RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Unknown's avatar

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρηματα, διηγήματα και δοκίμια. Από το 2016 επιμελείται την ετήσια περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα.
Video

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα

.

Λευκό μεταξωτό το φόρεμά της, σπειροειδείς πτυχές στους αστραγάλους, η Αλταμίρα τούς ωθούσε να μάχονται αντίρροπα την κίνηση του υφάσματος όπως κανείς κοντράρει τον αντίπαλο που βάλθηκε να καταρρίψει έναν ωραίο μύθο της ζωής του• και οι φλέβες σκαλισμένες στο λαιμό της, ίδιο αλαβάστρινο γλυπτό, επικυρώνανε τη δύναμη που αφήνουν να εννοηθεί ότι έχουν οι μορφές ακόμη και όταν αγάλματα θυμίζουν. Και το πλατύγυρο λευκό, το ψάθινο καπέλο, αναπηδώντας ρυθμικά, με μετεωρισμούς ανάλαφρους μετέδιδε την ένταση απ’ τον αέρινο δρασκελισμό σ’ ένα βερικοκί μεταξωτό μαντίλι, χυμένο ατημέλητα επάνω στο καπέλο για να το συγκρατήσει ίσως.
Ίσως.

Artwork: Laura Marabesku

.

.

 

Tags: , , ,

Image

Η συγγραφική πρόθεση στο « Τραγούδι του λύγκα »

Η συγγραφική πρόθεση στο « Τραγούδι του λύγκα »

 

• H λογοτεχνική γραφή δεν μπορεί να είναι στατική ακόμη και στο ίδιο λογοτεχνικό έργο.
• Εκείνο που οδηγεί τη γραφή και επιβάλλει τη φόρμα της δεν είναι οι προτιμήσεις του συγγραφέα αλλά οι χαρακτήρες και η ατμόσφαιρα.
• Η λεκτική ανατροπή συνιστά φορέα της ψυχικής κατάστασης του ήρωα.
• Το παράλογο μπορεί να αρθρωθεί μόνο μέσα από τη δομική ανατροπή της γλώσσας. Η αφήγηση περί παραλόγου μπορεί απλώς να επισημάνει, αλλά δεν έχει δύναμη να καθηλώσει.
• Το ενδολεκτικό τοπίο αφορίζει την ασχήμια της περιγραφής, καθιστώντας τον αναγνώστη μέτοχο των καταστάσεων (ταυτίσεις) με έμμεσο τρόπο.
• Το γκροτέσκο λειτουργεί σε ασυνείδητο επίπεδο, περνώντας το μήνυμα, χωρίς όμως να σοκάρει, όταν ο αναγνώστης δεν μπορεί να αντέξει την πραγματικότητα που ο ίδιος ζει και που με ακραίο τρόπο (καθρεφτικό) παρουσιάζεται μέσα στην αφήγηση.
• Η λογοτεχνία έχει ρόλο ύπαρξης μόνον όταν επισημαίνει από πριν αυτό που βιώνεται σήμερα και το οποίο μόνο ύστερα από χρόνια θα λεκτικοποιηθεί/ θα γίνει συνειδητό από τη μάζα. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα επισημαίνεται η απουσία του αντρικού Λόγου σε μία κοινωνία ευμάρειας, όπου η ψυχική ανεπάρκεια καλύπτεται από πέπλα επαγγελματικής επιτυχίας, νεοπλουτισμού, μεγαλοαστισμού, γρήγορων αλλαγών και ανικανότητας για χειρισμούς που απαιτούν επαφή με τον εσωτερικό κόσμο . Πίσω απ’ αυτό παραμονεύει πάντα ένας πρωτόγονος γυναικείος Λόγος (αρχαίες θεές της γονιμότητας, Λίλιθ, μητρικές φιγούρες κ.λπ.), ο οποίος συνιστά αφενός μεν έναν γυναικείο εγκλωβιστικό μονόλογο που οδηγεί στον ευνουχισμό του αρσενικού και στην απουσία θηλυκότητας και αφετέρου δε μία τεράστια απειλή για το αρσενικό που είναι ανίκανο να απεγκλωβιστεί από τα μητρικά μορφοείδωλα που έχει ενσωματώσει. Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα, σύμπτωμα των κοινωνικών αλλαγών της τελευταίας τριακονταετίας, είναι που οδηγεί σήμερα στη σύγχυση της ταυτότητας των φύλων και στα παρεπόμενα προβλήματα που παρατηρούνται στις σύγχρονες σχέσεις. Οι άνθρωποι θεωρούν ότι οι γρήγορες και εύκολες σχέσεις, η απουσία προβληματισμού, η σεξουαλική επίδειξη (γυμνό, πρόκληση, μόδα) και το πνεύμα της ελευθεριότητας τους καθιστά ελεύθερους από τους περιορισμούς «της αγάπης», η οποία δεν μπορεί να βιωθεί από τους περισσότερους παρά μόνο στο πλαίσιο των εξαρτήσεων (μιας επανάληψης της σχέσης γονιών- παιδιού). Η μόνη λύση που μπορεί να δοθεί στο αδιέξοδο (όταν κανείς το αποδεχθεί) δε σχετίζεται με πιθανές ή επιθυμητές κοινωνικές αλλαγές ούτε με απόσυρση και ερμητισμό αλλά μόνον με έναν αυστηρό και συνειδητό επαναπροσδιορισμό σε ψυχικό επίπεδο, είτε μιλάμε για άνδρες είτε για γυναίκες.

Πίνακας: David Stoupakis

 

Tags: , , , , ,

Image

Συνέντευξη, περιοδικό FACES, Βρυξέλλες 2012

Συνέντευξη, περιοδικό FACES, Βρυξέλλες 2012

Συγγραφή κειμένων, φιλολογία, θέατρο, γραφιστική. Η λογοτεχνική προσέγγιση της γραφής επικράτησε των υπολοίπων ή τα υπόλοιπα στοιχεία εμπεριέχονται σε αυτή;

Η συγγραφή, και δη η λογοτεχνία με την οποία ασχολούμαι, δεν είναι τίποτε άλλο από Τέχνη. Είναι, όπως πολύ καλά το λέει και η λέξη, η Τέχνη του λόγου. Η υποκριτική επίσης είναι Τέχνη, η γραφιστική αντιμετωπίζει με αισθητική και δημιουργικότητα τη τεχνική δόμηση ενός κειμένου στο χαρτί, η φιλολογία ασχολείται άμεσα τόσο με τη γλώσσα και την αισθητική της όσο και με τα λογοτεχνικά κείμενα όλων των εποχών.Θέλω να πω ότι σε όλες μου τις ενασχολήσεις η Τέχνη ως σημαίνον είναι πανταχού παρούσα και, συνεπώς, δεν αισθάνομαι ότι ασχολούμαι με διαφορετικούς τομείς, αλλά ότι απλώς αφενός χρησιμοποιώ διαφορετικούς τρόπους για να την υπηρετήσω και ότι αφετέρου χρησιμοποιώ κάθε φορά τα νήματα για να συνδέσω τις εκάστοτε εκφάνσεις της.

Στη συγγραφή λοιπόν τέμνονται όλα τα παραπάνω, τόσο η ιδιότητα της κειμενογράφου αλλά με έμφαση πλέον στην έντεχνη χρήση της γλώσσας, η τεχνική γνώση της ελληνικής ως φιλολόγου αλλά και ως επιμελήτριας κειμένων και η φιλολογική προσέγγιση της λογοτεχνίας ως θεωρητική γνώση.Παρόν είναι και το θέατρο με τα εργαλεία της υποκριτικής τόσο για τη βυθομέτρηση των ηρώων, την ταύτισή τους με αυτούς, τη σκηνοθετική διάσταση και την παρατηρητικότητα που απαιτείται για τη δημιουργία του χωροχρονικού πλαισίου, τη χειρουργική προσέγγιση όλων των παραμέτρων ώστε τίποτε να μην είναι αφημένο στη μοίρα του και βεβαίως οι διάλογοι, για τους οποίους χρωστώ πολλά στην ανάγνωση πολλών έργων των μεγαλύτερων θεατρικών συγγραφέων παγκοσμίως, που άλλωστε συνιστά και το καλύτερο σχολείο για να μάθει κανείς τα μυστικά και τις τεχνικές τους.Πέραν τούτου η γραφιστική είναι παρούσα επίσης, καθότι μού δίνει τη δυνατότητα του απόλυτου ελέγχου της παρουσίασης του κειμένου και μάλιστα εκεί όπου επιθυμώ να λειτουργήσω διαδραστικά με τον αναγνώστη, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με το γράμμα που υπάρχει στο βιβλίο. Το τελευταίο είναι μια πολύωρη, εξαντλητική και λεπτομερής εργασία, που για να έχει επιτυχία απαιτεί την άμεση συμμετοχή του συγγραφέα, κυρίως για να τονιστούν γραφιστικά τα κύρια μηνύματα και στην παραμικρή τους λεπτομέρεια, όπως, για παράδειγμα, μία μικρή μουντζούρα πάνω σε ένα α και όχι στο διπλανό του ρ… ή ένα μ 16άρι δίπλα σε ένα ο 9άρι… Οποιοσδήποτε γραφίστας θα τρελαινόταν κυριολεκτικά, έχοντας έναν συγγραφέα δίπλα του με τέτοιες απαιτήσεις… πέραν όμως του πρακτικού ζητήματος, το πέρασμα στη γραφιστική κατά τέτοιον τρόπο συνεχίζει να συνιστά λογοτεχνική πράξη και επομένως απέχει κατά πολύ από την εργασία ενός γραφίστα.

 

Tags: , , , ,

Video

Ποίηση: Federico Garcia Lorca, «Πήγε στη θάλασσα η μικρή μου»

Aπόδοση: Σωτήρης Τριβιζάς
Συνθέτης: Δημήτρης Μαραμής
Eρμηνεία: Mίνως Θεοχάρης

———————————————

Πήγε στη θάλασσα η μικρή μου
κύματα να μετρήσει και κοχύλια
μα συναντήθηκε στο δρόμο ξαφνικά
με το ποτάμι της Σεβίλια

Ανάμεσα σε δάφνες και καμπάνες
λικνίζονταν πέντε καράβια μαύρα
βύθιζαν τα κουπιά τους στα νερά
και τα πανιά τους φούσκωνε η αύρα

Ποιον βλέπει τάχα μες στου πύργου
τις φωτισμένες τις στοές;
Πέντε φωνές της απαντάνε
σαν δαχτυλίδια στρογγυλές

Καβάλα πάει στο ποτάμι
ο ουρανός όλο στολίδια
ενώ στον άνεμο τρέμουν ακόμα
πέντε φωνές σαν δαχτυλίδια

 

Tags: , , , , , , , ,

Image

Φωτό: José Medeiros

Φωτό: José Medeiros

Critical Commentary (3)

As the Hungarian photographer Robert Capa (1913-1954) used to say, if a picture is not satisfactory enough, it is because the photographer was not close enough to the subject. Medeiros’ photographs seem to have been made according to this maxim, showing he was not a spectator distanced from the subjects he recorded. He chose the side of discretion, thus managing to include himself in the scenes to capture the subjects at ease, often at intimate moments. He was one of the first reporters of O Cruzeiro to adopt the German 35mm camera Leica, which allowed him greater mobility to work and rendered his pictures spontaneity.

Medeiros placed emphasis on clearly conveying the information over the formal exploration of compositional elements (angle shots or images bordering on abstractions, for example). He nearly always preferred natural light and eye-level framing, trying to render his images a sense of immediacy. He turned his attention to people, whether famous or anonymous figures of the streets. He focused on their gestures, expressions and movements, seldom trying to record them beside objects or amid surroundings which might reveal their personalities.

Like the German photographer Erich Salomon (1986-1944), who became known in the 1920s as one of the first to portray statesmen in non posed, informal situations, Medeiros also attempted to demystify public personalities, as in the series of photographs made in 1959 showing president Juscelino Kubitschek (1902-1976) eating a mango fruit during a lunch in Brasília.

 

Tags: ,

Image

Φωτό: José Medeiros

Φωτό: José Medeiros

Critical Commentary (2)

The reporters of the magazine joined the Villas-Boas brothers in the Roncador-Xingu Expedition, which, in the 1940s and 1950s, was the first ever to contact several Indian tribes of Northwestern Brazil. The photo-essays of O Cruzeiro showed firsthand images of the Brazilian Indians to a wide public. Nevertheless, these peoples were shown as barbarian and uncivilized, and their images as incompatible with the ideology of progress.2 One of Medeiros’ most well-known photographs, taken while he accompanied the Villas-Boas brothers in 1949, shows an Indian man pushing an airplane. The posed photo became emblematic of the contrast between the “modern” and the “savage”.

Like other photojournalists of O Cruzeiro, José Medeiros became a very popular figure working for the magazine. The publication, which had a far-reaching circulation and impact, advanced the notion of the photographer as a hero who faced all sorts of dangers to show aspects of the country which until then had been unknown to the public.

 

Tags: ,

Image

Φωτό: José Medeiros

Φωτό: José Medeiros

Critical Commentary (1)

José Medeiros was one of the staff photographers led by Jean Manzon (1915-1990) who participated in the editorial renovation of the magazine O Cruzeiro [The Crux], beginning in 1943. Based on the model of international magazines such as the American Life and the French Paris Match, the project introduced photojournalism in the Brazilian press. Pictures were given special emphasis and the renovation contributed to disseminate the aesthetics of modern photography in Brazil: close-ups, unusual angles, picture spreads, geometric frames etc.

O Cruzeiro mainly focused on subjects relevant to the nationalist ideology, conveying an image of Brazil as a country bound for progress and modernity. According to the researcher Helouise Costa, the most recurring subjects were profiles of political and artistic personalities, sports and recreation scenes (beach, soccer and carnival), art, science, nature, adventure, the city as a symbol of progress, the “grotesque” (physical deformations and sensational crimes), the “exotic” (indigenous people, non-Catholic religions and popular celebrations) and the cultural diversity of the country itself.1
Within this context, Medeiros’ work was diversified and partially followed the editorial line of the magazine.

He photographed artists and prominent politicians of the time, Rio de Janeiro’s beach life and carnival, becoming well-known mainly for registering people, communities and cultural manifestations of marginalized groups, like the black people, candomblé, mental patients, prostitutes and Indian tribes. Medeiros’ approach rendered the destitute dignity, when viewed apart from the editorial treatment given to photographs in the magazine

 

Tags: ,

Image

Φωτό: José Medeiros

Φωτό: José Medeiros

Biography


José Araújo de Medeiros (Teresina PI 1921 – L’Aquila, Itália, 1990). Photographer. He took up photography as an amateur around 1937, in his hometown. In 1939, he moved with his family to Rio de Janeiro, where he worked as a civil servant for the Post and Telegraph Company and the National Department of Coffee. In this period, he portrayed artists in a makeshift home studio and worked as a free-lance photographer for the magazines Tabu [Taboo] and Rio. In 1946, the French photographer Jean Manzon (1915-1990) invited him to join the staff of the magazine O Cruzeiro [The Crux], where he worked until 1962. In 1957, he published the book Candomblé, the first to document in pictures this Afro-Brazilian religion. Together with Flávio Damm (1928), he ran the photo agency Imagem [Image], from 1962 to 1965. Afterwards, he began working as a cinematographer, as well as directing short-films and the feature Parceiros da Aventura [Partners in adventure], 1979. He photographed some classics of Brazilian cinema, like A Falecida [The dead woman], 1965, of Leon Hirszman (1937-1987); Xica da Silva, 1976, of Cacá Diegues (1940); and Memórias do Cárcere [Memories of prison], 1983, of Nelson Pereira dos Santos (1928). In the late 1980s, he taught photography at the International School of Cinema of San Antonio de Los Baños, in Habana, Cuba. In 1986, the Fundação Nacional de Arte (Funarte) [National Art Foundation] held the retrospective exhibition José Medeiros, 50 Anos de Fotografia [José Medeiros, 50 years of photography], in Rio de Janeiro, and published a book on his work by the same title.

 

Tags: ,

Image

Μαρία Τσολιά, Νοέμβριος

Μαρία Τσολιά, πεζό

Νοέμβρης αντιφατικός, ενστικτώδης, εσωστρεφής, αινιγματικός. Πορεύεται με άνεση στις υγρές ομίχλες του Broceliande, σε επαφή με το αόρατο, με την όσφρηση της αρκούδας. Τελετουργεί αρχαίες λατρείες της φύσης, όταν πέφτει ο ήλιος. Αυτή είναι η ώρα του. Παλιό porto σε σκοτεινό κελλάρι και άρωμα σανταλόξυλου. Ήχος νάι, κέλτικης άρπας και Bolero του Ravel,ναι αντιφατικός. Στυφή αφθονία από ρόδι και κόκκινα άγρια φρούτα. Βελούδο από κάστανα στη φωτιά. Κυπαρισσί, μπορντώ, μαύρο-γκρι ακατέργαστου γρανίτη. Δάση με κέδρους και βελανιδιές μελιάνες αλλόκοτες. Πέτρινο στενό γεφύρι. Δύση στις απότομες ακτές της Βρετάνης. Φαράγγια στην έρημο της Αμερικής. Θάλασσα ανοιχτή. Θάλασσα μέσα. Περισυλλογή, ενδοσκόπηση, συναίσθηση, παρά μελαγχολία. Μοναχικός σκαπανέας μνήμης. Αλιέας μυστικών, γεμωλόγος και αλχημιστής. Ανάμεσα
στη ζωή και το θάνατο. Αξεχώριστα. Μοιάζει ουδέτερος, αλλά όταν θα φύγει θα σου έχει πάρει ή θα σου έχει δώσει κάτι σημαντικό. Έρωτας και θάνατος. Όχι (μόνον) αυτός ο καθημερινός, ο άλλος, που σου αλλάζει
σχήμα και υπόσταση. Η Ζωή η ίδια.

Πίνακας: Kirra Jamison 

 

Tags:

Image

Η τέχνη ως πρόσχημα

Η τέχνη ως πρόσχημαΟ ώριμος και ενσυνείδητος καλλιτέχνης, απόλυτα αυστηρός και ειλικρινής με τον εαυτό του, ασίγαστος αγωγιάτης και κριτής των μύχιων σκέψεων, του σαρκοβόρου ψυχισμού του, της αέναης πλάνης του, που επικαλύπτει το αβάστακτο και τον ποιεί συνιδρυτή των αισθητικών τοπίων του ευνουχισμού του κόσμου, έχει να αποδεχθεί το οξύμωρο της γενεσιουργού ματαιότητας του κοινωνικού του ρόλου και της ύπαρξής του : η Τέχνη του, η όποια Τέχνη, δεν είναι τίποτε άλλο από μία απλή εφεύρεση, ένα βολικό πρόσχημα για τη συμβολική επένδυση αυτής της ακάματης αδυναμίας του απέναντι στο θάνατο (η στρατευμένη τέχνη είναι ένα πρόσφορο παράδειγμα) και της ασίγαστης ορμής να του αντιταχθεί, μέσα από τη διαφορετική του εγγραφή σε κείνο που τον καταστρέφει.

Φωτό: Robert and Shana Parkeharrison

 

Tags: , , , ,