Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρηματα, διηγήματα και δοκίμια. Από το 2016 επιμελείται την ετήσια περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα.
Στης δύσης.30 ακριβώς, ώρας φτιαγμένης από το χώμα των νεκρών, κι εγγυημένα τρίτης Παρασκευής του μήνα Σεπτεμβρίου, του έτους χίλια και εννιακόσια και κάτι νούμερα υπέρ αναπαύσεως των καιρών, λίγο πριν κλείσει η εβδομάδα το κουτί των τετριμμένων φρυγανιών με μαρμελάδα τριαντάφυλλο, μέσα σε γυάλινο διαφανές βαζάκι φτιαγμένο με το χέρι και λίγους κόκκους από άμμο στη θέση του αμύγδαλου «Φίλα με, Ρόζα!» ακούστηκε.
Εκείνες τις ημέρες είχε μικρά από αέρα ανακατέματα η θάλασσα, κι έτσι κριτσάνιζε αρχαίες ιστορίες από άμμο στα σωθικά τη γλύκας από φύλλα τριαντάφυλλο. Μέσα σε κόκκινο σιρόπι μια γλύκα λίγωνε ό,τι σπασμένο γύρω απ’ το μεδούλι κι αναρριγούσε μνήμες σ’ επιτύμβια σωμάτων μέσα σ’ άλλα. Κι εκείνη η μαρμελάδα τριαντάφυλλο έφθασε, ναι, αλήθεια, σαν ένα μαντάτο σωτηρίας από το Μοναστήρι στης δύσης και τριάντα, όταν η ώρα τύλιγε το χώμα της πλαγιάς, μαύρο, σε κόκκινη σινδόνη, κι άφηνε μπλάβα χειροποίητη κουβέρτα σ’ ένα ερωτικό τρεμούλιασμα στη θάλασσα επάνω. Ήταν η ώρα που σώματα πάντα αναχωρούν απ’ τα δερμάτινα σαρκία να συναντήσουν άλλα σώματα, και αναρριγούν μια ζέστα κι ένα αλάφρωμα, όπως τα βρέφη τρυφερά και ροδαλά αναστενάζουν θνησιγενή απόλαυση από γάλα. Έτσι μόνον η αθωότητα αρμέγει θάνατο να διατελέσει βρέφος εν ζωή.
Εκείνη λοιπόν την ώρα, την ώρα των εκλεκτών πενθών της ομορφιάς, κατέφθασε ένας νάνος μοναχός από το Μοναστήρι — λευκό, στεντόρειο, λυγερό, με μιαν υποψία εγκατάλειψης που φανερώνουν οι ασβεστωμένοι τοίχοι στην πλαγιά, κουρνιάζει μόνον ησυχία για πτερόεσσες ψυχές και κόρακες και οσμές από θυμάρια και φουρνιστό ψωμί και μνήμες που γίνονται σκιές πάνω στους τοίχους, αγαπημένα όλα όπως το μαύρο γάλα που άφθονο ακόμη ρέει από τα σωθικά του Τσέλαν. Εκεί σ’ αυτό το μοναστήρι παρασκευάζεται η μαρμελάδα τριαντάφυλλο, πάνω σ’ αυτόν το βράχο, που λιώνει με βάρος μες στη θάλασσα όλος εγκαύματα από φως την αγριάδα και το κτήνος του ανθρώπου: το βάθος δεν υπόσχεται ανάνηψη, μόνον επιστροφή από άλλον δρόμο ακόμη πιο βαθύ, σ’ άλογα σταυροδρόμια παραλόγου.
Μ’ ένα, λοιπόν, ιμάτιο λευκό, κουτσός, ξυπόλητος, με πόδια που καλπάζανε ανισόρροπα στο χώμα, με πρόσωπο ολόλευκο σαν μνήμα, μπλε γουρλωμένα μάτια —εξείχαν σαν δυο κατάρτια σταυρωτά αποκαθήλωσης Κυρίου— και μ’ ένα κόκκινο σημάδι που χώριζε τα φρύδια, κατέφθασε ο μοναχός ο νάνος, ο τραυλός σε όλα τα τροπάρια, γνωστός στους πάντες με το ωραίο παρατσούκλι το χαρμόσυνο το «Πεθαμένο Χελιδόνι», που περπατάει (γελάγανε τα κτήνη) στη θάλασσα επάνω.
Η ξύλινη πόρτα της καλύβας ήταν ανοιχτή. Μία μικρή λάμπα μόνον αναμμένη. Έσουρε λίγο τα χαλασμένα πόδια του σαν να τα σκούπιζε στην άμμο, σταμάτησε, γέρνοντας το κεφάλι προς τα εμπρός, σαν να έψαχνε βόμβο μύγας μες στην ησυχία. Είδε, κρατώντας την ανάσα. Αριστερά μία ψάθινη καρέκλα, μ’ ένα αμάνικο φόρεμα λευκό και κόκκινο γιακά κι ένα κουτί γαλάζιο όπου πετούσαν χελιδόνια. Από αυτά που βάζουν τα καπέλα ή τίποτε αν δεν υπάρχουν πια καπέλα ή κουτουλάνε όλα τ’ αποφόρια από μνήμες, σακατεμένα απ’ την απόγνωση. Είδε, λοιπόν, κι έκανε α! και μία σκοτωμένη κατσαρίδα που την φλερτάρανε μυρμήγκια πάνω στον φραμπαλά του φουστανιού. Γυναίκα! σκέφτηκε ο έρμος κι έσφιξε στο στέρνο τη φρέσκια μαρμελάδα, σαν να έκανε δέηση, προφέροντας λόγια τραυλά, τρεμουλιαστά, ζεστά που λένε στα τρισάγια. Δεξιά μία κρεμάστρα με ένα μαύρο παντελόνι, ένα λευκό βρακί βαμβακερό, μία αμάνικη φανέλα, ένα κασκέτο. Έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός όπως όταν φαντάζει απίστευτο ό,τι μακελεμένο από τα μάτια. Κι ένιωσε να τον καίει ανάμεσα στα φρύδια το σημάδι. Είχε σταθεί πια στο κέντρο της καλύβας — πάνω στο μαύρο χώμα μία σαγιονάρα πλαστική κι ένα χάρτινο χελιδόνι από αυτά που φτιάχνουν τα παιδάκια στο σχολείο. Δικό μου είναι! σκέφτηκε. Απέναντι ένα ρολόι τοίχου, μέσα σ’ ένα τετράγωνο κουτί, σαν και αυτά που φύλαγαν στο παρελθόν τα τρόφιμα με σήτα. Σταματημένο, γιατί απουσιάζανε οι δείκτες. Στο κέντρο ένα κρεβάτι απ’ όπου «Φίλα με, Ρόζα!» ακούστηκε, στης δύσης και τριάντα ακριβώς λίγο πριν κλείσει η εβδομάδα κι ανοίξει το φθινόπωρο βεντάλιες για τους αέρηδες που επρόκειτο να εισβάλουν στο νησί.
Αυτό.
Ακούστηκε…
Έτσι απλά, τόσο απαλά με τη λεπίδα του αναπόφευκτου «φίλα με, Ρόζα!». Σαν την προστακτική μιας νοσταλγίας ακάματης. Ο Φερδινάρδος αυνανιζόταν στο κρεβάτι. Και κοίταζε ίσα στο κόκκινο σημάδι το Πεθαμένο Χελιδόνι. «Φίλα με, Ρόζα!» του ξανάπε, ετούτη τη φορά σαν να έγραφε με κόκκινο κραγιόν κάτι επάνω σε σελίδα, που είναι ταγμένη κι άγραφη ακόμα να διηγείται ιστορίες, «φίλα με, Ρόζα!» στο ιδρωμένο μέτωπο ρίγησαν δύο ατίθασες ρυτίδες απαρίθμησης θαυμάτων και ύστερα δυνάμωσε ο ήχος στο κρεβάτι, «κι άλλο, Ρόζα, ω κι άλλο…» πετάρισε η σελίδα, τσακίστηκε στα τζάμια, πότισε μ’ έναν σπινθήρα ενέργειας ως και το χώμα της παράγκας «Ρόζα, ω…» Το Πεθαμένο Χελιδόνι άρχισε να τρέμει, και εκτοξεύτηκε έξω από τα τζάμια η σελίδα κι άρχισε να σφαδάζει ηδονή μία μποτίλια γάλα από γυαλί δίπλα στο κρεβάτι, που είχε καθίσει κι άγγιζε ένα αδιάφορο τραπέζι, «Ρόζα, ω… φίλα με, Ρόζα, ω…» το Πεθαμένο Χελιδόνι έκανε το σταυρό του τρεις φορές, «κι άλλο, Ρόζα, ω κι άλλο…» τραύλισε κάτι, κι άρχισε να φτερουγίζει με το κουτσό του βήμα, κραδαίνοντας τα μέλη σαν μια σπασμένη μαριονέτα πανικόβλητη «Ρόζα, ω… φίλα με, Ρόζα, ω…» το Πεθαμένο Χελιδόνι έβγαζε μικρούλικα λυγμούλια όσο ακουμπούσε το χέρι του στο χέρι του Φερδινάρδου που χαιρόταν. Με τ’ άλλο κράταγε γερά τη μαρμελάδα τριαντάφυλλο, ώσπου η ανάσα του Φερδινάρδου έγινε βαριά, μία βραχνή ίνα ήχου με βάθος ήττας επικής «Ρ ό ζ α ω…!» όταν το Πεθαμένο Χελιδόνι τον φίλησε υπέροχα στο στόμα, τραυλίζοντας στο δρόμο για τα χείλη ένα γλυκούλικο τρισάγιο Ιούδα «μα… μαμ.. μανού…λα, μη μ’ α… φή…νεις!»
Αυτό.
Ακούστηκε…
Αυτό.
Ακούστηκε κι αυτό…
artwork : Kenichi Hoshine
Σημείωση: το παρόν κείμενο είχε γραφεί και αποσταλεί σε διαγωνισμό διηγήματος, με τον όρο να συμπεριληφθούν οι επόμενες λέξεις σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό: Θάλασσα, χελιδόνι, άμμος, κουτί, τριαντάφυλλο, χώμα, ρoλόι, ησυχία, σελίδα, αέρας, γάλα.
Δεν έλαβε βραβείο, αλλά ουδόλως μπορεί να ενδιαφέρει το γεγονός ως τέτοιο. Έρωτα δεν μπορούμε να κάνουμε σε όλον τον κόσμο με τη γραφή μας και ούτε μπορεί να είναι και τέτοιου τύπου οι προθέσεις μας. Τουναντίον… Κάποιοι μπορούν να θεωρήσουν ότι δε συνιστά διήγημα επίσης. Κι αυτό δεν μας ενοχλεί. Η αναφορά γίνεται, για να υπάρχει συνέπεια, ως προς το σκέλος που στάθηκε αφορμή για να γραφεί το κείμενο.
“κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα”
Νίκος Καρούζος
«Στην ύλη εισχώρησα» με οιμωγές και γοές ταπείνωσης, με ουρλιαχτά Για τον ξεπεσμό τον αναπόφευκτο Για τη μοιραία ηθική εκχώρηση της επιβίωσης
Ό,τι και αν κάνεις όσο κι αν θεωρείς Η καθημερινότητα στο δικό της δρόμο Σε υποβάλλει μισητά, βδελυρότερο από τοκογλύφο ρυπαρότερο από πόρνη που ασκείται σε παράνομες πεολειχίες
Και σε ποιον την ελπίδα μου να αποτείνω; Εμείς όλοι, οι ίδιοι, δεν είμαστε αυτοί που μας κρεμάσαμε;
Τα γραφτά μου κέρδος δεν μούφεραν ούτε ένα ρούβλι για μισό, ούτε, βεβαίως, από μαόνι έπιπλα λεία. Κ’ εξόν από φρεσκοπλυμένο ένα πουκάμισο, λόγω τιμής δεν έχω τίποτ’ άλλο χρεία
Είμαι ολόκληρο το δωμάτιο. Το σώμα μου είναι έως εκεί που φτάνει η πόρτα. Ούτε χιλιοστό παραπέρα. Ως την καφέ λαδομπογιά της πόρτας. Τα δάχτυλα των χεριών μου είναι σοβατισμένα λευκά με ρελιέφ ειδικό για ταβάνια. Οι γάμπες μου είναι βρόχινα παράθυρα, και οι κολόνες με τις σιδερόβεργες τα τσακισμένα γόνατά μου, φυτρωμένα βαθιά μέσα στη γη. Το στραβοκαρφωμένο ρολόι στο διάδρομο –αυτό που κάθε τόσο το γυρνώ πέντε λεπτά– είναι οι χτύποι της καρδιάς μου. Έξω από δω δεν υπάρχω.
Το βασίλειό μου είναι εδώ, με τις αποθήκες των σπιτιών και τα καμπαναριά, με τα σκυφτά σκυλιά και τις πέτρες στους βρεγμένους χωματόδρομους. Με τα κατεβασμένα καπέλα των χωρικών, με τη σιωπή και το ξεθωριασμένο πορτοκαλί του φθινοπώρου. Με τις λίμνες και τα σκοτεινά δάση, την πρωινή πάχνη πάνω στις στέγες. Με την πανδαισία των αγέννητων λουλουδιών και με τον ήσυχο άνεμο. Οι αισθήσεις μου όλη μέρα ξεσταχίζουν και φουρνίζουν, και τις νύχτες αποκοιμιούνται μ’ ένα χλωμό κίτρινο φως στις σοφίτες, μετρώντας τα σύννεφα. Και τις ατέλειωτες στρατιές των ξωτικών μου. Είμαι ολόκληρο αυτό εδώ το δωμάτιο.
Μόλις βγω από δω εξαϋλώνομαι. Αποσυντίθεμαι και καταστρέφομαι και δυσκολεύομαι κάθε φορά να επιστρέψω. Γι’ αυτό μένω εδώ. Σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο. Η κοιλιά μου είναι αυτό το γραφείο που γράφω. Ο ομφαλός μου για την ακρίβεια, ορθάνοιχτος. Οι φτερούγες των χεριών μου χτυπούν δυνατά πάνω στους τοίχους και κάνουν παράξενους ήχους, απόκοσμους. Μ’ αρέσει αυτή η μουσική. Μ’ αρέσει αυτό το δωμάτιο. Είναι τ’ αυτιά μου. Είμαι αυτό εδώ το δωμάτιο. Το σώμα μου είναι έως εκεί που φτάνει η πόρτα. Ούτε χιλιοστό παραπέρα.
Σκάψαμε με τα χέρια το χώμα της ανάστασης (μήτρα ζωής η γη υιών και θυγατέρων), ποτίζοντας ρίζες που αλωνίσαμε (δούναι και λαβείν κατά φύσιν κεκτημένα), ξεθάβοντας νεκρούς που αφορίσαμε (δούναι και λαβείν παρά φύσιν τεκταινόμενα).
Κατά την άποψη μου, η θέσεις της Ρέας Γαλανάκη και της Εταιρίας Συγγραφέων είναι οι πλέον σαφείς και λογικές, εάν θεωρηθεί ότι υπάρχει στοιχειώδης λογική σε αυτόν τον τόπο!
Kι επειδή… συνδαιτημόνες της γραφής και όχι μόνον της λογοτεχνικής… “η τιμή τιμή δεν έχει”, θα ήταν ευχής έργον να συνειδητοποιούσε πρωτίστως κανείς ότι η συγγραφική πράξη είναι μία πράξη επιθυμίας που σχετίζεται με τον ίδιο τον γράφοντα και ότι ουδείς “σώζει” απολύτως κανέναν αποδέκτη και από τίποτε, ό, τι και αν είναι αυτό που γράφει, για να επιθυμεί και… “τιμητική σύνταξη”. Η πρόταση και η θέση διά μέσου της γραφής, ο άλλος δρόμος που ενδεχομένως κανείς προτείνει δε συνιστά αυτομάτως και “σωτηρία εθνική” για να υπαχθεί το έργο του στην ίδια τάξη με αυτό των πεσόντων στην πρώτη γραμμή της μάχης ή με αυτό της ομάδας των γιατρών που πιθανόν να ανακαλύψουν το εμβόλιο κατά του καρκίνου. Η δε πολιτιστική σήψη αυτού του τόπου αποδεικνύει μάλλον το αντίθετο. Ορδές συγγραφέων και ποιητών, αρχής γενομένης από την κλασική κληρονομιά μας, δεν στάθηκαν ικανοί να δώσουν διαφορετική τροπή σε αυτήν τη χώρα.
Όσοι λοιπόν θεωρούν εαυτόν “επαγγελματία” συγγραφέα, θα όφειλαν να γνωρίζουν ότι επάγγελμα και αμοιβή, σε όλους τους κλάδους, συνοδεύεται από απολαβές και συντάξεις που αφορούν ισότιμα στο οικονομικό κομμάτι όλους όσους βιοπορίζονται και θα όφειλαν να σκεφτούν με ποιον άλλον τρόπο τόσα χρόνια θα μπορούσαν να σιγοντάρουν τα αμφίβολα έσοδα από το “επάγγελμά” τους. Όσο για τις “τιμητικές συντάξεις” κάλλιστα οι αναγνώστες που θεωρούν ότι οφελήθηκαν τα μάλα από την παρουσία του οποιουδήποτε “εθνοσωτήρα συγγραφέα” μπορούν να κληθούν να τις πριμοδοτήσουν.
Για άλλη μία φορά, εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουν! Λυπηρό!
Οι τέσσερις νόμοι της ανθρώπινης βλακείας είναι οι παρακάτω:
1. Πάντα και αναπόφευκτα ο καθένας από μας υποτιμά τον αριθμό των ηλιθίων ατόμων που κυκλοφορούν.
2. Η πιθανότητα να είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ηλίθιο είναι ανεξάρτητη από οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό του ίδιου προσώπου.
3. Ένα ηλίθιο άτομο είναι ένα πρόσωπο που προκαλεί ζημιά σε ένα άλλο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων, χωρίς ταυτόχρονα να εξασφαλίζει κάποιο πλεονέκτημα για το ίδιο. Πολλές φορές, μάλιστα, το ίδιο υφίσταται μιαν απώλεια.
4. Τα μη ηλίθια άτομα υποτιμούν πάντα τη βλαπτική ενέργεια των ηλίθιων ατόμων. Ιδίως οι μη ηλίθιοι ξεχνούν διαρκώς ότι σε οποιαδήποτε στιγμή και τόπο και σε οποιαδήποτε περίσταση η συναναστροφή και/ή ο συγχρωτισμός με ηλίθια άτομα αποδεικνύεται ασφαλώς ένα σοβαρότατο σφάλμα.
Προσωπικά, σκέφτομαι τον τρίτο νόμο περί βλακείας και αναρωτιέμαι αν όντως ο βλαξ εξασφαλίζει κάποιο πλεονέκτημα για τον ίδιο ή όχι. Αντικειμενικά, δε διασφαλίζει, αυτό είναι σίγουρο. Αλλά ο βλαξ τελικά δεν είναι βλαξ, επειδή ακριβώς δεν κάνει ουδεμία επαφή με το αντικειμενικό, αλλά είναι παγιδευμένος στη φαντασιακή εικόνα που έχει για τον κόσμο και αδυνατεί ταυτόχρονα να την επεξεργαστεί παρά τις όποιες κρούσεις για τη λανθασμένη κατεύθυνση;Υπό την έννοια αυτή, ο τρίτος νόμος δεν είναι σε ισχύ, διότι του εξασφαλίζει ένα τεράστιο ψυχικό πλεονέκτημα : συντηρεί την εικόνα του κόσμου που τον συγκροτεί και της οποίας η ανατροπή θα σήμαινε αναποδογύρισμα όλης της κούφιας του ταυτότητας. Επικίνδυνο, παραμονεύει το χάος από κάτω! Εάν κάτι απουσιάζει από τον βλάκα δεν είναι η γνώση των πραγμάτων, αλλά η έλλειψη επίγνωσης σε ό, τι αφορά τη σχέση του με αυτά.
Παράδειγμα: ένας γράφων θεωρεί ότι έχει τόσα πολλά να πει, ώστε βάζει στοίχημα με τον εαυτό του να εκδίδει κάθε χρόνο και επί σειρά πάρα πολλών συναπτών ετών τουλάχιστον δύο… γεμάτα… μυθιστορήματα . Ένας συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του, το θεωρεί τουλάχιστον ηράκλειο άθλο, δεδομένης της εργασίας σε πολλαπλά επίπεδα που απαιτεί η συγγραφή ενός βιβλίου, ας πούμε, 300 σελίδων. Ο υποψιασμένος αναγνώστης διαπιστώνει επίσης ότι η παραγωγή αυτή δε συνιστά παρά ένα φλύαρο προσωπικό ημερολόγιο μηδενικής αξίας. Ο γράφων όμως επιμένει ότι όχι μόνον ασχολείται σοβαρά με το έργο του, αλλά επιπλέον θεωρεί και εαυτόν εξέχοντα παράγοντα… Οι συνεντεύξεις του δε διαβάζονται, διότι όχι μόνον είναι βαρετές και ανούσιες, αλλά και άκρως αποκαλυπτικές όσον αφορά την προβληματική σχέση την οποία έχει με τον εαυτό του, που όχι μόνον απροκάλυπτα κοινοποιεί, αλλά θεωρεί ότι πρόκειται και περί προτερήματος.Αυτός είναι ένας πραγματικά επικίνδυνος άνθρωπος. Δημόσιος κίνδυνος, διότι καταθέτει τη βλακεία του ως σημείο δημοσιοποιημένης αναφοράς για τα “πλήθη” και πόσο μάλλον όταν προβάλλεται και υμνείται στο όνομα είτε των πολιτικών είτε των οικονομικών είτε των μιντιακών είτε του κύκλου των δικών μας κυκλωμάτων. Ο τέταρτος νόμος βρίσκει την ισχύ του εν προκειμένω.
Ιφιγένεια Σιαφάκα Το Τραγούδι του λύγκα Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2011
Μια συνέντευξη με τη συγγραφέα
«Δεν είμαι εγώ που μιλώ, είναι τα πράγματα που μιλούν μέσα από εμένα»
Ντόρα Περτέση (ΝΠ): Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας διαβάζουμε: «Το τραγούδι του λύγκα πραγματεύεται τη σύγκρουση ανάμεσα στα δύο φύλα, προσπαθώντας να ανιχνεύσει και να σχολιάσει τις αιτίες της». Αυτό μου φέρνει στο μυαλό τη λακανική ρήση “Δεν υπάρχει διάφυλη σχέση”, η οποία σημαίνει ότι σχετιζόμαστε με ένα αντικείμενο, με μια φαντασίωση ή με το σύμπτωμα του άλλου και όχι με τον άλλο ως τέτοιον. Σκέφτομαι ότι στο “Τραγούδι του λύγκα” περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Μπορείτε να μας μιλήσετε λίγο για τη σχέση αυτή;
Ιφιγένεια Σιαφάκα (ΙΣ): Ήδη ο τίτλος του βιβλίου, και δη η λέξη «λύγκας», είναι«παραπλανητικός». Είναι μια διαπίστωση την οποία, στο τέλος, κάνει και ο ίδιος ο αναγνώστης. Συνεπώς, ο ίδιος ο τίτλος εμπεριέχει μια ανατροπή, μια μη συνάντηση με το περιεχόμενό του, τουτέστιν τη σύγκρουση φαντασίωσης και πραγματικότητας, για την οποία μιλάτε.
Πράγματι, στο μυθιστόρημα δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των δυο φύλων, αντιθέτως θα βρούμε σχέσεις «νοσηρές», σχέσεις συμπτωμάτων και, κατά κύριο λόγο, αυτή την ανατρεπτική, γκροτέσκικη και τρομακτική σχέση που ενυπάρχει σε μια αρχέγονη φαντασίωση, κυρίως για το γυναικείο, η οποία, εν προκειμένω, δεν σταματά στο εικονικό της περιτύλιγμα, αλλά περνά στην πράξη. Αυτή ακριβώς η λογική πυροδοτεί και την συμπτωματολογία των ηρώων, που είτε είναι πομποί είτε αποδέκτες της σύλληψης για το γυναικείο.
ΝΠ: Μια που αναφέρεστε στο γυναικείο, ακόμη και από την πλευρά της ελληνορωμαϊκής μυθολογίας, αλλά και ψυχαναλυτικά μιλώντας, μήπως μπορούμε να πούμε ότι ο ορισμός του γυναικείου και το γυναικείο, που τόσο πολύ έχει εξυμνηθεί από τους ποιητές -σας υπενθυμίζω ότι ακόμη και ο ίδιος ο Φρόυντ κατέθεσε τα όπλα αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα «του τι είναι γυναίκα»-, μήπως τελικά ο ορισμός του προσκρούει στο σκόπελο του αδύνατου, του ανέφικτου, του άφατου κλπ;
IΣ: Να τα δούμε ένα- ένα. Αρχικά, δεν ξέρω ακριβώς τι τελικά εξυμνείται από τους ποιητές και αν αυτό αποτελεί locus communis για όλους τους γράφοντες ή ιδιωτικές μυθοπλασίες με χρήση απλώς κοινών σημαινόντων. Άλλωστε, αν δούμε την εξέλιξη της λογοτεχνίας, θα παρατηρήσουμε ότι σε κάθε εποχή εξυμνείται και κάτι διαφορετικό. Συνεπώς τα ιδεώδη αλλάζουν, αλλά δεν θεωρώ ότι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα, θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι δομικό.
Θα έλεγα επίσης ότι οι γυναίκες, αν και αγαπούν τα λόγια, δεν έχουν τελικά ανάγκη ούτε από λατρεία ούτε από ύμνους, αλλά από αγάπη.Η εξιδανίκευση είναι ύποπτη, γιατί στην ουσία η γυναίκα είναι απούσα, παρούσα είναι μόνον η εικόνα της ή, μάλλον καλύτερα, η εικόνα της εικόνας της.
Δευτερευόντως, ο Φρόυντ υπήρξε άνδρας. Αντιλαμβάνομαι συνεπώς τη δυσκολία του ως γυναίκα. Έχει δίκιο.
Τρίτον, όλα αυτά τα στερητικά «α» των επιθέτων που χρησιμοποιήσατε για να εντοπίσετε τη δυσκολία ορισμού του γυναικείου, νομίζω ότι μπορούν να εξαλειφθούν, εάν αποδεχτούμε ότι το ερώτημα του τι είναι γυναίκα είναι πολλαπλώς επαναπροσδιορίσημο, κάθε φορά από κάθε γυναίκα. Δεν υπάρχει Γυναίκα, υπάρχουν γυναίκες, και ίσως αυτή να είναι η δυσκολία στην οποία προσκρούει και η αμηχανία με την οποία «εμφανίζεται επί σκηνής» το ανδρικό φύλο, έχοντας σχηματίσει a priori στο μυαλό του ένα μοντέλο για τη μία και ιδανική Γυναίκα. Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, αποτυγχάνει, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, η συνάντηση. Δίνεται η εντύπωση, και αυτό το ακούμε συχνά στις διηγήσεις γυναικών, ότι οι άνδρες, κατά έναν περίεργο τρόπο, κωφεύουν,δεν ακούνε το γυναικείο αίτημα. Μα «για να ακούσεις» πρέπει να έχεις «καθαρά» αυτιά.
ΝΠ: Η συνάντηση αποτυγχάνει, αυτός είναι ο κανόνας, υπάρχουν βεβαίως και κάποιες ευτυχείς στιγμές συναντήσεων, ως εξαίρεση. Εντούτοις, η δική σας συνάντηση με τον γραπτό λόγο, θεωρώ ότι είναι μια ευτυχής συνάντηση για μας τους αναγνώστες. Έχω στο μυαλό μου κάποια αποσπάσματα γραφής σας που, κατά τη γνώμη μου, συνιστούν υφολογική ανατροπή και πρωτοπορία… Θα τολμήσω λοιπόν το εξής ερώτημα: Από ποιον τόπο γράφει ο συγγραφέας;
ΙΣ: Τω όντι, ο γραπτός λόγος είναι ο καλύτερος αρσενικός που συνάντησα ποτέ… Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ούτε από ποιον τόπο γράφει κάθε συγγραφέας, ούτε εάν ο ίδιος τον γνωρίζει συνειδητά. Προσωπικά, εν πλήρει συνειδήσει, γράφω από τον τόπο του υπ-άρχειν. Και ευτυχώς, γιατί είναι ανεξάντλητος. Από εκεί αλιεύω όλο το υλικό μου, επιχειρώντας τη βουτιά που κάθε φορά ευελπιστώ να φέρει στην επιφάνεια το άφατο.Πέραν τούτου, για μένα ο συγγραφέας είναι όπως ο ηθοποιός. Συνιστά φορέα ύφουςκαι όχι πρωταγωνιστή ύφους. Είναι τα πρόσωπα, τα πράγματα, οι συνθήκες, οι καταστάσεις, τα χρώματα, οι μυρωδιές, οι ήχοι που δεν καλείται απλώς να τα περιγράψει και να τα αναπλάσει, αλλά να τα ενσαρκώσει και να τα αισθανθεί βλέποντας και σχολιάζοντας τον κόσμο με τα δικά τους μάτια. Γι’ αυτό και υπάρχουν στο βιβλίο μου εναλλαγές ύφους. Δεν είμαι εγώ που μιλώ, είναι τα πράγματα που μιλούν μέσα από εμένα.
Η συνέντευξη δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2011, λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου. Προσεχώς στα βιβλιοπωλεία το τεύχος στο οποίο φιλοξενείται η συνέντευξη. Περιοδικό Αληtheια, εκδόσεις Πατάκη.
Υπόθεση
Η Τριανταφυλλιά Αηδονοπάτη του Γεωργίου και της Ευλαμπίας, το γένος Παπαμπίτζη, είναι μία πολύ επιτυχημένη αρχιτέκτων με γελοίο όνομα. Η σχέση με την οικογένειά της, και ειδικά με τον επαρχιώτη αυταρχικό πατέρα της, το γυναικείο φύλο και το όνομά της βιώνονται τραυματικά. Σε μία απόπειρα αποθεραπείας, θα υποκύψει στη γοητεία ενός ψυχίατρου-ποιητή της κοσμικής Αθήνας και θα γίνει ερωμένη του. Το τέλος της δεκαετούς σχέσης τους θα είναι αναπάντεχα τραγελαφικό και, καταρρακωμένη από την εμπειρία, θα συναντήσει τον Ιάσονα, έναν ιδιόρρυθμο και επαναστατημένο σαραντάρη ηθοποιό. Η σχέση του Ιάσονα με τον πατέρα του τον Άλεξ, έναν εκκεντρικό αποσυρμένο επιχειρηματία, κρέμεται από μία κλωστή την οποία υποβαστάζει η μυστηριώδης μορφή της ωραίας Αλταμίρας. Όλοι θα αναμετρηθούν σκληρά με τις επιθυμίες, τις αναμονές, τις ματαιώσεις, τις φαντασιώσεις τους, αλλά κυρίως με το απελπισμένο αίτημά τους για αγάπη, η οποία, χλευάζοντάς τους απερίφραστα, θα τους προτείνει Το Τραγούδι του Λύγκα.
Θέμα
Το Τραγούδι του Λύγκα πραγματεύεται τη σύγκρουση ανάμεσα στα δύο φύλα, προσπαθώντας να ανιχνεύσει και να σχολιάσει τις αιτίες της. Βαθιά ερωτικά, τα πρόσωπα του μυθιστορήματος θα δώσουν τα πρωτεία στην ανάδυση του αρχέγονου ανθρώπινου τρόμου που ελλοχεύει στη συνάντηση. Η αλήθεια (ο μύθος) τους αποκαλύπτεται για να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα και να συνομιλήσει με την ελληνορωμαϊκή μυθολογία ως φορέα συμβόλων του τρόπου με τον οποίο η ψυχή αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Για το λόγο αυτό οι σχέσεις τους φαίνονται παράλογες και δεν υπάρχουν ιππότες και πριγκίπισσες ούτε νικητές ή ηττημένοι, μόνον μαριονέτες αντι-ήρωες, που κάποτε αγγίζουν το γκροτέσκο.
H παρούσα ανάρτηση παρουσιάζει τη ροή ολόκληρης της βραδιάς στον πολυχώρο του ΑΙΤΙΟΝ στις 29 Μαρτίου, αφιερωμένη στην ποίηση της Στέλλας Δούμου.
Προσευχή
Θεέ της γραφής, φύλαγέ με
από ουρανούς που δεν τελειώνουν
από τον Κάιν των λέξεων
από τους κύκλους του νερού
που εξαντλούνται στο εγώ
από τις μητέρες των δασών και τους πατέρες
από τα μικρά ζαχαρωτά σπιτάκια
που μέσα τους θάβομαι ζωντανή, γιατί
δεν τολμώ να σπάσω την πόρτα σοκολάτα
(η προτιμώ να τη φάω, όπως άλλωστε και το τελευταίο ποίημα που ξέχασα πως έγραψα )
φύλαγέ με,
από αυτά που η θάλασσα θα μου ζητήσει
φύλαγέ με από τους ήλιους των μπράβο
που θα μου έχουν στερήσει τα λάθη μου
όσο ακριβά κι αν είναι.
Κυρίως φύλαγέ με
από τον εαυτό μου
όταν εισορμώ στο άσπρο ποίημα
με αίματα στα χέρια και μαυρίλα.
φύλαγέ με…
απόλυτα δική σου
με γαλήνια βεβαιότητα.
Πίνακας: Hayn Kahraman
Στις Χαμηλές Οκτάβες οι ποιητικοί τόνοι είναι χαμηλοί, ίσα που ακούγονται. Το ποίημα αναρριχάται σχεδόν ψιθυριστά, σαν να κάνει μία συνειδητή προσπάθεια να μην ενοχλήσει με την παρουσία του (άραγε ποιον;) αλλά να σταθεί διακριτικό σε ολόκληρο το ενδολεκτικό τοπίο που πλάθεται με αυστηρό σχεδιασμό έως το τέλος του. Τέλος όμως πάντα δυνατό, που ακινητοποιεί τον αναγνώστη, επισφραγίζοντας τη συνολική εντύπωση του ποιήματος και που τον αναγκάζει, ίσως και σοκαρισμένο, να το ξαναδιαβάσει. Ωστόσο, ο λεκτικός στόμφος απουσιάζει, υπό την έννοια ότι οι λέξεις που επιλέγονται για να στηθούν οι φράσεις είναι απλές, καθημερινές. Το αποτέλεσμα όμως της σύνθεσης δεν είναι απλό, διότι το ποίημα γράφεται στα ενδιάμεσα των λέξεων σε αυτήν την περίπτωση. Ας προσέξουμε, επί παραδείγματι, τους παρακάτω στίχους. Καμιά φορά έπλεκε δαντέλες αρχαιότητας/ το καταλάβαινα από τον τρόπο/ που τα μάτια του γίνονταν/ δυο μωβ πεταλούδες.Και ας ακούσουμε προσεκτικά ολόκληρο το ποίημα εν συνεχεία.
Μικρή Φωλιά Περιθωρίου
Μια λαμαρίνα νύχτας
έκοψε το λαιμό αυτού του μοναχικού άνδρα.
Ιώδια βροχής
θαρρώ πως χειροτέρεψαν τα πράγματα.
Από τον κομμένο του λαιμό
έτρεχε πολύ φεγγάρι
που είχε μέσα του διαπυηθεί
τόσα ψεύτικα χρόνια
σ’ αυτή τη μικρή φωλιά περιθωρίου.
Καμιά φορά έπλεκε
δαντέλες αρχαιότητας,
το καταλάβαινα από τον τρόπο
που τα μάτια του γίνονταν
δυο μωβ πεταλούδες.
Είχε ξεχάσει πια και να μιλάει ανθρώπινα.
Πότε-πότε του διάβαζα ποιήματα.
Όχι πως ένιωθε.
Έτσι.
«Ράψε με μέσα στον θάνατο σ’ ένα ποίημα
Θέλω να πεθάνω απ’ τα χείλη σου»
μου είπε την τελευταία φορά.
Μα, νόμισα πως δεν το εννοούσε.
Όσο και να ακούγεται περίεργο, δίνω ένα παράδειγμα, οι δαντέλες αρχαιότητας θα σας δώσουν νόημα στο ενδιάμεσό τους, στην παύση που ο νους οφείλει να κάνει για να συνδυάσει την τρυφερότητα, το ρομαντισμό και την ευελιξία του νήματος της δαντέλας, με το παγωμένο μάρμαρο, όπου υπαινίσσεται η λέξη αρχαιότητα…
Μυρτώ Πισπινή, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Στέλλα Δούμου
Ο έρωτας και ο θάνατος είναι εδώ και μάλιστα, αν βλέπαμε τοπολογικά την φράση, ακριβώς εκεί όπου του πρέπει. Στο κενό. Ίσως η ποίηση της Στέλλας Δούμου να μας καλεί και σε πολλαπλές αναγνώσεις, για να αντιληφθούμε τον τόπο στον οποίο βουτά η λέξη για να ανασύρει κάτι πολύ πιο βαθύ, κάτι αόρατο, αλλά και κάτι υπαρκτό συνάμα, στο οποίο κανείς έχει τελικά να αναγνωρίσει την προβληματική του υπαρξισμού και την αγωνία που τη συνοδεύει. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στην Προσευχή
Θεέ της γραφής, φύλαγέ με (…)από τα μικρά ζαχαρωτά σπιτάκιαπου μέσα τους θάβομαι ζωντανή, γιατίδεν τολμώ να σπάσω την πόρτα σοκολάτα(ή προτιμώ να τη φάω, όπως άλλωστε και το τελευταίο ποίημα που ξέχασα πως έγραψα)
Η Στέλλα Δούμου τρώει ποιήματα «προτιμώ να τη φάωόπως άλλωστε και το τελευταίο ποίημα που ξέχασα πως έγραψα», λέει. Βρισκόμαστε ενώπιον μίας απρόσμενης μεταφοράς, που ανατρέπει όλη εκείνη τη φαινομενικά ρεαλιστική εικόνα… τα ζα :haro:τά σ:pita:κια. Θεωρείτε ότι η φράση «ζαχαρωτά σπιτάκια » είναι απλή. Για ακούστε την καλά. Ακούτε τη γλύκα και τον θάνατο; Tο χάρο μέσα στο ζαχαρωτό; Προσέξτε πώς ξεδιπλώνεται με εξαιρετική μαεστρία η ερμηνεία της φράσης από την ίδια την ποιήτρια, φράσης που στην ουσία προοικονομεί την επoμένη: τα μικρά ζαχαρωτά σπιτάκια /που μέσα τους θάβομαι ζωντανή.Και για να θαφτεί ένας άνθρωπος ζωντανός σε κάτι τόσο μικρό, πρέπει κι ο ίδιος να γίνει πολύ, μα πάρα πολύ μικρός, θα έλεγα έμβρυο, αναδιπλωμένο, γυρισμένο σαν μικρή πιτούλα, στριμωγμένο. Για να δούμε και μία άλλη εκδοχή στην ποίηση της Στέλλας, όπου γίνεται λόγος γι’ αυτό το… στρίμωγμα.
Πού μας καλεί να πάμε εδώ η ποίηση της Στέλλας Δούμου; Πού μας παρασέρνει; Στην ανθρώπινη μοίρα και μήτρα ταυτόχρονα, που είναι θηλυκή, γλυκιά, αλλά και τρομακτική, ασφυκτική επίσης μέσα στον υπερπροστατευτισμό της και στην εξαρτησιακή σχέση που μας απαγορεύει να γίνουμε υποκείμενα.
Το καμένο δάσος (Koκκινοσκουφίτσα)
Στο καμένο δάσος
το αίμα των δέντρων
ανάποδα κυλάει
Η κοκκινοσκουφίτσα
θα πιεί απ αυτό,
μα ήδη πια έχει ξεχάσει
το παραμύθι
που την ήθελε αθώα.
Η συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στην ασφάλεια και στην ελευθερία είναι το κέντρο της υπαρξιακής αγωνίας κάθε ανθρώπου, αυτού του αρχέγονου άγχους, του αποπνικτικού ψυχικού κλίματος, που ο Κάφκα το έχει δώσει σε όλο το μεγαλείο του, κυρίως στη Δίκη, όπου ο ήρωάς του βρίσκεται μπροστά σε πόρτες που δε γνωρίζει τι κρύβουν πίσω τους, μου έρχεται και ο Χόλουμπ στον νου με την Πόρτα του… κι εκείνη την προσταγή του Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα…δεν τολμώ να σπάσω την πόρτα σοκολάτα, μας λέει η Στέλλα Δούμου. Kαι ας μην μπερδεύουμε τη θρασυδειλία, την ψευτομαγκιά και την ελευθεριότητα με την ελευθερία. Αυτήν τη βίαιη έξοδο προς τα έξω, η οποία είναι συνονόματη του ο θάνατός σου η ζωή μου.Η ελευθερία είναι επικίνδυνη, διότι έχει ρίσκο, το ρίσκο του βαδίζειν ελεύθερος, που σημαίνει μόνος, παντελώς μόνος, οπότε κάθε ίχνος ανταγωνιστικότητας εκεί εξαφανίζεται. Και η Στέλλα Δούμου αυτή την ανθρώπινη δυσκολία του βαδίσματος του «ανθρώπινου εμβρύου προς τον έξω κόσμο» μας τη δηλώνει με αμεσότητα, ειλικρίνεια και αυθεντικότητα. Δέστε την πόρτα σοκολata. Γιατί η πόρτα να μην είναι από ένα ζαχαρωτό νεράντζι, από ένα καφουρντισμένο αμύγδαλο, πώς ξαφνικά στην εικόνα των ζαχαρωτών εμφανίζεται η σοκολάτα; Προσωπικά, όταν ήμουν μικρή θυμάμαι τη μητέρα μου να μου λέει «Έλα, θα πάμε άτα τώρα…». Δεν τολμά όμως να βαδίσει με αυτόν τον επιθετικό τρόπο προς τα έξω. Πώς απαντάει λοιπόν στον εγκλωβισμό; Τι κάνει; Μένει εκεί στο ποίημα να κλαίει και να κλαίγεται υστερικά; Kαι τι νόημα θα είχε να δημοσιευτεί και να κοινοποιηθεί μια κλάψα, που λίγο πολύ είναι κοινός τόπος για όλους τους ανθρώπους; Τι αξία μπορεί να έχει ένα ποίημα όταν με τη στάση του απέναντι στον κόσμο τον καλεί σε μια μίζερη και προπαντός τυπωμένη ακινητοποίηση;
Πίνακας: Edward Hopper
Θα σε περιμένω εκεί
Θα σε περιμένω εκείπου δυο ουράνια τόξα θα κόβουν τις φλέβες τ’ ουρανού.Εκεί θα σε περιμένω.Να κρατάς κούπανα πιούμε από τις δυο προδοσίεςτην πικρότερη.Με ασημένιο κώδικα θα συνεννοηθούμε.Έλα. Και θα μιλήσουμε κοφτά. Σαν σφαγείς.Kαι μόλις έρθει το ρούμι, θα γελάσουμε, ο ένας φορώντας το σώμα του άλλου.Μετά, θ’ ανοίξουμε σεμνά τους τάφους μας.
Φωτογραφία: Francesco Viscuso
Κάτω από επιστασίες βροχής, θυμηθήκαμε τις συμμαχίες των σωμάτων.Κι αγαπηθήκαμε με ό,τι είχαμε πρόχειρο επάνω μας.Εσύ, με βρεγμένα μάτιακι εγώ με το ίδιο πρόσωπο της νεαρής κερασιάς.
Το χρέος της ποίησης είναι διαφορετικό και μάλιστα υψηλό, αν δει κανείς το πρώτο πρόσωπο, αυτό το εγώ που ο ποιητής φέρνει στην επιφάνεια για να μας μιλήσει. Αυτό το εγώ πρέπει να είναι σπουδαίο, σχεδόν μοναδικό, φάρος, ένα μεταλλαγμένο υποκείμενο μέσα από τη φρίκη των παθών του. Θα μου πείτε ότι υπάρχουν πολλοί αυτόχειρες ποιητές. Ναι, αλλά πολλοί από αυτούς έχουν κάνει δυναμικές εξόδους, τουλάχιστον στο ποίημα. Διότι είχαν και ταλέντο πέρα από κατάθλιψη.
Ο πόνος από μόνος του δεν είναι ποίηση, είναι προσωπικό ημερολόγιο, που καθένας έχει το δικαίωμα να γράψει, αλλά και να κριθεί αυστηρά όταν το δημοσιεύσει. Μην τα μπερδεύουμε αυτά, το ταλέντο πάντα βγάζει προς τα έξω ένα μετουσιωμένο οδυνηρό βίωμα. Ξέρει πού πατάει, γι’ αυτό και δεν είναι φλύαρο επίσης. Δεν κάνει κύκλους, με μια δυο λέξεις έχει χτυπήσει την ουσία.
Τι μας προτείνει λοιπόν η Στέλλα Δούμου, πώς απεγκλωβίζεται εκείνη; Με μία κίνηση προς τα έσω, προς τον εαυτό, τρώει τη σοκολάτα, ενσωματώνει δηλαδή εσωτερικά αυτήν την έννοια της ελευθερίας… οι πιστεύοντες τρώνε αίμα και σώμα Κυρίου… οι ποιητές όμως σοκολάτες. Όπως και να το κάνουμε είναι μετουσιωμένο, λιγότερο κανιβαλικό. Πόσο μάλλον όταν η Στέλλα Δούμου τρώει ποιήματα, όπως ακριβώς τη σοκολατένια πόρτα της. Το ποίημα λοιπόν ως σύμβολο μιας εσωτερικής ελευθερίας, το οποίο βεβαίως ξεχνάει ότι το έγραψε. Γιατί άραγε ; Από σεμνότητα, διότι το ποίημα είναι μονάχα η οδός προς μία εσωτερική κατάβαση και όχι προς μια εξωτερική και επιθετική, ανταγωνιστική σχέση με τον κόσμο, σχέση επιβολής ή, αν θέλετε, κοινωνικής καταξίωσης.
Πίνακας: Josua Flint
Ερμίνα Μαυρομιχάλη
Έσπασε τα δάχτυλά της
σε γραφομηχανές,
να γράφει έρωτες
για να ποιηθούν.
Κάποιοι, πολύ αργότερα,
είπαν πως έγραψε ποιήματα
για έρωτες…
Ειδήμονες.
Όλα τα κάνουν θέαμα.
{νόθο παιδί της Ερμίνας ντ’ Επέστροφα και του Μικέλε-Μάουρο Εσκολάστικο,ναυτικού, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Πέθανε σε νεαρή ηλικία, όταν αποφάσισε πως ήταν μπάσταρδη κι αγράμματη για να την αγαπήσουν και να πλαγιάσουν μαζί της. Πριν πεθάνει, έμπηξε μέσα σε μια γραφομηχανή όσα γράμματα της ήρθαν στο μυαλό.}
Φωτογραφία: Francesco Viscuso
Αυτή ακριβώς η στάση διαπνέει ολόκληρη την ποίησή της, στις Χαμηλές Οκτάβες οι τόνοι είναι χαμηλοί, σε άλλες ποιητικές συλλογές γίνονται πιο έντονοι, κάπου περισσότερο προστακτικοί ή περισσότερο δυναμικοί και ορμητικοί κατά την κατασκευή του στίχου. Σε κάθε περίπτωση όμως, σε δεύτερο επίπεδο, γίνεται αντιληπτή αυτή η παιδική αθωότητα της θέασης του κόσμου, η οποία στο ένα μάτι επενδύεται με θάνατο, στον άλλο με έρωτα και στο μεσοδιάστημα αυτής της φονικής τραμπάλας τα πάντα εξορκίζονται με ένα εξωφρενικό και τολμηρό αναποδογύρισμα αυτής της πραγματικότητας από την κατασκευή εικόνων υψηλής αισθητικής και νοηματικής αξίας που εξισορροπούν το δυσβάσταχτο.
Και η Στέλλα Δούμου αυτήν την ισορροπία ανάμεσα στο αθέατο του τρομακτικού αλλά υπαρκτού ταυτόχρονα μας την μετουσιώνει ποιητικά αναβαθμίζοντας την τραγική ανθρώπινη μοίρα, φέρνοντάς την δηλαδή στο φως, διότι αυτό είναι το χρέος κάθε δημιουργήματος, μέσα από αποκαλυπτικές και ιδιαίτερες εικόνες που λειτουργούν διττά: τραβούν το πέπλο της φρίκης με λεπτότητα. Θα έλεγα λοιπόν ότι η ποίησή της είναι τραγικά όμορφη, όπως άλλωστε και η ίδια η ανθρώπινη φύση.
Αν δεν ματώσεις
Παραμερίζοντας τα εμβλήματα των κορυδαλλών
ξεχνώντας κι αυτήν ακόμα την τάση του ουρανού
να χωνεύει τ’ άστρα,
αδειάζει όλα τα βύσσινα
από τις πληγές σε χάρτινες ομπρέλες.
Έτσι έκανε από πάντα. Κι έβαφε χείλη, νύχια
κι αυτό το σκοτεινό φεγγάρι που έκρυβε ανάμεσα στα πόδια της.
Δεν είναι που αφήνει πίσω της κλάσματα
απ’ όσα δεν έζησε.
Ούτε που τα φτερά την απέρριψαν.
Είναι που τυφλή
θα προκύπτει ολοένα λιγότερη
κι ας τρίβεται επάνω στο καταπίστευμα
αυγερινών
κατοπτρισμών.
Νύχτα με παρθενορραφή
γλειμμένη με όλα τα χρώματα από σπινθηρίζουσες αυλαίες.
Έτσι, για να φθίνει κι άλλο η όρασή της.
Καταπίνει τώρα μικρά κουφέτα από
σπασμένα γυαλιά
κι ας την έλεγαν έξυπνη.
«αν δεν ματώσεις τη γλώσσα, κορίτσι μου,
κανείς δεν σε πιστεύει».
Φωτογραφία: Tim Walker
Πέραν τούτων, στην ποίησή της συνυπάρχουν αναπάντεχα περάσματα, απαλά και υπόγεια ρεύματα που εκτοξεύουν το ποίημα και όλο το νόημα του, που υποτίθεται πως κοιμάται, θα λέγαμε γλυκά, πίσω από την προσποιητή ρεαλιστική αθωότητα της περιγραφής.Τα ποιήματα της Στέλλας Δούμου προσποιούνται απουσία, υπάρχει ένα τάχα δεν… όπως κι εκείνο το νεκροζώντανο κορίτσι σ « τα μικρά ζαχαρωτά σπιτάκια», ένα είναι και ένα μη είναι. Αυτό το τάχα δεν… αφήνει χώρο στον αναγνώστη να τοποθετηθεί στο ποίημα, να ταυτιστεί και ο ίδιος ως μη γνώστης ή να αναπλάσει μέσα από αυτό μιαν άλλη δική του πραγματικότητα.
Πίνακας: Mark Ryden
Η Ταπισερί των Καταραμένων
Θέλω να σας μιλήσω για τ’ αγαπημένα μου χρώματα.
Aυτά που έσταξαν από το αίμα του τελευταίου αηδονιού του Παραδείσου.
Ήταν λιποτάκτης των ροδώνων, γι’ αυτό το κόκκινο που έτρεξε δεν ήταν ακανθώδες, ήταν εκλεπτυσμένο, μα άνευρο χωρίς την βαρύτητα του βελούδου. Είχε λιποτακτήσει κι από τον ουρανό, γι’ αυτό και τα κυανά το απαρνήθηκαν, κρύβοντας όλα τα υπεριώδη τους . Τόσο που ο ουρανός ξερνούσε αυλαίες από νόθο πράσινο που το ακολουθούσαν κι αψέντια στα νερά, σιγά σιγά το τρέλαναν. Μέχρι που σφάχτηκε από Έρωτα για τον Θεό των ανείπωτων χρωμάτων. .. Σφάχτηκε με το ράμφος του σε μια σπηλιά, στα βάθη της Κιργιζίας . Kι ήμουν ο μόνος μάρτυράς του. Μάζεψα το παράξενο αίμα του κι έβαψα τα μάτια μου. Από τότε, πίνω πολύ, κοιμάμαι λίγο και διαβάζω μόνο στον Κιργιζιανό κώδικα τυφλών.
Πίνακας: Michael Cheval
Άλλωστε ένα καλό ποίημα οφείλει να είναι εν μέρει αποκαλυπτικό στις λεπτομέρειες αλλά πλήρες νοήματος στα υπόγεια ρεύματα που καθορίζουν και τη φύση του. Η ποίηση της Στέλλας Δούμου, σε ένα πρώτο επίπεδο, μας ξεγελάει, καθώς δίνει την εντύπωση ότι χρησιμοποιεί αποκλειστικά εκείνα τα τερτίπια του ρεαλισμού. Δεν σταματάει όμως εκεί. Είναι μεγάλο προτέρημα το πέρασμα από το απτό καθημερινό πράγμα, που χρησιμεύει στην κατασκευή της εικόνας, στην ιδέα με τη χρήση της τολμηρής μεταφοράς, και στην αποκωδικοποίηση μέσα από μικρές αποφθεγματικές, θα λέγαμε, φράσεις. Είναι και δύσκολο εγχείρημα στο μικρό χώρο του ποιήματος. Ένα μικρό παραπάτημα μπορεί να καταλήξει σε μεγαλοστομία, παραλήρημα ή στυφή περιγραφή, διαλύοντας ολόκληρο το αρχιτεκτόνημα.
Είναι μεγάλο προτέρημα στη γραφή η έναρξη με τη χρήση των υλικών της απτής πραγματικότητας που πατούν στην εικόνα, για να φτιαχτεί ένας δεύτερος κόσμος, που δίνει την εντύπωση μιας σουρεαλιστικής επανεύρεσης με το πρωταρχικό του αντικείμενο ή μιας κατασκευής τοπίων που θυμίζουν αυτά του μαγικού ρεαλισμού. Τι κάνει ακριβώς η Στέλλα Δούμου; Tα πάντα, αλλά κυρίως προσλαμβάνει τον κόσμο εκστασιακά, ερωτικά και διά μέσου των αισθήσεων. Μπαίνει στα πράγματα, τα πράγματα είναι αυτή και αυτή είναι τα πράγματα.
Δεν διάλεξα, λοιπόν, τυχαία εκείνους τους στίχους με τα ζαχαρωτά σπιτάκια. Εκεί ξεκάθαρα δηλώνεται η ποιητική πρόθεση, ο τόπος από τον οποίο γράφει αλλά και ο τρόπος θέασης της ποίησης. Για να την παρακολουθήσει κανείς, έχει να αφεθεί στη ροή του λόγου και να γίνει αυτό που εκείνη προτείνει για τα πράγματα. Ο τρόπος αυτής της ποίησης ενατενίζει το άπειρο, το ανείπωτο, το αχανές. Ο τόπος της είναι άτοπος και ο χρόνος της άχρονος. Ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται ως έναυσμα ο μύθος, το παραμύθι, ένα γνωστό πρόσωπο από τον κόσμο του θεάματος, ένας πίνακας, το υλικό αυτό δεν γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας με τον γνωστό τρόπο που η όποια παράδοση ή η όποια φήμη μας το παραδίδει. Γίνεται κάτι άλλο, μεταλλάσσεται, παραδίδεται καινούργιο, παίρνει διαφορετική διάσταση. Και αξίζει τον κόπο να το παρακολουθήσετε.
Γι’ αυτό η ποίηση της Στέλλας Δούμου είναι μεγάλη ποίηση, που θα αφήσει τους σπόρους της στα ελληνικά γράμματα. Το πότε θα αναγνωριστεί από το ευρύ κοινό είναι άγνωστο. Ο χρόνος θα τα αποκαλύψει όλα… Είναι ποίηση αληθινή, αυθεντική, σεμνή και ανθρώπινη.
Και έντονα θηλυκή επίσης, υπό την έννοια εκείνης της συμπαντικής χοάνης όπου η γνώση,
που έτσι κι αλλιώς είναι γένους θηλυκού,
εκκολάπτει τη μία και μοναδική αλήθεια.
Και η Στέλλα Δούμου είναι πραγματική γυναίκα.
Ποιήματα διάβασαν η ηθοποιός Μυρτώ Πισπινή, η Μαργαρίτα Βαμβακάρη και η Στέλλα Δούμου. Η Ιφιγένεια Σιαφάκα διάβασε τον Πινόκιο.
Στο πιάνο ήταν ο Θάνος Μαργέτης, ο οποίος συνόδευσε την ονειρική φωνή της Μαριτίνας Ταμπακοπούλου στα τραγούδια που πλαισιώνουν την ανάρτηση αυτή. Ιδιαίτερα θερμές ευχαριστίες στην Μαριτίνα Ταμπακοπούλου, η οποία εμφανίζεται αποκλειστικά και μόνο σε μεγάλες σκηνές της Ελλάδας και του εξωτερικού, και η φιλία της οποίας τίμησε τη Στέλλα Δούμου και όλους εμάς που είχαμε τη μεγάλη τύχη να απολαύσουμε στο ΑΙΤΙΟΝ ένα πραγματικά τεράστιο ταλέντο με θεϊκή φωνή και ερμηνεία.