RSS

Daily Archives: 22/10/2016

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

X cmΉ ήρωας ή βούρκος, μέσος όρος δεν υπήρχε. Αυτό ήταν που με κατάστρεψε, γιατί στο βούρκο παρηγοριόμουν με το να ονειρεύομαι τον εαυτό μου ήρωα σ’ άλλες στιγμές κι ο ήρωας σκέπαζε όλο το βούρκο. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος, σκεφτόμουνα, ντρέπεται να βουτηχτεί στο βούρκο, μα ο ήρωας είναι πολύ ψηλός για να λασπωθεί ολόκληρος, επομένως μπορεί κανείς να μπαίνει στο βούρκο. Είναι αξιοσημείωτο πως αυτές οι πλημμύρες κάθε ωραίου και υψηλού μ’ έβρισκαν και την ώρα της μικροπαρεκτροπής και κυρίως τη στιγμή που βρισκόμουν στο βυθό, μ’ έβρισκαν τμηματικά σε χωριστές μικρές αναλαμπές σα να ’θελαν να μου θυμίσουν τον εαυτό τους, δεν εξαφάνιζαν όμως την μικροπαρεκτροπή με την εμφάνισή τους. Απεναντίας, σα να την ενθάρρυναν με την αντίθεση και μ’ έβρισκαν ακριβώς σε τόσο βάθος όσος έφτανε για μια καλή σάλτσα. Η σάλτσα εδώ αποτελείτο από την αντίθεση και τη δοκιμασία, τη βασανιστική αυτή εσωτερική ανάλυση, κι όλα αυτά τα μαρτύρια, μικρά και μεγάλα, έδιναν κάποιο γούστο, σχεδόν σκοπό, στην μικροπαρεκτροπή μου, μ’ άλλα λόγια, εκτελούσαν στην εντέλεια την υπηρεσία της καλής σάλτσας. Όλ’ αυτά, μάλιστα, ήταν όχι δίχως κάποιο βάθος. Μα και θα μπορούσα τάχα να δεχτώ μια απλή, άθλια, άμεση γραφειάδικη μικροπαρεκτροπή και να φορτωθώ όλη κείνη τη λάσπη; Τι θα μπορούσα τάχα τότε να με προσελκύσει και να με τραβήξει νύχτα στο δρόμο; Α, όχι, εγώ έχω ευγενικιά αντίληψη για όλα…

X cmΜα πόση αγάπη, Θεέ μου, πόση αγάπη δοκίμαζα σ’ αυτά τα όνειρά μου, σ’ αυτά τα ταξίδια μέσα στο κάθε «ωραίο και υψηλό». Κι ας ήταν αγάπη φανταστική που σε τίποτε ανθρώπινο στην πραγματικότητα δεν προσαρμοζόταν, ήταν όμως τόσο πολλή, που ύστερα στην πραγματικότητα μήτε καν αισθανόμουν την ανάγκη να την προσαρμόσω κάπου – αυτό πια θα ’ταν μια περιττή πολυτέλεια. Όλα, άλλωστε, ωραιότατα τέλειωναν με την οκνηρή και απολαυστική μεταπήδηση στην τέχνη, δηλαδή στις ομορφότερες φόρμες της ζωής, εντελώς έτοιμες, κατακλεμμένες απ’ τους ποιητές και τους μυθιστοριογράφους και προσαρμοσμένες σε κάθε λογής παραποιήσεις κι απαιτήσεις. Εγώ, π.χ., θριαμβεύω πάνω σ’ όλους. Όλοι, εννοείται, πέφτουν μπρούμυτα κι αναγκάζονται θεληματικά ν’ αναγνωρίσουν όλες τις τελειότητές μου, κι εγώ πάλι τους συγχωρώ. Ερωτεύομαι καθώς είμαι ένας διάσημος ποιητής και βαθμούχος. Παίρνω αμέτρητα εκατομμύρια κι αμέσως τα θυσιάζω για τους ανθρώπους και ταυτόχρονα ξομολογιέμαι μπροστά σ’ όλον τον κόσμο τα αίσχη μου, που, εννοείται, δεν είναι απλώς αίσχη, μα περικλείουν πάρα πολύ από κάθε «ωραίο και υψηλό», κάτι το Μαμφρεδικό. Όλοι κλαίνε και με φιλούν, (αλλιώς τι είδους βλάκες θα ’ταν;) κι εγώ προχωρώ ξυπόλητος και πεινασμένος να διδάξω τις νέες ιδέες (…)

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μτφρ.:Kοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη 2014, σ. 60-61

Πίνακας: Xρήστος Παλλαντζάς

.

 

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Le dur desir de durer (Περί διαρκείας και μη διάρκειας)

.

Εν δύο, εν δυο, βαδίζω πάνω στη λέξη διάρκεια. Η διάρ-
κεια είναι κάτι άλλο από τη λέξη διάρκεια. Η διάρκεια
είναι ιλιγγιώδης. Σαν το μηδέν ιλιγγιώδης. Τόνος του μη-
δενός και ρυθμός. Η διάρκεια διαρκώς πεινάει. Τρώει τα
κόκκαλα του χρόνου. Κρατάει όλο το αλφάβητο στην κοι-
λιά της. Ακόμα κι ο θάνατος τη φοβάται. Tα βιβλία κατά-
τροπώνουν τον θάνατο, έχει γράψει ο Τ.S.Ε. Τα βιβλία
τρώνε τα κόκαλα του χρόνου. (Για να πούμε του στραβού
το δίκιο, η αθανασία δεν πρέπει να ’ναι υπόθεση για λί-
γους• πάντα υπάρχει κάτι – μια πράξη, μια συμπεριφορά,
ένα σχέδιο – που αξίζει να περισωθεί, ν’ αθανατιστεί• ίσως
αυτό ακριβώς που δεν έχει πρόθεση να θαυμαστεί. Ενώ η
φράση, Το βασικό κίνητρο του καλλιτέχνη είναι η σταθερή
επιθυμία της διάρκειας, ποδηλατεί προς βέβαιη λακκούβα).
Άλλα ας μην πω για το κενό.

Το μηδέν κατοικεί σε φωλιά – πτηνά καλλικέλαδα
οι τόσες διάρκειες, οι μικρές οι μεγάλες.

(Δημοσιεύτηκε στο ΚΟΡΑΛΛΙ)

Αrtwork: Tom Chambers