RSS

Monthly Archives: January 2019

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO

.

Kαι συνέβη διάφοροι φίλοι και εταίροι των όσων χάθηκαν χτισμένοι μέσα στην Εθνική Βουλή να οργανώσουν ένα ομαδικό barbecue–μνημόσυνο στην πλατεία του χτηρίου. Οι, προς ώρας, επιζήσαντες πραγματοποίησαν επί τόπου ένα κοσμικό και πολιτικό και κοινωνικό συλλαλητήριο, αν και δεν ήξεραν εναντίον τίνος. Πάντως έψαλαν το «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς», χόρεψαν το τανγκό «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι», επίσης τον θούριο-μαρς «Δεν θα την πάρουνε ποτέ τη γη των αυτοχθόνων», συνοδευόμενα με κραυγούλες του είδους oh! baby, baby. Είχαν προσέλθει και άτομα γαλαζωπού αίματος, μοντέλα, μοντελίστ, είδωλα του Τύπου, όλοι εξωσθέντες από τα ορεινά προάστια (το γκρουπόσκυλο Φωτούλα φαίνεται κάπου ολιγώρισε) και εκραύγαζαν, Εσείς τους εψηφίσατε, όχι ο Θεός!  Ο Θεός δεν είναι οβελιστής ούτε σουβλατζής! Yποψιάστηκαν επίσης τις γειτόνισσες χώρες και κυβερνήσεις, πως ίσως είχαν χώσει δάχτυλο χοντρό και μακρύ, υποδαυλιζόμενες από άλλες χώρες αλλοδαπότερες. Κι επειδή φοβήθηκαν μήπως η αντίστασή τους συναντήσει αντί-αντίσταση, αλλά και προέκταση του αστικού λοιμού, αποφάσισαν να μετακομίσουν τον θρήνο τους όλοι μαζύ στην υπεραστική Νήσο Μέδουσα, επειδή, είπαν, ποιες δυνάμεις γήινες ή άλλου επιπέδου θα αποτολμήσουν τέτοια υπερκοσμική νήσο! Θα δημιουργηθεί διεθνές τουριστικό επεισόδιο. Και, επιπλέον, μήνες τώρα είχαν να πλεύσουν προς Μέδουσα, που ενδεχομένως θα τους παρεξηγούσε. Και με αυτήν τη φιλοσοφία έπλευσαν.

 

Η νήσος Μέδουσα –το επώνυμό της ήταν αυτό– έφερε το βαπτιστικό όνομα Γοργόνα, στη δε ταυτότητά της δηλωνόταν ως κόρη της Μυρτάλης (η μετέπειτα Ολυμπιάς) και νόμιμη αδελφή του Μεγαλέξανδρου, το πιστοποιούσαν και όλα τα λαϊκά ποιήματα και παραμύθια. Γι’ αυτό έκανε τσεκάπ στις διερχόμενες φρεγάδες, να εξακριβώσει εάν ζει και πού ο αδερφός της και γενικώς παρενοχλούσε τα πλεούμενα. Στη νεανική ηλικία της την είχε καθαρίσει κάποιος Περσέας και, αντί ψυχικής οδύνης, οι συγγενείς τη μεταμόρφωσαν σε Νήσο Μέδουσα, που ανήλθε κοινωνικώς και απάνω της παραθέριζαν χειμώνα-καλοκαίρι και πραγματοποιούσαν τα πηδήγματά τους οι πλέον φιρμάτοι κώλοι της υδρογείου. Και έτσι τα λείψανα διασημοτήτων της πρωτεύουσας κατέστησαν τη Μέδουσα νήσο αριστοκρατική. Επιστράτευσαν πλοία εξαώροφα και πλοιοκτήτες με πείρα προπολεμική, αεροπλάνα κοσμικών συγκοινωνιών, ορισμένοι ανυπόμονοι και αερόστατα, καθώς και επαγγελματίες βαστάζοντας κολυμβητες, για να μεταφέρονται ιππαστί κατά τους κολυμβητικούς αγώνες. Και συνάχτηκαν εκεί γενικώς οι ανωτέρας κοινωνίας, όσοι διέθεταν οικόσημο και οικογενειακό δενδρύλλιο. […] Στην ουσία, η Νήσος Μέδουσα ήταν ένα νησί χωρίς βάθος, σε σχήμα πιατέλας για μουσταλευριά. Γι’ αυτό, και με τα υπέβαρα ονόματα στην πλάτη, εμπατάρισε και όλα της τα κατοικίδια, σερβιτόροι, μοντέλα και παρεμφερή, τα άδειασε πλαγιαστά στο πέλαγος. Η Νήσος τελικά προγραμμάτισε να μείνει μόνο τρία χρόνια στα βάθη. Όσο για τους καλεσμένους της, είχαν το ελεύθερο να εκβρασθούν όποτε θα τους έκανε κέφι.

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO, από το κεφάλαιο Νήσος ναυαγεί και βουλιάζει,  σελ. 95 κ.ε., Καστανιώτης 2009

 

 

Βασίλης Καραβίτης, Προβλήματα όχι μόνο αισθητικής

.

Αντί να χαιρόμαστε έναν ωραίο πίνακα
στεκόμαστε και ψάχνουμε για τεχνοτροπίες.
Αντί ν’ αγαπάμε ένα μικρό σκυλί
μάς απασχολεί η σπάνια ράτσα του.
Αντί να φροντίζουμε μια ταπεινή λουίζα
μάς κόφτει η αρμονία του κήπου.
Στο τέλος, καθόλου
φιλότεχνοι, φιλόζωοι ή φιλανθείς.
Με τέτοιο έντονο πρόβλημα αισθητικής,
περίεργο που διακρίνουμε ακόμα ανθρώπους,
ιδίως εκείνους με τα σημάδια ακόμα
από φτερούγες στην πλάτη τους.
Κι ούτε κατανοούμε για λίγο
το μέλλον της ειδικής αναπηρίας τους,
το γεγονός ότι δεν πρόκειται να πετάξουν
έχοντας νιώσει κάποτε
κάπως σαν άγγελοι ή σαν πουλιά.

Ούτε φιλάνθρωποι, λοιπόν.

Bασίλης Καραβίτης, Προβλήματα όχι μόνο αισθητικής, από τη συλλογή Το αγαθό σκοτάδι, Κέδρος 1997

Artwork: Stephanie Rubiano

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς

163. Στην Ελλάδα, καθώς παραβλέπουμε τη βαρύτητα του έντεχνου πεζού λόγου, αφήσαμε την υπόθεση σε δημοσιογράφους που εισβάλλουν στους τόπους της κριτικής χωρίς την εμπειρία της υψηλής λογοτεχνίας και ανίδεοι για το τι μπορεί να σημαίνει η παρέμβασή τους. Αυτά τα κενά είναι πρόδηλα στις επιλογές εύκολα προσβάσιμων έργων με συζητήσιμη λογοτεχνική δύναμη, όπως και στη φλύαρη εξιστόρηση της πλοκής τους. Χωρίς εμβάθυνση όμως στο θέμα που αποδίδει η μορφή-περιεχόμενό τους, δεν μπορεί να γίνει αξιολόγηση των έργων που θα συνέβαλλε στην αισθητική διαμόρφωση του κοινού. Αυτήν την υποβάθμιση της λογοτεχνίας εξηγεί η απουσία αληθινού ενδιαφέροντος, καθώς βιβλιοπαρουσιαστές όπως και διδάσκοντες το μάθημα της λογοτεχνίας δεν έχουν πάντα σαφή εικόνα της ιστορίας του πολιτισμού και της ιστορίας της λογοτεχνίας που θα σχημάτιζαν, αν πραγματικά τους ενδιέφερε. Συγγραφείς όπως ο Μπέρχαρντ, ο Γκάντα, η Γέλινεκ, ο Ζέμπαλντ, αλλά και άλλοι νεότεροι όπως ο Λάζλο Κραζναχορκάι ή παλαιότεροι, όπως ο Μούζιλ ή ο Μπροχ δεν είναι εύκολοι ούτε τόσο ευχάριστοι. Ο αναγνώστης δεν θα τους διάβαζε, αν ήταν στο χέρι του να επιλέξει τα εύκολα. Αν, όμως, τους βρίσκει στις Εθνικές Βιβλιοθήκες, και αν τους διαβάζει, είναι με την παρέμβαση αληθινών κριτικών, που είναι σε θέση να αναδείξουν ποιοι συγγραφείς είναι το συμβολικό κεφάλαιο της χώρας τους, αν τα έργα ανήκουν στην εγχώρια λογοτεχνία. Όλα, όμως, από κάτι αρχίζουν, ένα φευγαλέο ερέθισμα μπορεί να είναι για τον αναγνώστη η αρχή μιας ολόκληρης ιστορίας προσωπικών διεργασιών. Στο Δουβλίνο, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων εικονίζονται οι σπουδαιότεροι από τους κλασικούς Ιρλανδούς συγγραφείς, από τον Τζόναθαν Σουίφτ ώς τον Μπέκετ. Στις προθήκες των δικών μας βιβλιοπωλείων δεν υπάρχει πουθενά “Η γυναίκα της Ζάκυνθος του Σολωμού”, “Η πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη”, “Η Φόνισα του Παπαδιαμάντη”, “Το αμάρτημα της μητρός μου” του Βιζυηνού ή το “Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; ” της Μ. Αξιώτη, “Η βάρδια” του Καββαδία, και τόσα άλλα.

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς, Μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας, σ. 195-196, Γαβριηλίδης 2016.

Αrtwork : Sarah Wickings

 

 

Τζαίημς Τζόυς, Η πανσιόν

Η Πόλλυ ήταν ένα αδύνατο κορίτσι δεκαεννιά χρονών. Είχε ανοιχτόχρωμα και μαλακά μαλλιά κι ένα μικρό σαρκώδες στόμα. Τα μάτια της, που ήταν γκρίζα με πράσινη απόχρωση, είχαν  τη συνήθεια να κοιτάζουν προς τα πάνω όταν εκείνη μιλούσε σε κάποιον, πράγμα που την έκανε να μοιάζει με μια μικρή διεστραμμένη μαντόνα. Η κυρία Μούνεϋ είχε στείλει αρχικά την κόρη της να δουλέψει δακτυλογράφος στο γραφείο ενός σιταρέμπορου αλλά, καθώς  ένας αχρείος υπάλληλος της δημαρχίας συνήθιζε να περνάει  μέρα παρά μέρα από το γραφείο ζητώντας  την άδεια να  πει δήθεν δυο λόγια στην κόρη του, πήρε την κόρη της πίσω στο σπίτι και την έβαλε να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Καθώς η Πόλλυ ήταν πολύ ζωηρή, η πρόθεση της μητέρας της ήταν να εξυπηρετεί εκείνη τους νεαρούς. Εξάλλου στους νεαρούς αρέσει πολύ να νιώθουν κοντά τους την παρουσία μιας νεαρής κοπέλας. Η Πόλλυ, βέβαια, φλέρταρε με τους νεαρούς, αλλά η κυρία  Μούνεϋ, που ήταν καπάτσα, ήξερε πως οι νεαροί περνούσαν μόνο τον καιρό τους και κανένας τους δεν είχε σοβαρό σκοπό. Έτσι πήγαιναν τα πράγματα για αρκετό καιρό, και η κυρία Μούνεϋ είχε αρχίσει να σκέφτεται να στείλει την Πόλλυ πίσω στη γραφομηχανή, όταν παρατήρησε πως κάτι έτρεχε ανάμεσα στην Πόλλυ και σ’ έναν απ’ τους νεαρούς. Παρακολούθησε το ζευγάρι και έκανε τα σχέδιά της.
Η Πόλλυ κατάλαβε πως την παρακολουθούσαν, ωστόσο η επίμονη σιωπή της μητέρας της δεν μπορούσε να παρεξηγηθεί. Δεν υπήρξε καμιά φανερή συνενοχή ανάμεσα σε μητέρα και κόρη, καμιά φανερή συνεννόηση, αλλά, παρόλο που όλοι μέσα στο σπίτι μιλούσαν για τη σχέση του ζευγαριού, η κυρία Μούνεϋ εξακολουθούσε να μην παρεμβαίνει. Η Πόλλυ άρχισε να συμπεριφέρεται περίεργα και ο νεαρός τελικά  θορυβήθηκε. Τέλος, όταν η κυρία Μούνεϋ έκρινε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή, επενέβη. Διαχειριζόταν τα ηθικά ζητήματα όπως ο χασάπης το κρέας: και σ’ αυτή την περίπτωση είχε πάρει την απόφασή της.

Τζαίημς Τζόυς, Η πανσιόν (απόσπασμα), μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.91/2018

Artwork:Balthus

 

Γιάννης Τσίγκρας, Σα να ’ταν μανουάλια

.

Αυτός ο άνθρωπος απολογείται στα δέντρα
ζητώντας, μ’ ένα του χεριού του τίναγμα,
την υπόκρουση ενός μαντολίνου,
όπως ο σαλτιμπάγκος κρέμεται, για να υπάρξει,
Από την πίκρα και το γέλιο των αγνώστων.

Αυτός ο άνθρωπος περιγράφει στα φυλλώματα,
την ουσία της αθωότητας,
όσων περπατούν ακόμη στο όνειρο ενός πουλιού.
Κι οι κομήτες μπαίνουν στο δωμάτιο
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
και τα μπαούλα αχνίζουν τα νυχτερινά του Σοπέν.

Α, υπήρξε η εποχή που ο αρχάγγελος
υάκινθο, αντί για ρομφαία, κρατούσε
και όριζαν οι τελευταίες παιδικές φωνές
δρόμους προς το φεγγάρι.

Υπήρξεν η εποχή που οι γυναίκες
έψαχναν, κάτω από τη σκάλα, για τους πεθαμένους τους
κι ένας μικρός αέρας από το παράθυρο
έσβηνε τα μεγάλα μάτια τους
σα να’ ταν μανουάλια.

Artwork: Katherine Boland

 

Μαρία Μανδάλου, Παρείσακτος

.

Το βράδυ εκείνο που τον κράτησα στην αγκαλιά μου γυμνό, σάρκα λευκή, ολότελα άτριχο, σώμα φιδιού απ’ αυτά που δεν μου γουστάρουν, μες στον ιδρώτα τα ξανθά του μαλλιά, μεσοκαιρίτης με κάτι μάτια σεληνιασμένα, πάντρεμα θάλασσας και χλοϊσμένης γης, μου ιστόρησε εύθραυστος την αναπάντεχη συφορά, σωστός λαβύρινθος, με δίχως μινώταυρο ωστόσο, καιρός καχεκτικός και μαραζιάρης, ρωτάκιζε τις λέξεις και παγιδευόταν στα φλασμπάκ που ήρθε κι έπεσε σ’ όλους τους νερόλακκους μέσα, ξεκινώντας απ’ αυτούς της βροχής, έπειτα μέσα στα ποτάμια, στις κολυμπήθρες, και η πρώην από κοντά να κρατάει ομπρέλα ανοιχτή στην καταιγίδα να του παραστέκεται.

Κι εκεί που τα ιστορούσε μεθυσμένος απ’ το τσιγαριλίκι, του ανέβαινε η πίεση κι εγώ έβλεπα κεράσι το σώμα του, καρπό τραγανό που τον τρυγούσα αναισθήτως, σηκώθηκε να πιει νερό, φοβήθηκα μη μου μείνει στα χέρια, στα σκέλια ανάμεσα, τον ονειρεύτηκα κένταυρο να λούζεται στη λασπουριά, το πόσα λίγα ήξερα γι’ αυτόν, ένας άγνωστος, πνιγμένος στο γαλάζιο των ματιών του, Την ουτοπία να βαστήξουμε, όλο μουρμούριζε, τρελός από έρωτα, λαβωμένος από θλίψη.

Κι εγώ, ανείπωτος βρικόλακας, να του ρουφάω κερασάκια τις λέξεις για ένα κείμενο φτωχό, για μια σελίδα νοσηρές σημειώσεις κάτι σαν ποίηση, λαϊκό ανάγνωσμα στερημένο πνοής και φιλότητας.

Μαρία Μανδάλου, Παρείσακτος από τη συλλογή Μεταποιητική της ενοχής και άλλα ποιήματα (Τυπωθήτω, σειρά Λάλον Ύδωρ, 2009)

Artwork: Ray Caesar

 

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Παράξενα φυτά

.

Παράξενα φυτά φυτρώνουν
τελευταία στο μπαλκόνι μου,
με πλαστικές κινήσεις
περικυκλώνουν τα ανοίγματα.

Ο ήλιος μένει έξω απ’ το σπίτι.
Εγώ τα κλαδεύω καθημερινά
με το τσεκούρι,
μέσα στο σκοτάδι πολλές φορές
χάνω το στόχο.

Στο τέλος, έμεινα
χωρίς χέρια.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Παράξενα φυτά, από τη συλλογή Η πλατεία των Ταύρων, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2017

Artwork: Jhonny Araújo