτοχαντάκι. Κουκουλωμένοι από χώμα. Στο μεγάλο ταξίδι του τούνελ της Ομόνοιας προς τα παραδείσια λιβάδια! [Ανάβει τσιγάρο αφηρημένος] Τους σώσανε, λέει, με τραύματα. Η θεία τού Βασιλάκη, η Φρόσω, δεν ξαναμπήκε σε τέτοιο μέσο από το 1874 και δώθε.[iii]

Εγώ όμως, αντιθέτως, άπαξ και επληροφορήθην το ατύχημα πέρυσι το καλοκαίρι, όλο και μπαίνω πιο συχνά, για διασκέδαση. Χειμώνα καλοκαίρι. Ρίχνω έναν πήδο, καθώς περνάνε από μπροστά μου, κι ανεβαίνω στον ιπποσιδηρόδρομο. Πριν από έξι χρόνια, το ’82,[iv] αν δεν με απατά το ένστικτο και η μνήμη, είναι που αποκτήσαμε αυτά τα πιο πολυτελή φέρετρα μετακίνησης, και το ευχαριστιέμαι! Με σιδηροτροχιές, βαγόνια κι άλογα που σέρνουν και τα δικά τους και τα δικά μας τα κουφάρια, που είναι καθιστά. Αλλά και τα έξω… τους πιτσιρικάδες, λέω, που λιώνονται από δαύτα κάθε λίγο και λιγάκι. [Με θυμό κλιμακούμενο] Ουδεμία τάξις, ουδεμία ασφάλεια! Τι να σου κάνει και η Χωροφυλακή σε τόση αναρχία… Πας καταπάνω στον θάνατο, μικρέ τσογλανίσκε! Καταπάνω! [Παύση, πλησιάζει προς το όπλο] Τα βράδια, καταπάνω μου και η Κατίνα… [χαϊδεύει το όπλο σαν χαμένος] Τι να σου κάνει ο Παπαζησόπουλος, ένοχος και γι’ αυτό ο Παπαζησόπουλος, για όλα ο Παπαζησόπουλος… κι όμως έχω τα καθαρότερα παπούτσια της ενωμοτίας, το ωραιότερο παράστημα, το ομορφότερο μουστάκι. Στο «Άψε σβύσε» της Ομόνοιας! [Πλησιάζει τον καθρέφτη, κοιτάζεται, παίρνει το όπλο και χαϊδεύει το μουστάκι] Ο Μελισσιώτης κάθε που με βλέπει μού δίνει με υποκλίσεις εφημερίδα να διαβάσω και με κερνά καλό τσιγάρο. Κι ύστερα μού φτιάχνει κι αυτή την κλίση, που δεν κάνουν πουθενά αλλού σ’ ένα παχύ μουστάκι. […]


[i] Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει υποσημείωση, οι αναφορές σε καταστήματα οφείλονται σε πληροφοριακό υλικό από αγγελίες της εποχής που απαντούν στο βιβλίο Θανάσης Γιοχάλας, Ζωή Βαΐου, Ο Κίτσος ο λεβέντης και άλλες αγγελίες, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2016.

[ii] Όρκος αξιωματικών, υπαξιωματικών και απλών στρατιωτών της χωροφυλακής, αρθ. 17, Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αριθμός 21, Ναύπλιον 3 Ιουνίου, 1833, Διάταγμα περί σχηματισμού της Χωροφυλακής, 

https://drive.google.com/file/d/1LmtOeFujd6sh1mxrr6aTQsezdub3l7sk/view.

[iii]Περιστατικό ανατροπής άμαξας με ίππους στην Ομόνοια το 1874, που αναστάτωσε την πρωτεύουσα, χωρίς ευτυχώς θύματα. Πηγή διαδικτυακή: Η εφημερίδα «Μικρός Ρωμηός», Οι άτυχοι Αθηναίου που έπεσαν στη «μαύρη τρύπα» της Ομόνοιας 

[iv]Θανάσης Γιοχάλας, Τόνια Καφετζάκη, Αθήνα, Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, «Συγκοινωνιακά μέσα», Εκδόσεις Εστία, 6η έκδοση, Αθήνα 2019, σελ. 609 κ.ε.

.

Η παρούσα έκδοση είχε ως αφορμή την ανοιχτή πρόσκληση του Ρομαντικού Πανεπιστημίου Αθηνών για το Απονενοημένο Σύνταγμα, στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση [1821-2021]. «Το Απονενοημένο Σύνταγμα είναι ένα ανεξάρτητο εγχείρημα ολιστικού χαρακτήρα. Η πρώτη φάση του αφορά μια μακροχρόνια και επώδυνη έρευνα του Ρομαντικού Πανεπιστημίου σε εφημερίδες και έντυπα των δύο προηγούμενων αιώνων, η οποία αποθησαύρισε εκατοντάδες αυτοχειρίες ανά την Ελλάδα», αναφέρεται μεταξύ άλλων στο δελτίο τύπου.

Η έκδοση περιλαμβάνει δύο ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ [μονολόγους]. Το πρώτο, Mε πίστιν και ζήλον, της Ιφιγένειας Σιαφάκα, αφορά την αυτοχειρία του χωροφύλακα Χ. Παπαζησόπουλου [1888], ενώ το δεύτερο, Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες, της Αθηνάς Τιτάκη αφορά την αυτοχειρία του εμπόρου Π. Παπαδημητρίου [1928]. Τα έργα στηρίχθηκαν στο υλικό από τις εφημερίδες της εποχής που παρείχε στις συγγραφείς το Ρομαντικό Πανεπιστήμιο, καθώς και σε ακόλουθη ιστορική έρευνα των συγγραφέων –όσο αυτή ήταν εφικτή για το θέμα τους–, προκειμένου τα κείμενα να μεταφέρουν στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της εποχής.

Ως ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ φιλοξενείται σύγχρονη ελληνική ποίηση με θεματική την αυτοχειρία, και δη τον χρόνο της διάπραξής της. Ο αναγνώστης –εκτός από την ποίηση των δύο συγγραφέων– θα διαβάσει ποιήματα των σύγχρονων ποιητριών και ποιητών: A. Mπαλασόπουλου, Δ. Χριστοδούλου, Ν. Ιωάννου, Ε. Καραγιαννίδου, Ε. Θάνογλου, Κ. Λυμπέρη, Φ. Βασιλοπούλου, Ο. Παπαηλίου, Κ. Λουκόπουλου, Σ. Δούμου, Σ. Σταμπόγλη, Χ. Καραντώνη, Κ.Θ. Ριζάκη και Μ. Βαχλιώτη.

Η έκδοση συμπληρώνεται, στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, με το άρθρο της ψυχαναλύτριας Ντόρας Περτέση «Ψυχαναλυτική προσέγγιση της αυτοκτονικής διάπραξης – Οι αυτόχειρες ζωντανεύουν, και καταθέτουν τη μαρτυρία τους».

.

 

Aθηνά Τιτάκη, Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες


Φωτογραφία: Vincent Lempereur

Σκηνή 4η

Ήχοι συνεργείου, δρόμων με άμαξες και παλιά κλάξον. Μουσικό χαλί: «Πες μου ποια μάνα σ’ έκανε», Γιώργος Βιδάλης. Το κεντρικό πανό δείχνει με ομαλές εναλλαγές παλιούς δρόμους της Αθήνας και αμάξια της εποχής. Ένας άντρας με μουστάκι, ντυμένος με φαρδύ μαύρο παντελόνι, λευκό πουκάμισο με σηκωμένα μανίκια και τραγιάσκα, κρεμά το γράμμα Η στον βρόχο.

Η ώρα η κακιά ήταν, κι αυτή βλαστημάω. Γιατί από ανθρώπους ξέρω. Κάθε μέρα στους δρόμους πιάνω κουβέντες με τους πελάτες. Όλα τα κινάει το χρήμα, αυτό είναι το συμπέρασμα, ν’ αλλάζει ο παράς χέρια. Δεν έχω παράπονο, βλέπεις δεν ξέρουν όλοι να σοφάρουν. Στην αρχή ήταν δύσκολο, γκάζι, φρένο, ανηφόρες, ζημιές. Δεν βαριέσαι… Καλύτερα απ’ το χαμαλίκι με τα κάρα, τη βρώμα και την καβαλίνα. Τώρα φοράω καθαρό πουκάμισο και βοηθάω τις κυρίες ν’ ανέβουν στην καρότσα. Δεν είμαστε πολλοί στην πιάτσα, καμιά διακοσιαριά αγοραία, έχουν βγει και τα τραμ με τον ηλεκτρισμό και οι καροτσιέρηδες μάς σαμποτάρουν.

Μιλάω για την κακιά μου τύχη γιατί ο συγκεκριμένος θα μπορούσε να διαλέξει κάποιον άλλο, ένα ανοιχτό λαντώ, βρε αδερφέ! Αλλά μια άμαξα δεν θα βόλευε, τώρα που το καλοσκέφτομαι. Με πήρε κούρσα από τη Δεινοκράτους και με μια λέξη διέταξε τον προορισμό κάπως αγριεμένος. Το καλό ήταν πως με πλήρωσε μπροστά, το πάμε με το χιλιόμετρο, κι είπα δώσε τόπο στην οργή… πελάτης είναι ό,τι θέλει κάνει. Κάνα δυο φορές τον κοίταξα από το καθρεφτάκι μήπως και μαλάκωσε να πούμε καμιά κουβέντα αλλά τίποτα, ήταν βαρύς, κομματάκι ανήσυχος. Κοίτα τη δουλειά σου, λέω, και το τιμόνι σου!

Στη Βασιλίσσης Όλγας ακούω βρόντο. Είπα, πάει το λάστιχο. Κατέβηκα να κοιτάξω, κι εκεί που δίνω μια κλοτσιά στην πίσω ρόδα, τι να δω! Ο πελάτης είχε κολλήσει πάνω στο δεξί τζάμι με αίματα κ’ είχε μια τρύπα στο κεφάλι. Κατατρόμαξα, σάστισα! Μισανάσαινε, έβαλα στα γρήγορα μπρός, και γραμμή για τα Μεσόγεια στο Α´ Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Έπιασα σχεδόν τα εβδομήντα χιλιόμετρα που φτάνει το κοντέρ! Θα μπορούσε να γίνει ατύχημα, τα χαμίνια παίζουν πετροπόλεμο, και πετάγονται απρόσεχτα μπροστά στις ρόδες, κόσμος στον χωματόδρομο να κουβαλάει πραμάτειες και ντενεκέδες με νερό. Κάρα, άλογα, σκόνη, οχλοβοή. Οι εντολές της Τροχαίας είναι ξεκάθαρες κι ο νόμος του Βενιζέλου αυστηρός. Ποινή φυλάκισης από έξι μέρες ως τρεις μήνες, έτσι κι αφήσεις άνθρωπο στον τόπο. Ποιος νοιαζόταν! Στο νοσοκομείο οι γιατροί είχαν κακά μαντάτα, ο άνθρωπος ξεψύχησε, και κάλεσαν την Αστυνομία. Τα είπα στον Αστυφύλακα με το νι και με το σίγμα και πήρα τ’ ανάποδα τον δρόμο για το αμαξοστάσιο.

Ονομάζομαι Δ. Χατζημήλας κι οδηγώ το υπ’ αριθμόν 13368 αθηναϊκό ταξί. Είναι ένα γαλλικό πενταθέσιο Berliet VI των δέκα ίππων, κατασκευάστηκε στη Λυών κι έχει δεξιά το τιμόνι. Το αμάξωμά του συναρμολογήθηκε στην «Αθηνά, Ανώνυμος Εταιρία Αυτοκινήτων», ανάμεσα σε πολλά Ford και Adler, κ’ η αλήθεια είναι πως θαυμάζω την ταχύτητα,  τη μοντέρνα γραμμή, τα στρογγυλά φανάρια, το ταχύμετρο και τη μίζα του.

.

.

Η παρούσα έκδοση είχε ως αφορμή την ανοιχτή πρόσκληση του Ρομαντικού Πανεπιστημίου Αθηνών για το Απονενοημένο Σύνταγμα, στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση [1821-2021]. «Το Απονενοημένο Σύνταγμα είναι ένα ανεξάρτητο εγχείρημα ολιστικού χαρακτήρα. Η πρώτη φάση του αφορά μια μακροχρόνια και επώδυνη έρευνα του Ρομαντικού Πανεπιστημίου σε εφημερίδες και έντυπα των δύο προηγούμενων αιώνων, η οποία αποθησαύρισε εκατοντάδες αυτοχειρίες ανά την Ελλάδα», αναφέρεται μεταξύ άλλων στο δελτίο τύπου. Η έκδοση περιλαμβάνει δύο ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ [μονολόγους]. Το πρώτο, Mε πίστιν και ζήλον, της Ιφιγένειας Σιαφάκα, αφορά την αυτοχειρία του χωροφύλακα Χ. Παπαζησόπουλου [1888], ενώ το δεύτερο, Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες, της Αθηνάς Τιτάκη αφορά την αυτοχειρία του εμπόρου Π. Παπαδημητρίου [1928]. Τα έργα στηρίχθηκαν στο υλικό από τις εφημερίδες της εποχής που παρείχε στις συγγραφείς το Ρομαντικό Πανεπιστήμιο, καθώς και σε ακόλουθη ιστορική έρευνα των συγγραφέων –όσο αυτή ήταν εφικτή για το θέμα τους–, προκειμένου τα κείμενα να μεταφέρουν στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της εποχής.

Ως ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ φιλοξενείται σύγχρονη ελληνική ποίηση με θεματική την αυτοχειρία, και δη τον χρόνο της διάπραξής της. Ο αναγνώστης –εκτός από την ποίηση των δύο συγγραφέων– θα διαβάσει ποιήματα των σύγχρονων ποιητριών και ποιητών: A. Mπαλασόπουλου, Δ. Χριστοδούλου, Ν. Ιωάννου, Ε. Καραγιαννίδου, Ε. Θάνογλου, Κ. Λυμπέρη, Φ. Βασιλοπούλου, Ο. Παπαηλίου, Κ. Λουκόπουλου, Σ. Δούμου, Σ. Σταμπόγλη, Χ. Καραντώνη, Κ.Θ. Ριζάκη και Μ. Βαχλιώτη.

Η έκδοση συμπληρώνεται, στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, με το άρθρο της ψυχαναλύτριας Ντόρας Περτέση «Ψυχαναλυτική προσέγγιση της αυτοκτονικής διάπραξης – Οι αυτόχειρες ζωντανεύουν, και καταθέτουν τη μαρτυρία τους».

.

.