
Φωτό: Jaromir Funke
Κείμενο σε πράσινο βρύων, χαμηλά, κοντά σε ρίζα δρυός.
Ο Γραφιάς κοιμάται χλοερός
Υπάρχει κάποιος που κοιμάται χρόνια τώρα. Πετάνε γύρω του πουλιά. Περνούν από το στήθος του καράβια. Πάνω στα βλέφαρά του τα κλειστά στεγνώνουν πρωτοβρόχια. Όμως εκείνος δεν τους δίνει σημασία. «Έχω μια αγάπη εκεί, μέσα στο όνειρο», λέει και ξαναλέει παραμιλώντας.
Διαβάτες έρχονται από μακριά και τον κοιτούν. Σηκώνουνε τους ώμους. Προσπερνάνε. Κάποιες σεμνούλες μυροφόρες τόνε νομίζουνε νεκρό. Λουλούδια φέρνουν και του ραίνουνε την κόμη. Κι ένα κορίτσι τόσο δα όταν ξυπνήσει θα τον πάρει για πατέρα. Όμως εκείνος δεν αλλάζει ούτε πλευρό. «Έχω μια αγάπη εκεί, μέσα στο όνειρο», λέει και ξαναλέει παραμιλώντας.
Θα ’ρθει καιρός που μία ετέρα –η τελική– πραγματικότητα θα επιμείνει. Θα σκύψει πάνω του κι από τον ώμο στιβαρά θα τον τραντάξει. Θα ’χει στον κόρφο της στυγνά πολλά να τον φιλέψει. Και πάνω απ’ όλα – το αναπότρεπτο της λήθης, τη σκουριά, τα πράγματα που είναι έτσι όπως είναι. Όμως εκείνος δεν θα βγει από τον ύπνο του. «Έχω μια αγάπη εκεί, μέσα στο όνειρο», λέει και ξαναλέει παραμιλώντας.
***
(Παρακαλώ σας, μη νομίσετε πως οι αγάπες των ονείρων είναι πρόθυμες. Κοιτούν μπροστά, κοιτούν αλλού, με βλέμμα ψύχραιμο ωσάν της σαύρας. Ενώ εκείνος θα κοιμάται αναλφάβητος στο ξύλο, χωρίς ούτε ένα όνομα να ενσαρκώνει.
Δεν πρόκειται να βγει από τον ύπνο. Ίδια ερημιά είναι κι εκεί, όμως αυτόν στο όνειρο τον έταξε η μοίρα. «Έχω μια αγάπη εκεί, μέσα στο όνειρο», λέει και ξαναλέει παραμιλώντας.)
Πίνακες: Peter Mitchev, Philippe Vercellotti
Καλoτάξιδο, Πάνο!

«Τόκος και τοκετός μαζί, τα χρωστούμενα που πρέπει να πληρώσεις σ’ αυτόν που σε δάνεισε, αλλά και μια τρίτη εκδοχή, ο τόκος με την έννοια της δημιουργίας. Όταν είναι να γίνει κάτι που δεν γίνεται, μέσα σε μια χώρα που σκοτώνει ό,τι είναι να γεννηθεί. Συγκινούμαι που μιλώ γι’ αυτή τη νοοτροπία, αλλά έτσι είναι. Και σκέφτομαι τον Μητρόπουλο, γιατί κι εκείνος ήταν ένα από τα παιδιά της Ελλάδος που ανατρίχιαζαν με την ιδέα να γυρίσουν πίσω σε μια χώρα που δεν αφήνει τίποτα όρθιο».
http://www.staxtes.com/2013/05/blog-post_9454.html
Μιλώντας για τη σημερινή Ελλάδα στη «Lifo», ανέφερε: «Δεν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα σε αυτήν τη χώρα. Είναι συνηθισμένος ο πυρήνας των ανθρώπων σε λειτουργίες συμφεροντολογικές. Είναι διχασμένοι οι άνθρωποι. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί ένας κριτικός θεάτρου να γράψει τα καλύτερα για τους φίλους του, χωρίς να το πιστεύει. Να το υποστηρίζει, χωρίς να το πιστεύει. Με την ίδια ευκολία που απογειώνει μετριότητες, καταβαραθρώνει αυτούς που αξίζουν. Έτσι οι άνθρωποι χάνουν το γούστο τους. Δεν έχουν πια γούστο κι αυτό γίνεται συνήθεια». Και κατέληγε: «Δεν με συγκινούν τα ωραία. Με συγκινεί η χώρα μου γιατί την έχω συνηθίσει….. Είχα κάθε ευκαιρία, και πολύ καλές καλλιτεχνικά, να φύγω εξωτερικό. Σχεδόν δεν θέλησα. Εύρισκα τρόπους να μην πηγαίνω. Θα ήταν ενδιαφέρον να πήγαινα, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ότι έχω λύσει κάτι βασικό εδώ. Μια φορά, ένα πολύ μεγάλο θέατρο μου έκανε μια πρόταση και μου έστειλε ηθοποιούς να διαλέξω. Όταν τους είδα, έκανα την πολύ ηλίθια σκέψη ότι με αυτούς θα έχω τελειώσει την παράσταση σε δεκαπέντε μέρες. Μα, είναι δυνατόν να κάνω εγώ παράσταση σε δεκαπέντε μέρες;»
http://totetartokoudouni.blogspot.gr/2013/05/blog-post_2.html

.Όσο για μένα, που τολμώ –ο γελωτοποιός– τα τοπία της ψυχής του πρώτου και ομορφότερου φιλιού να περιγράψω… Σε χώρο ασφυκτικό, ανάμεσα σε πόδια γιγάντων κάτω από ένα αποκριάτικο τραπέζι γεννήθηκε το πρώτο το φιλί, μαζί με την απαγορευμένη αρετή του. Μετά φορέσαμε ξανά τις μάσκες και αναδυθήκαμε από της ιεράς τράπεζας το χώρο. Στη συνέχεια η πορεία μου υπήρξε άμπωτις και πλημμυρίς ψιθύρων και κραυγών, συναθροίσεις χειλιών από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου, ώσπου κάποτε, στη μέση ηλικία, όταν η γεύση των χειλέων έγινε μόνιμα αλμυρή. Βούλιαξα στη θάλασσά τους και ναυαγός πιάστηκα από το σωτήριο το σανίδι, μα ήταν πτερύγιο καρχαρία και το υπόλοιπο ταξίδι μου η άγρια αιμορραγούσα η πορεία του, επωδός της άναρχης του έρωτα φυγής.
http://www.staxtes.com/2013/04/blog-post_11.html
Φωτό: Catrin Welz Stein
.
.

Πρωτομαγιά 1971, Δελφοί
(εγώ αυτοπροσώπως μετά στεφάνου φτιαγμένου απ’ τα τετράχρονα χεράκια μου…)

.
.
.
Λεία επιδερμίδα λευκή μυρίζει βανίλια και δαμάσκηνο
Χαμογελάει και ανατέλλει η ροδαλή έως
Τα στήθη της δύο πορτοκάλια πορφυρά
Με ένα κεράσι στο σημείο του ανθού
Τη φιλάει και εκείνη,
του δίνει τη γλώσσα της χορευτικά
Την δαγκώνει στο λαιμό κι αναστενάζει
Τη φιλάει και τη γλείφει καθώς
Στο τρυφερό πηγάδι της κατηφορίζει
Χρυσίζει το μέτωπό της και το κορμί της
Σε τόξο αρμονικό τον μαγνητίζει,
Και κείνος το δροσερό μουνί φιλάει
Κι αχόρταγα τη μύτη του βυθάει
Την εύγεστη ουσία της καθώς τρυγάει,
Τεντώνεται, άρπας χορδή και αναστενάζει
Με τους χυμούς της τον μεθάει
κι αυτός σε οίστρο θαμπό ηδονίζεται
σκληρός και αλύπητος, αγρίμι κι απολίτιστος
Να τη τρυπήσει θέλει ,
όλη η παιδεία του και ο πολιτισμός
σε ένα σημείο, Ηomo erectus
.
.
Xυμάει μέσα της και το γλυκό μουνί της
Τον δαγκώνει, χίλιες γλυκές γλώσσες
τον φιλούν και τον κραδαίνουν ,
τη φιλάει και τη δαγκώνει στα πλευρά
βυθίζεται και ανασηκώνεται
λαχταράει και ξεψυχάει,
γλύκα που λιγώνει,
με μια κίνηση επιτακτική την γυρίζει
είναι τώρα ένα σερνικό και ένα θηλυκό
που διάπυροι λιώνουν στις σπηλιές του Κρο Μανιόν
φωτιά, ηδονή, ανταύγειες πορφυρές
σκιές και δέος ανάμικτα σε άναρθρες κραυγές
το κορμί της έχει γίνει μαλακό σα πλαστελίνη
αντιδρά στο παλλόμενο μέσα της
υνί του, με σπασμούς χορεύοντας ταμ ταμ
χαϊδεύοντας σε μια τελετουργία
εκρηκτική την κλειτορίδα της,
η όσφρηση του γεμάτη είναι από γλυκιά βανίλια
και η όραση του θολή απ’ το γυμνό κορμί,
τι θάνατος για μια στιγμή,
.
.
κουνάει τρυφερά τους γλουτούς της και όπως είναι
διπλωμένη σε μια εκμαυλιστική θεατρικότητα υποταγής
στο έλεος του πόθου του την πλημμυρίζει
με το ποτάμι της άρρητης του ηδονής,
για ένα του δευτερολέπτου δισεκατομμυριοστό
μικρό, στριμωγμένο σε μια του ορμέμφυτου γωνία,
έχοντας στο παρόν παραμείνει
προνόησε προφύλαξη να φέρει.
Την επόμενη στιγμή είναι δύο συναινούντες ενήλικοι.
Αυτός ανάβει τσιγάρο και πυκνά φυσά τον καπνό
Αυτάρεσκα, Εκείνη αναδεύει το αίσθημα της.
.
.

Το παιχνίδι με τις λέξεις δεν προσεγγίζει απαραίτητα
την ποίηση.
Ο ποιητής δεν ζει στο χρόνο που αντιλαμβανόμαστε.
Και είναι σπάνιος, όσο ένας πελαργός σε ουρανοξύστη
και όσο ένα τζιτζίκι σε άδεντρο πέλαγος.

Σε διάφορες φάσεις της νεότερης ελληνικής ιστορίας οι καλύτεροι έφευγαν στο εξωτερικό και έμεναν πίσω οι δοσίλογοι, αυτοί που δεν άξιζαν. Για αυτό και έχουμε τώρα αυτές τις συνέπειες. Πάντα βρίσκουμε μία αφορμή, να εξοστρακίζουμε τους καλύτερους στο εξωτερικό, κατηγορώντας τους ως κομμουνιστές, φασίστες, ή ότι δεν είναι χριστιανοί. Πάντα βρίσκουμε μία μαγική λέξη, να τους τη φορτώσουμε και να τους “ξεφορτωθούμε”.
————————————————————————————————————————————
Το πρώτο πράγμα που θα έκανα θα ήταν να προσπαθήσω να καταργήσω τον λαικισμό. Από τον Οκτώβριο του ’81, επικρατεί ένας άκρατος λαϊκισμός στην Ελλάδα και αριστερός και δεξιός. Τον πληρώνουμε μέχρι και σήμερα. Δηλαδή, θα ήθελα να σταματήσω την πολιτική τακτική του «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα». Θα ήθελα οι Έλληνες να σοβαρευτούν λίγο.
Το πρώτο μέλημά μου θα ήταν να περάσω στον κόσμο ότι πρέπει να πιστέψουν στον εαυτό τους και να μην εξαρτώνται από τα κόμματα, κ.α. Έπειτα θα δημιουργούσα μία ομάδα δίπλα μου από αύθαρτους, ικανούς, νέους ανθρώπους.
Γιατί σας απέκλεισε το πανεπιστήμιο Αθηνών ως υποψήφιο καθηγητή το 1998, ενώ είχατε ήδη εκλεγεί ακαδημαϊκός από το 1997;
Γιατί έτρεφαν φθόνο και μίσος για μένα. Αυτή η ιστορία είναι η κλασική ιστορία της μισαλλοδοξίας. Έγινε μια ψηφορία με 4 ψήφους υπέρ μου και 6 κατά.
Ήταν και χαζοί βέβαια, γιατί αν με είχαν αφήσει να γίνω καθηγητής τότε δεν θα με ήξερε ούτε η μάνα μου σήμερα. Με αυτό που συνέβη με έμαθε ο κόσμος εδώ, γιατί τότε η κοινή γνώμη είχε αντιδράσει πάρα πολύ έντονα.
Είστε υπέρ της αξιολόγησης στα πανεπιστήμια;
Είμαι 100% υπέρ της αξιολόγησης. Το θεωρώ απαράδεκτο ότι δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση. Εγώ κάθε χρόνο κάθομαι και γράφω report.
Όσοι δεν θέλουν την αξιολόγηση θα πρέπει να σταματήσουν να πληρώνονται.
Η ελληνική πανεπιστημιακή μαφία δεν παίζεται…
http://maga.gr/2013/04/26/o-kathigitis-dimitris-nanopoulos-sto-maga-gr/